Κάλβος,Βαρβέρης, Βρεττός, Ερηνάκης

0
348

 

Ποιητική ανθολογία εν προόδω, επιμέλεια: Θανάσης Χταζόπουλος.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (1792-1869)

 

ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ

 

Εις τούτον τον ναόν,

Των πρώτων Χριστιανών

Παλαιότατον κτίριον,

Πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι

Γονατισμένος;

 

Όλην την Οικουμένην

Σκεπάζουν σκοτεινά,

Ήσυχα, παγωμένα,

Τα μεγάλα πτερά

Της βαθείας νύκτας.

 

Εδώ σίγα’ κοιμώνται

Των Αγίων τα λείψανα’

Σίγα εδώ, μη ταράξης

Την ιεράν ανάπαυσιν

Των τεθνημένων.

 

Ακούω τού λυσσώντος

Ανέμου την ορμήν’

Κτυπά με βίαν’ ανοίγονται

Του ναού τα παράθυρα

Κατασχισμένα.

 

Από τον ουρανόν,

Όπου τα μελανόπτερα

Σύννεφα αρμενίζουν,

Το ψυχρόν της αργύριον

Ρίπτει η σελήνη.

 

Και ένα κρύον φωτίζει

Λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον’

Σβησθέν λιβανιστήριον,

Κερία σβηστά και κόλυβα

Έχει το μνήμα.

 

Ω παντοδυναμώτατε!

Τι είνε; τι παθαίνω;

Ορθαί εις την κεφαλήν μου

Στέκονται η τρίχες! …λείπει

Η αναπνοή μου!

 

Ιδού, η πλάκα σείεται…

Ιδού από τα χαράγματα

Του μνήματος εκβαίνει

Λεπτή αναθυμίασις

Κ’εμπρός μου μένει.

 

 

 

Επυκνώθη λαμβάνει

Μορφήν ανθρωπικήν.

Τι είσαι; ειπέ μου; πλάσμα,

Φάντασμα του νοός μου

Τεταραγμένου;

 

Ή ζωντανός είσ’ άνθρωπος,

Και κατοικείς τους τάφους;

Χαμογελάεις;… αν άφηκας

Τον άδην… ή ο παράδεισος

Ειπέ μου αν σ’ έχη.

 

Μη μ’ ερωτάς’ το ανέκφραστο

Μυστήριο του θανάτου

Μην ερευνάς’ τα στήθη,

Τα στήθη που σ’ εβύζασαν

Εμπρός σου βλέπεις.

 

Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,

Αγαπητόν μου σπλάγχνον,

Ανόμοιος είναι η μοίρα μας,

Και προσπαθείς ματαίως

’Να με αγκαλιάσεις

 

Παύσε τα δάκρυα. Ησύχασε

Το πάθος της καρδιάς σου.

Αν η χαρά η ανέλπιστος,

Ότι με είδες, βρέχη

Τους οφθαλμούς σου

 

Μειδίασον, χαίρου φίλε μου,

Μάλλον’ αλλ’ αν η πίκρα,

Ότι τον ήλιον άφηκα,

Τώρα σε κυριεύη,

Παρηγορήσου.

 

Τι κλαίεις; την κατάστασιν

Αγνοείς της ψυχής μου’

Και εις τούτο το μνήμα

Το σώμα μου αναπαύεται

Από τους κόπους.

 

Ναι, κόπος ανυπόφερτος

Είνε η ζωή’ η ελπίδες,

Οι φόβοι και του κόσμου

Η χαραί και το μέλι

Σας βασανίζουν.

 

Εδώ ημείς οι νεκροί

Παντοτινήν ειρήνην

Απολαύσαμεν, άφοβοι

Άλυποι, δίχως όνειρα

Έχομεν ύπνον.

 

Σεις οι δειλοί αχνύζετε

Όταν τις ψιθυρίση

Τ’ όνομα του θανάτου’

Αλλ’ άφευκτος ο θάνατος,

Άφευκτος είνε.

 

Μία και μόνη είνε

Η οδός, και εις τον τάφον

Φέρνει’ εις αυτήν η ανάγκη

Αμάχητον με’ χείρα

Ωθεί τους ζώντας.

 

Υιές μου, πνέουσαν μ’ έιδες’

Ο ήλιος κυκλοδίωκτος

Ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε

Και με φως και με θάνατον

Ακαταπαύστως.

