Αναγνωστικές προσδοκίες, λογοτεχνικές βραβεύσεις και διαψεύσεις (του Χρήστου Δανιήλ)

0
1354

 

 του Χρήστου Δανιήλ.

Σημείωση: Αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο αποτέλεσε η δημοσίευση στον Αναγνώστη των καλοκαιρινών αναγνωστικών εμπειριών της Βενετίας Αποστολίδου (εδώ). Βρήκα το εγχείρημα εξαιρετικά ενδιαφέρον (καταγραφή αναγνωστικών εμπειριών και όχι βιβλιοκριτική) και ερεθιστική την ιδέα να ετοιμάσω σχετικά ανάλογο κείμενο προς δημοσίευση στον Αναγνώστη, από τη στιγμή μάλιστα που σε αυτές τις εμπειρίες εμπλέκονται επιλογές του ίδιου του περιοδικού.

Μολονότι καταγίνομαι σποραδικά με την κριτική βιβλίων, ως αναγνώστης ανήκω σε εκείνη την κατηγορία αναγνωστών (μικρή; μεγάλη; δεν το γνωρίζω) που όταν ξεκινούν την ανάγνωση ενός βιβλίου θέλουν να γνωρίζουν κατά το δυνατόν ελάχιστα γι’ αυτό. Αποφεύγω να διαβάσω κριτικές, να ακούσω αναλυτικά σχόλια γνωστών που το έχουν διαβάσει, να μου καλλιεργηθούν εξωγενείς προσδοκίες· αρνούμαι ακόμη και το οπισθόφυλλο του βιβλίου να διαβάσω. Περιορίζομαι σε ελάχιστες πληροφορίες (μια φευγαλέα ματιά σε τίτλους δημοσιευμάτων)· κάποιες φορές μου αρκούν λίγα, ακόμη και μονολεκτικά, σχόλια ανθρώπων που το έχουν διαβάσει: «αξίζει», «καλό», «δυνατό» ή, αντίθετα, σχόλια όπως «βαρετό», «φλύαρο», «μία από τα ίδια» είναι ικανά να με αποτρέψουν ή και να με ιντριγκάρουν στην ανάγνωση. Επιθυμώ να είμαι, κατά το δυνατόν, κενός από εξωτερικές προσλαμβάνουσες και κατά συνέπεια ανοικτός σε επίπεδο προσδοκιών· απολαμβάνω να διαμορφώνω μόνος μου άποψη και γνώμη. Από τη στιγμή όμως που ολοκληρώσω την ανάγνωση, επιζητώ να μάθω οτιδήποτε σχετικό για το βιβλίο: διαβάζω το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, τα επιλογικά σχόλια, τις ευχαριστίες και τα σημειώματα, προσφεύγω στις δημοσιευμένες κριτικές, επιθυμώ να συζητήσω γι’ αυτό. Όπως όταν φεύγει κανείς από μία κινηματογραφική προβολή, που έχει παρακολουθήσει μαζί με παρέα, και προτείνει να συνεχιστεί η βραδιά για ένα ποτό προκειμένου να συζητήσουν την ταινία. Η ανάγνωση όμως της λογοτεχνίας είναι μοναχική υπόθεση και πρακτικά αδύνατη η ταυτόχρονη ανάγνωση του ίδιου κειμένου.

Βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα δεν έτυχε ποτέ να διαβάσω. Γνώριζα το όνομα του συγγραφέα, είχα ακούσει κάποια θετικά σχόλια και πάντοτε είχα υπόψη μου να αναζητήσω κάποιο βιβλίο του. Μπήκε λοιπόν ο συγγραφέας και το έργο του σε μια άτυπη και ταυτόχρονα ευμετάβλητη λίστα που ο κάθε αναγνώστης έχει στο μυαλό του με υποψήφια αναγνώσματα. Όταν κυκλοφόρησε Ο κρυφός πυρήνας των ερυθρών ταξιαρχιών θεώρησα την επιλογή του θέματός του ευφυή: προσωπικά έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα μυθιστορήματα που αναφέρονται στην εγχώρια τρομοκρατία, εδώ όμως ο συγγραφέας, σκέφτηκα, βρήκε ένα θέμα που θα του επιτρέψει να αναζητήσει διείσδυση στην ευρωπαϊκή αγορά (στην προοπτική μιας μετάφρασής του), ενώ ταυτόχρονα η χωρική απόσταση του επιτρέπει να θίξει και να συζητήσει ζητήματα τρομοκρατίας με μεγαλύτερη ελευθερία και άνεση σχολιασμού. Μέσα όμως στους ρυθμούς της καθημερινότητας το βιβλίο ξεχάστηκε. Η συμπερίληψη του βιβλίου στις μικρές λίστες των βραβείων του Αναγνώστη ανακίνησε το ενδιαφέρον μου γι’ αυτό. Εντύπωση μου έκανε στην ανακοίνωση των λιστών μια λεπτομέρεια: δίπλα στους τίτλους δύο εκ των δέκα υποψηφίων προς βράβευση μυθιστορημάτων υπήρχε ο προσδιορισμός «Αστυνομικό μυθιστόρημα» (εδώ). Γιατί άραγε η επιτροπή επιφύλασσε ιδιαίτερη μεταχείριση προς αυτό το είδος και μόνο προς αυτό, αναρωτήθηκα. Γιατί δίπλα στα άλλα έργα δεν έδινε ειδολογικές διευκρινήσεις π.χ. ιστορικό μυθιστόρημα, κοινωνικό, πολιτικό κ.ο.κ.; Δεν έδωσα μεγαλύτερη σημασία στη στάση αυτή της επιτροπής και την προσπέρασα.