 

Το πνεύμα οπού μ’ εμψύχωνε

Του θεού ήτον φύσημα,

Και εις τον Θεόν ανέβη’

Γη το κορμί μου, κ’ έπεσεν

Εδώ εις τον λάκκον.

 

Αλλά το φέγγος χάνεται

Της σελήνης’ σε αφίνω’

Πάλιν θέλω σε ειδείν

Ότε η ζωή σού λείψει,

Και τότε μόνον.

 

Με την ευχήν μου ύπαγε’

Άλλο δεν λέγω’ θέλω

Εις την συνείδησίν σου

Τα λοιπά φανερώσειν

Ύστερον… χαίρε…

 

Τέκνον μου χαίρε… – Πρόσμενε,

Τον υιόν λυπημένον

Μη παραιτήσης. Έπεσε.

Και μένουν οι οφθαλμοί μου

Εις βαθύ σκότος.

 

Ω φωνή, ω μητέρα,

Ω των πρώτων μου χρόνων

Σταθερά παρηγόρησις’

Όμματ’ οπού μ’ εβρέχατε

Με’ γλυκά δάκρυα!

 

Και συ στόμα οπού εφίλησα

Τόσαις φοραίς, με τόσην

Θερμοτάτην αγάπην,

Πόση άπειρος άβυσσος

Μας ξεχωρίζει!

 

Άι, και άπειρος ας είναι

Κ’ έτι φοβερωτέρα’

Εκεί μέσα ατάρακτος

Θέλω εγώ συντριφθείν

Γυρεύοντάς σας.

 

Τώρα, τώρα τα χείλη μου

Δύνανται ’να φιλήσουν

Του θανάτου τα γόνατα’

’Να στέψω το κρανίον του

Δύναμαι τώρα.

 

Πού είναι τα ρόδα; φέρετε

Στεφάνους αμαράντους’

Την λύραν δότε’ υμνήσατε’

Ο φοβερός εχθρός

Έγεινε φίλος.

 

Κείνος οπού το μέτωπον

Τρυφερών γυναικών

Αγκάλιασε, πώς δύναται

Εις ανδρικήν καρδίαν

’Να ρίψη φόβον;

 

Ποιος άνθρωπος εις κίνδυνον

Είναι; τώρα οπού βλέπω

Τον θάνατον με’ θάρρος,

Εγώ κρατώ την άγκυραν

Της σωτηρίας.

 

Εγώ τώρα εξαπλώνω

Ισχυράν δεξιάν

Και την άτιμον σφίγγω

Πλεξίδα των τυράννων

Δολιοφρόνων.

 

Εγώ τα σπήπτρα στάζοντα

Αίματος και δακρύων

Καταπατώ’ και καίω

Της δεισιδαιμονίας

Το βαρύ βάκτρον.

 

Επάνω εις τον βωμόν

Της αληθείας, τα σφάγια

Τώρα εγώ ρίπτω’ μ’ άφθονα

Τον λίβανον σωρεύω

Μ’ άφθονα χέρια.

 

Ως απ’ ένα βουνόν

Ο αετός εις άλλο

Πετάει, καιγώ τα δύσκολα

Κρημνά της αρετής

Ούτω επιβαίνω.

 

(ΛΥΡΑ, 1824)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ (1955-2011)

 

ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ

 

Αυτές οι νότες

που σας στέλνω

με την άνωση

δεν έχουν πια κανένα

μα κανένα ενδιαφέρον.

Απ’ τον καιρό του ναυαγίου

που αργά μας σώριασε τους δυο

ως κάτω στο βυθό

σαν βάρος έκπληκτο

το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ

έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος

μια υπόκωφη επίπλωση βυθού

ένα λουλούδι εξωτικό

ή ένα τεράστιο όστρακο

φωλιά ιπποκάμπων

διάδρομος ψαριών που όλο απορούν

μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη

του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.

 

Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας

διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια

τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες

σαν ντο και σολ και μι

μη φανταστείτε μουσική’

είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται

πιέζει κι ανεβαίνει.

 

Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.

Το πιάνο μου κι εγώ

είμαστ’ εδώ πολύ καλά

εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες

αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου

και ιδίως

μακριά επιτέλους

από κάθε προοπτική πνιγμού.

 

(ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ, 1991)

 

ΜΑΣΚΩΤ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΕΩΝ, Γ΄

 

Όμως κι εσείς οι εναπομείναντες

πλησίστιες ζακετούλες και ψαθάκια

θυμάστε όπως ξεχνούν: λέτε πως είναι ίδια εδώ

κι ας έχουν όλ’ αλλάξει.

Ξενοδοχείων ερειπιώνες, φέρετρα θερέτρων.

Τώρα παντού ξενώνες και φαστφούντ

φωτίσανε σε κίτρινο

το κάθε γκρίζο.

 

Με μια ριχτή ζακέτα πιθανής ψυχρούλας

ανάμεσα σε ηλιοκαμένα βούρλα της ακτής

τι ανακατώνω, κόβω και μοιράζω

μια τράπουλα καημένες στάχτες μνήμες;

 

Φέρνει καμένο ο φλοίσβος

σκόνη μετακόμισης.

Με μια ριχτή στον ώμο μου ψυχρούλα

πριν καν έρθει Σεπτέμβρης

πρέπει να πηγαίνω.

 

Επείγει ό,τι δεν γίνεται –

ν’ αλλάξω παρελθόν

 

(ΑΚΥΡΟ ΘΑΥΜΑ, 1996)

 

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΚΟ ΚΑΙΡΟ

 

Μέσα γιορτάζαν τα Χριστούγεννα.

Κι εγώ εκεί

έξω

με απούλητα τα σπίρτα μου

να ξεπαγιάζω

ώσπου περνάει ο λύκος

του ανάβω το τσιγάρο του

κι αυτός μεταμορφώνεται

σε πριγκηπόπουλο

να το γοβάκι σου, μου λέει

πάμε να φύγουμε από δω

βέβαια και δεν τον πίστεψα

 

μπερδεμένα παραμύθια

απούλητα σπίρτα

παγωνιά

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΙ

 

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.

Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.

 

Δεν μας παρηγορεί η υγεία:

μια πλήξη πια, υγιείς εμείς

μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

 

Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα:

έχουμε τόσα

που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

 

Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:

μας παραδίδονται αφειδώς

γιατί το σφρίγος πάντοτε

ποθούσε τη σοφία.

 

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.

Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.

 

Αυτό μονάχα μας παρηγορεί.

 

(ΣΤΑ ΞΕΝΑ, 2001)

 

ΑΣΩΤΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ, 3

 

Συγγνώμη μπορεί να ’ν’ κι ο χωματόδρομος

που ο γονιός με οδύνη στρώνει στο παιδί του.

Περπάτησε λοιπόν ανάμεσα στις πέτρες

και μη σκεφτείς επιστροφή.

Έχω για μόνη μου παρηγοριά τον αδελφό σου

λειψή κι αυτήν

αφού ποτέ δεν αντιμίλησε το ανάστημά του

διακινδυνεύοντας τη σιγουριά της πατρικής εστίας.

Αν σφάξω μόσχο

κρυφά θα τόνε σφάξω μοναχός τη νύχτα

και μοναχά για σένα.

Δυο ποτηράκια με κρασί θα βάλω

ένα για μένα κι ένα απέναντί μου

και στην υγεία θα πιω της ασωτίας.

Μια θα ’ν’ η ευχή μου:

όρθιος μακριά μας πια να ζήσεις

όπως θέλησες

με τη βοήθεια του Θεού

κι αν το μπορείς

χωρίς αυτήν

παιδί μου.

 

Ο ΒΡΑΣΤΗΡΑΣ

 

Αναίτιοι εναγκαλισμοί

χωρίς το φόβο της οικειότητας

 

βλοσυροί εναγκαλισμοί

χωρίς τον τρόμο της νοσταλγίας

 

απόνερα ερώτων

για τις μελλοντικές δίψες

 

ανόητα γέλια

πρόληψη πανικού

 

ας ευχηθούμε όλα μαζί

να γίνουν κάποτε

άνθρωπος –

μια κόσμια θλίψη.

 

ΑΠΑΛΗ ΘΕΆ

 

Είναι το πένθος τίμιο δώρο

προ θανάτου.

Το νιώθεις όσο εκείνος

ξαστοχεί.

 

Μοιάζει με τη μετάληψη πιστού

τυφλού μες στη φωτοχυσία της εκκλησίας.

Και λήγει

όταν εκείνος αναβλέψει

μέσα στο πλήρες σκότος του ναού.

 

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.

Σταθμός Πελλοπονήσου

κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι

μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.