Η βράβευση του βιβλίου ήταν αυτή που τελικά με ώθησε να το προτάξω ως επιλογή από την άτυπη λίστα υποψηφίων καλοκαιρινών αναγνωσμάτων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η συνθήκη που επιδιώκω για τα διαβάσματά μου εξακολουθούσε εν μέρει να ισχύει: δεν γνώριζα τίποτα γι’ αυτό, παρά μόνο, σύμφωνα με τη γνώμη ανθρώπων του χώρου που εκτιμώ, πως πρόκειται για ένα καλό μυθιστόρημα, το καλύτερο μάλιστα της χρονιάς, κατά τη γνώμη τους. Έτσι, ξεκίνησα την ανάγνωση έχοντας, όσο κι αν προσπάθησα συνειδητά να τις περιορίσω, αυξημένες προσδοκίες από αυτό.

Το εύρημα της αρχής του βιβλίου με εντυπωσίασε: περιγραφή της προετοιμασίας ενός τρομοκρατικού χτυπήματος στο μακρινό 1979, με κοφτό καταιγιστικό ρυθμό, και παρουσίαση των αποτελεσμάτων του, χωρίς όμως να δίνονται πληροφορίες για το ίδιο το χτύπημα. Πώς δηλαδή και από ποιους σκοτώθηκαν τα θύματα, οι αστυνομικοί και οι τρομοκράτες. Το βιβλίο στη συνέχεια περνάει σε μια πιο σύγχρονη εποχή, το 2007, παρουσιάζοντας σταδιακά τα πρόσωπα του έργου σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση (αρκετά αργότερα συνειδητοποίησα πως αυτή είναι η μυθιστορηματική ανασύσταση της ιστορίας από τον κεντρικό αφηγητή με βάση τα όσα πληροφορήθηκε για γεγονότα στα οποία δεν ήταν παρών), τα οποία πρόσωπα προφανώς σχετίζονται με το χτύπημα του 1979. Εξίσου εύστοχη ήταν και η προσθήκη ενός νέου μυστηρίου, αυτού της εξαφάνισης ενός νεαρού φοιτητή στο αφηγηματικό παρόν του βιβλίου, έτσι ώστε το ενδιαφέρον για συνέχιση της ανάγνωσης να εντείνεται περισσότερο. Παράλληλα με τις δύο ιστορίες σε παροντικό και παρελθοντικό χρόνο ο συγγραφέας, και καθώς ο ένας ήρωας του βιβλίου είναι συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, επιλέγει να εμπλέξει και ένα αστυνομικό μυθιστόρημα μέσα στην πλοκή, μυθιστόρημα που κατέχει κομβική σημασία στην εξέλιξη της υπόθεσης.

Καθώς, λοιπόν, προχωρούσε η ανάγνωση διαπίστωνα πως πρόκειται για ένα εξαιρετικά δουλεμένο βιβλίο σε επίπεδο πλοκής. Καταιγιστική δράση,  επίταση αγωνίας και μυστηρίου, απρόσμενες ανατροπές, προσεγμένη σε κάθε λεπτομέρεια διασύνδεση των γεγονότων. Από τα μισά του βιβλίου και μετά, από το εξαιρετικά δουλεμένο περιστατικό της καταβόθρας, η υπόθεση με παρέσυρε τόσο ώστε να μην μπορώ να σταματήσω την ανάγνωση παρά μόνο πολύ αργά τη νύχτα. Ένα αληθινό page turner βιβλίο, για να υιοθετήσω τον όρο που είδα να χρησιμοποιείται συχνά γι’ αυτό στις κριτικές αναγνωστών που αναζήτησα, μετά το πέρας της ανάγνωσης, στο διαδίκτυο (κυρίως εδώ).