Είμαστε γέροι πια κι οι δυο

κι εγώ αφού γράφω ποιήματα

πιο γέρος.

Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;

Μέσα σε μια βδομάδα

δεν απόμεινε κανείς.

Ήταν Μεγάλη βέβαια

γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις –

θέλουν πολύ για να υποκύψουν

οι κοινοί θνητοί;

Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήεμρα

θα ’πρεπε κάπως νά ’χαμε κι εμείς χωρέσει.

 

Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.

Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε

σ’ ένα παγκάκι

αθάνατοι

καθώς νυχτώνει;

 

(Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΟΝΟΣ, 2009)

 

 

 

ΒΡΕΤΤΟΣ ΣΠΥΡΟΣ (1960)

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ

 

Από την πλάτη του πατέρα του

ανατράπηκε στα δάση,

κι αλλού γι’ αλλού από τότε επέστρεφε,

μάτια τις νύχτες τον έσκιαζαν γυαλισμένα

κι από την άλλη έφευγε και χανόταν.

 

Ώσπου τη μέρα

εκείνη που του έπεσαν οι λύκοι,

ψίχουλα αίμα στα χαλίκια ακολουθώντας,

τους βρήκε να τα πίνουνε και να τα λέεν,

μαζί και ο πατέρας του

στην ίδια τάβλα.

 

Πάντως εγώ, του φώναξε,

Ό,τι κι αν γίνει,

– κι ακούστηκε ώς έξω από τον ύπνο –

καμπούρα σε θέλω στην πλάτη μου να σ’ έχω,

θα σούχω καλά αερικά να σε φυλάνε,

σε δάση

δεν θα σε αφήσω.

 

(ΑΚΙΝΗΤΑ ΜΑΤΙΑ, 1992)

 

ΣΤΟΥΣ ΠΕΝΤΕ ΧΑΡΤΕΣ

 

Βολεύουν άλλωστε για σύνορα οι ποταμοί,

βολέυουν κι οι αμμόλοφοι

κι ας αλλάζουν κάθε νύχτα θέση

– γι’ αυτό και παν τα σύνορα

ή πάντα εκεί ή πάντα αλλού.

 

Γι’ αυτό και όσοι κοιμηθούν σε τέτοια όρια

ξυπνούν την άλλη μέρα σε άλλη χώρα.

Μπαίνουνε τότε

φεύγουνε καράβια φοβερά,

γερμένα σαπιοκάραβα

σαν κουρδιστά κάνοντας κύκλους

– δεν έχει η μοίρα ίσια γραμμή,

σαν άλλο σύνορο κι αυτή

βολεύεται όπως όπως.

 

Κι εσύ τι γύρευες,

τι ήθελες εκεί;

Δεν έχει δώματα εκεί

να σου συμβούν τα γεγονότα’

γι’ αυτό, το βίωμά σου πες το αβίωτο

ή το πολύ εξόριστο

στους πέντε χάρτες.

 

Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

 

Άμα περάσεις από κει,

θα δεις τον τοίχο που έμεινε μισός

και από κάτω ακριβώς

θα είναι ένας αγνώριστος

–παλιές φωτογραφίες γύρω του

όπως εικονοστάσι–

 

κι άμα σε δει,

θα φανταστεί πως έχεις πάνω σου

όλα τα γνώριμα σημάδια,

κι έλα κοντά μου θα σου πεί

που από πατέρας έγινα μάντης,

έλα κοντά στην πείνα μου

και κάνε τούτα που έμειναν μισά

να ξαναγίνουν.

 

Στην άκρη τότε θαύματος που πιάστηκε

θα ξηλωθεί το πρόσωπό του’

κι απ’ την εικόνα του

θα μείνουν μόνο τα σημάδια του κορμιού,

όμοια με τα δικά σου,

 

κι όπως θα τρέξεις κατά κει

θα ξαναγίνει το σπίτι ολόκληρο

κι αυτός τυφλός θα κόβει το ψωμί

μαντεύοντας  για πόσους.

 

(ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟ, 1999)

 

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΜΕ ΚΥΔΩΝΙΑ ΚΑΙ ΡΟΔΙΑ

 

Στο τραπέζι αυτό

Όχι κυδώνια και ρόδια.

– Τα ρόδια είναι κάρβουνα

και τα κυδώνια αηδόνια. –

Εδώ αρμόζουνε φωτογραφίες, είπες,

να χάσκει μέσα τους

το γεγονός τους’

όπως, ας πούμε,

φωτογραφία μ’ ένα ανθρώπινο τσαμπί

που σε ψηλή κρέμεται περιστρεφόμενη σκάλα

μ’ όλα τα μάτια να κοιτάζουν τον Πατραϊκό

– πριν κλείσει η θάλασσα μοιραία λίμνη –

κι ύστερα λαθραία μες στα φορτηγά

σε ρόγες να μαδιέται’

 

μια τέτοια λοιπόν φύση νεκρή

κι όχι κυδώνια και ρόδια.

– Στάχτες γίναν τα κάρβουνα

και τα αηδόνια χιόνια. –

 

Όμως το ξέρω, είπες, καλά

ότι δεν πρόκεται –ως είναι φυσικό–

την φύση του τραπεζιού μου ν’ αλλάξω.

 

Κοντεύουν άλλωστε Χριστούγεννα

και μου ’ναι απαραίτητα –ως είναι πάλι φυσικό–

κυδώνια

αηδόνια

χιόνια

αλλά και στάχτες

κάρβουνα

και ρόδια.

 

ΔΙΗΓΗΣΗ ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΕΡΗ για μια νέα δασκάλα

2. Ο ΤΟΠΟΣ

 

Επειδή εδώ υπάρχουνε δέντρα

γι’ αυτό και φυσά.

Σχολείο που τρίζει’

σπάζει η λέξη στον πίνακα την κιμωλία.

Μάτια λέει στον μαθητή

κι αυτός της γράφει μάτγια μου.

Υπαγορεύει ρόδι στα παιδιά

κι εκείνα το δαγκώνουν με τη φλούδα.

 

(Αλλ’ όχι επειδή ωραία αίθουσα και τα λοιπά,

για πρόσεξε πάλι εσύ’

ν’ ανατριχιάσουν βάλε τα ονόματα

μόλις τ’ αγγίξουνε οι κιμωλίες).

 

(ΠΡΑΞΗ ΑΠΛΗ, 2003)

 

ΣΕ ΠΡΟΒΟΛΗ ΠΑΛΙΟΥ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ

 

Τα παιδιά μόνα πάνω στην οθόνη

–πού είναι ο πατέρας

πού είναι η μάνα–

τα παιδιά μόνα και σκάει δίπλα τους η βόμβα

–στους θεατές ο πατέρας

κάπου αλλού η μάνα–

η ανάσα των παιδιών φουσκώνει την οθόνη

κ – στους θεατές χαμένος ο πατέρας,

την οθόνη γδέρνει η μάνα: παιδί μου.

(ΣΥΝΕΒΗ, 2007)

 

ΕΡΗΝΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ (1988)

 

ΚΙ ΑΝ Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΜΙΛΟΥΣΕ

 

Κι αν η σκιά μου μιλούσε

ίσως μου ζήταγε συγγνώμη

που μες στα πόδια μου γυροφέρνει

τη δύναμη του ήλιου

και πως να την ανεχτώ έτσι υποτακτική

που τυφλά ακολουθεί

μια ομορφιά που καίει

αντί επαναστατημένη να χορεύει

γύρω μου

με ένστικτο και πάθος.

 

 

ΦΑΡΣΑ

 

Ο φόβος της απώλειας

είναι φάρσα.

Από αυτά που χάνεις

ξεπηδάνε άλλα χίλια σε φωτιές.

Σ’ έμαθαν να φοβάσαι

μα δε σού ’παν

πως μπορεί στο τέλος

πού και πού να νικάς.

Η απώλεια είναι κέρδος

να αποχωρίζεσαι για να γεννάς.

 

ΑΓΚΑΘΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΑΤΩΝΟΥΝ

 

Όταν ξυπνούν οι εραστές αλλοιωμένοι

ξέρεις με μια διάθεση Κυριακής

με έναν αφορισμό έρωτα

με μια μελωδία κραυγής

με ένα πρωινό αποχωρισμού

 

σημαίνει πως καίγονται

μα δε λιώνουν

γιατί μυρίζουν λουλούδια ακόμα

και ξέρουν πως να σφίγγουν

τριαντάφυλλα στα χέρια τους

 

(ΣΥΝΤΟΜΑ ΟΛΑ ΘΑ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΦΩΤΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ, 2009)

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΓια τον Άντονι Τάπιες
Επόμενο άρθροΖαν-Πατρίκ Μανσέτ: Το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here