Όσο όμως το ενδιαφέρον μου για την παρακολούθηση της πλοκής και τη λύση των αινιγμάτων της κορυφωνόταν, τόσο μεγάλωνε η διάψευση ως προς τις άλλες προσδοκίες που μου είχαν, υποσυνείδητα, δημιουργηθεί από τη βράβευσή του. Δεν αναφέρομαι στην ύπαρξη πολλών κλισέ διατυπώσεων ή θεμάτων (π.χ. η διασύνδεση σαδομαζοχιστικών ερωτικών επιλογών με καλογυμνασμένους ακροδεξιούς)· στην αυτάρεσκη περιγραφή των ερωτικών κατακτήσεων και των σεξουαλικών επιδόσεων του ήρωα/αφηγητή· στην υπερβολική έως επιδεικτική παράθεση λεπτομερειών για τη δημιουργία ατμόσφαιρας όπως οι πληροφορίες που δίνονται για το ποιο μουσικό κομμάτι ακούγεται κάθε στιγμή που συνομιλούν οι βασικοί ήρωες (δίνοντας την εντύπωση πως ο συγγραφέας συνέθετε ταυτόχρονα και το soundtrack της κινηματογραφικής version του έργου)· στις υπερβολές των συμπτώσεων (π.χ. η σκηνή της συνάντησης όλων των εμπλεκομένων στο εξοχικό σπίτι του συγγραφέα)· στην αφελή στάση του κεντρικού ήρωα ως προς κρίσιμες παραμέτρους της υπόθεσης (π.χ. ενώ εξαφανίζεται ένας φοιτητής που ασχολείται στην πτυχιακή του με τις Ερυθρές ταξιαρχίες, ο πατέρας του οποίου είχε ένα ύποπτο παρελθόν, και στο σπίτι του ο φοιτητής διατηρούσε κρυμμένο σε μια κρύπτη ένα όπλο, δεν περνά ούτε ως υποψία από το μυαλό του κεντρικού ήρωα/ντετέκτιβ να προσθέσει στις αναζητήσεις του για τον φοιτητή και την περίπτωση αυτός να σχετίζεται με κάποια τρομοκρατική ενέργεια. Σκέφτομαι μάλιστα μήπως πρόκειται για ένα συγγραφικό τέχνασμα κολακείας προς τον αναγνώστη ώστε αυτός να νιώσει ευφυέστερος του ήρωα). Αδυναμίες ή αστοχίες σε μια αφήγηση είναι λογικό να εντοπίζονται, τις προσπερνάς όμως όταν αυτές υπερκαλύπτονται από την ύπαρξη άλλων εύστοχων στοιχείων του έργου, εν προκειμένω την ενδιαφέρουσα πλοκή και τη συναρπαστική εξέλιξη της υπόθεσης.

Η διάψευση εδραζόταν σε πιο ουσιαστικά ζητήματα γραφής. Ο συγγραφέας δείχνει να ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για την αφήγηση των γεγονότων και για το δέσιμο της πλοκής με αποτέλεσμα οι ήρωές του να εμφανίζονται επίπεδοι και ρηχοί. Προφανώς και δε ζητώ έμφαση στην ψυχογράφηση των ηρώων (αν και το γεγονός πως πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα δεν το αποκλείει) δεν γίνεται όμως να μην υπάρχει καμία αναφορά σε συναισθήματα και σε ψυχολογικές μεταπτώσεις. Η μονοπωλιακή εστίαση στην παρακολούθηση της πλοκής είχε επίσης ως αποτέλεσμα την απουσία σχολιασμού ή έστω αναφορών στα σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που εκ των πραγμάτων έθιγε το θέμα το βιβλίου. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα αστυνομικής λογοτεχνίας στα οποία το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο είναι πολύ πιο εύστοχο και πιο δραστικό από πολλά άλλα λογοτεχνικά βιβλία ανάλογης θεματολογίας. Στο συγκεκριμένο, η διάσταση αυτή, απλά απουσίαζε· προφανώς άλλες ήταν οι επιλογές και οι προτεραιότητες του συγγραφέα του. Σχηματικά μιλώντας, το ζήτημα της τρομοκρατίας και των Ερυθρών ταξιαρχιών δείχνει να παρέχει απλά τον διάκοσμο για το έργο. Με άλλα λόγια, θεωρώ πως εάν το μυθιστόρημα αναφερόταν σε οποιαδήποτε άλλη παραβατική ομάδα του κοινού ποινικού δικαίου, ο συγγραφέας δεν θα χρειαζόταν παρά να κάνει ελάχιστες προσαρμογές σε ήσσονος σημασίας ζητήματα.

Ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου με αντιφατικά συναισθήματα. Ένα καλοδουλεμένο και ευανάγνωστο μυθιστόρημα που όμως διέψευσε προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί είτε από τον τίτλο του (από δικές μου λάθος αρχικά εκτιμήσεις) είτε από το γεγονός της βράβευσής του ως το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς. Δεν έχω διαβάσει αρκετά από τα συνυποψήφιά του και δεν θα μπω στην αδιέξοδη συζήτηση για το εάν άξιζε ή όχι τη βράβευση ή ποιο άλλο ήταν πληρέστερο και πιο επιτυχημένο λογοτεχνικά. Κάθε αξιολογική κρίση στον χώρο της τέχνης εμπεριέχει έναν αυξημένο βαθμό υποκειμενισμού. Τα λογοτεχνικά βραβεία είτε τα αποδέχεσαι με όλα τα τρωτά τους είτε τα απορρίπτεις. Αυτό που έπραξα ήταν να αναζητήσω το σκεπτικό της βράβευσης. Μία έστω παράγραφο που να εξηγούσε τη συνεισφορά και τα επιτεύγματα του βραβευθέντος βιβλίου στο χώρο της λογοτεχνίας και όχι απλά ένα διαπιστωτικό κείμενο με κρίσεις για το σύνολο της ετήσιας βιβλιοπαραγωγής (εδώ). Δεν υπήρχε (και αυτό είναι ένα σημείο έλλειψης που πιθανώς θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί από τους διοργανωτές των βραβείων). Εντόπισα όμως ένα πιο γενικό κείμενο του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, μέλους της επιτροπής βράβευσης, για τις κριτικές κατευθύνσεις της επιτροπής (εδώ). Εκεί σημειώνεται η συνειδητή απόφαση της επιτροπής να δώσει προτεραιότητα στη βράβευση σε βιβλία προερχόμενα από συγγραφείς νεότερων γενιών και όχι από συγγραφείς «εγνωσμένου βάρους» που «είχαν κάθε δυνατότητα να καταλάβουν την πρώτη θέση», καθώς και το άνοιγμα των επιλογών της επιτροπής προς την αστυνομική λογοτεχνία: «Ένα είδος που παρά την ομόθυμη αναγνώριση την οποία απολαμβάνει τις τελευταίες δεκαετίες, στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, δεν είχε κατορθώσει ποτέ μέχρι τώρα να διεκδικήσει το κύρος μιας διάκρισης έξω από τις επιβραβεύσεις οι οποίες έχουν καθιερωθεί ειδικώς για τη λογοτεχνική του κατηγορία. Είναι ίσως ένα έναυσμα για να ξεφύγει το αστυνομικό μυθιστόρημα οριστικά από την ειδική του σφαίρα (που δεν αποκλείεται κατ’ αυτόν τον τρόπο να λειτουργεί και κάπως συγκαταβατικά), αποκτώντας το καθεστώς της ελευθερίας τού να κρίνεται όπως και όλη η υπόλοιπη λογοτεχνία». Θεμιτές οι εξηγήσεις και αρκούντως διαφωτιστικές. Μάλιστα, συμφωνώ απόλυτα με την άποψη της κρίσης των βιβλίων που προέρχονται από την κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, όπως και κάθε άλλης ειδικής κατηγορίας, στο σύνολο της λογοτεχνίας. Προσωπικά, εξέλαβα την επιλογή της επιτροπής να δοθεί το πρώτο βραβείο σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα (προερχόμενο μάλιστα από συγγραφέα νεότερης γενιάς) που, παρά τα πολλά θετικά του στοιχεία, παρουσιάζει αρκετές  αδυναμίες, ως μια δήλωση στήριξης και ενίσχυσης του είδους της αστυνομικής λογοτεχνίας και του κύρους της (άρα, επιτρέψτε μου την άποψη, διέκρινα πως αξιολογήθηκε με κάποιου είδους συγκατάβαση)· εξέλαβα την απόφαση ως μια δήλωση ενηλικίωσης του είδους που του επιτρέπει την είσοδο στο χώρο της «σοβαρής» λογοτεχνίας. Μόνο που η ενηλικίωση δεν συνοδεύεται απαραίτητα ή πάντοτε από το στοιχείο της ωριμότητας.

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here