Ανήσυχοι Νεοελληνιστές στη Σκανδιναβία (της Ζωής Βερβεροπούλου)

0
762

Η Ζωή Βερβεροπούλου (*)  γράφει τις εντυπώσεις της από το ΣΤ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, Lund, 4-7 Οκτωβρίου 2018. 

Λόγω της γεωγραφικής θέσης της στον σουηδικό νότο, η Lund ανήκει σε εκείνη την ιδιαίτερη κατηγορία πόλεων, που βρίσκονται εγγύτερα σε γειτονική χώρα παρά στην πρωτεύουσα της δικής τους. Απέχοντας μόλις σαράντα λεπτά με το τρένο από την δανική Κοπεγχάγη, αλλά πέντε έως έξι ώρες από τη Στοκχόλμη, είναι μια κουκλίστικη πανεπιστημιούπολη, ζωντανή, φιλική και πράσινη. Γεμάτη ποδηλάτες και περιπατητές, κυρίως φοιτητόκοσμο, φέρει στο κέντρο της γοητευτικά αρχιτεκτονικά ίχνη του μεσαιωνικού παρελθόντος της, στα προάστεια όμως αντικρύζει κανείς σύγχρονα κτίρια ξενοδοχειακών αλυσίδων και εταιριών.

Στην πόλη αυτή όπου, αρχές Οκτώβρη, το σκανδιναβικό φως χλωμιάζει ήδη από το μεσημέρι και τα φύλλα των δέντρων έχουν αρχίσει να κοκκινίζουν, φιλοξενήθηκε το ΣΤ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, που διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών (ΕΕΝΣ), σε συνεργασία με τo Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών του τοπικού Πανεπιστημίου. Το εν λόγω συνέδριο, επιστημονικό γεγονός σημαντικό που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια σε διαφορετική ευρωπαϊκή πόλη, στεγάστηκε στο Κέντρο Γλωσσών και Λογοτεχνίας, σε ένα από τα πολλά όμορφα campus του πανεπιστημίου Lund – το οποίο, σημειωτέον, είναι από τα παλαιότερα στη Βόρεια Ευρώπη και περιλαμβάνεται σήμερα, όπως μας πληροφορεί η ιστοσελίδα του, ανάμεσα στα 100 καλύτερα της παγκόσμιας κατάταξης.

Αποτέλεσμα πολύμηνης και κοπιώδους προετοιμασίας από την οργανωτική επιτροπή, υπό την άγρυπνη εποπτεία τού εκεί καθηγητή και προέδρου της ΕΕΝΣ Βασίλη Σαμπατακάκη και των συνεργατών του, η διεθνής αυτή διοργάνωση εστίασε – αναπόφευκτα; – στο δεσπόζον ζήτημα των καιρών, την κρίση. Η θεματική έχει βέβαια ήδη τροφοδοτήσει σεβαστό αριθμό συνεδρίων και εκδόσεων, ωστόσο ως επιλογή, ξανά, σήμερα, σηματοδότησε εξαρχής προθέσεις διεύρυνσης, ανανέωσης και αναθεώρησης της τρέχουσας προβληματικής. Το γενικό θέμα «Ο ελληνικός κόσμος σε περιόδους κρίσης και ανάκαμψης 1204-2018» συγκέντρωσε έτσι το ενδιαφέρον καταξιωμένων Ελλήνων και ξένων πανεπιστημιακών, ενώ, χάρη στη χορήγηση υποτροφιών από την ΕΕΝΣ, ενθαρρύνθηκε και η συμμετοχή νέων ερευνητών. Το μέγεθος και η διεπιστημονικότητα του συνεδρίου αποτυπώθηκαν στις πολλές παράλληλες συνεδρίες του, που εκτυλίσσονταν ολημερίς από τις 4 μέχρι τις 7 Οκτώβρη, αλλά και στους επτά κεντρικούς τίτλους των πάνελ, που ουσιαστικά συγκρότησαν σε ενότητες τις επιμέρους θεματικές των εισηγήσεων: «Η αντανάκλαση της κρίσης στην ελληνική γλώσσα», «Η κρίση της ελληνικής λογοτεχνίας και η ελληνική λογοτεχνία σε κρίση», «Κρίση και ανάκαμψη στην ελληνική ιστορία και ιστοριογραφία», «Κρίση και ανάκαμψη στο θέατρο και τον κινηματογράφο», «Κρίση στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», «Χαρτογράφηση των κρίσεων στις τέχνες», «Ζητήματα Νεοελληνικών Σπουδών».

Αριθμητικά, φάνηκαν να υπερτερούν οι ανακοινώσεις που αφορούσαν τη λογοτεχνία και κυρίως την πεζογραφία, αξιοσημείωτη όμως είναι η πολλαπλότητα με την οποία οι μελετητές εννοιοδότησαν τον όρο «κρίση» μέσα στην ελληνική διαχρονία, συμπεριλαμβάνοντας (μεταξύ άλλων) την επανάσταση του 1821, τη μικρασιατική καταστροφή, τους παγκόσμιους πολέμους, τον εμφύλιο, τη δεκαετία του ’60, τη δικτατορία, την κατάσταση στα Βαλκάνια, το προσφυγικό, την κρίση του Τύπου ή του βιβλίου, αλλά και ενδολογοτεχνικές/ενδοκαλλιτεχνικές εκδοχές της. Σε όλα ωστόσο τα επιστημονικά πεδία, από τη γλωσσολογία ως τη θεατρολογία και από τις λογοτεχνικές ως τις μιντιακές ή τις πολιτισμικές σπουδές, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία ήταν, θεωρούμε, οι νωπές αποτιμήσεις και απόψεις που εκφράστηκαν για τη νεοελληνική πολιτισμική/πολιτιστική παραγωγή μετά το ξέσπασμα της κρίσης την τελευταία δεκαετία. Η μεθοδική επιστημονική παρατήρηση σε αυτό το σύνθετο, πολυσυζητημένο, ωστόσο μελετητικά ακόρεστο και ακόμη in progress φαινόμενο της ελληνικής κοινωνίας, δείχνει να παραμένει συναρπαστικό ρίσκο για όσους ερευνητές καταπιάνονται να το εξετάσουν, ίσως επειδή ταυτόχρονα το βιώνουν. Όπως συμβαίνει πάντα στα συνέδρια, που εξ ορισμού στοχεύουν στην εντατική επιστημονική συνύπαρξη, το κλίμα καθόρισαν οι συζητήσεις, οι δημιουργικές (ή μη) διαφωνίες, η ερευνητική/μεθοδολογική πολυφωνία και οι μοιρασμένοι προβληματισμοί, που επικαιροποίησαν τους πόλους της ευρύτερης ακαδημαϊκής συζήτησης για τις διαδρομές του ελληνικού κόσμου και για το δύσκολο παρόν του.

Στα ενδιάμεσα διαλείμματα, συνεδριακό χρονότοπο χαλάρωσης, αλλά ενίοτε εξίσου επωφελή με τις κυρίως συνεδρίες, ευνοήθηκαν οι κατ’ιδίαν συναντήσεις μεταξύ συναδέλφων, η διάδραση και η ανταλλαγή ιδεών για νέες συνεργασίες και projects. Επειδή όμως κάθε επιστημονικός προορισμός είναι και ταξιδιωτικός, δεν θα μπορούσαν να λείψουν οι βόλτες στις πλατείες και τους δρόμους της πόλης, η επίσκεψη στον παλαιό Καθεδρικό ναό, στο εντυπωσιακό ρολόι και στην κρύπτη του, στον βοτανικό κήπο, στο ωραίο κτίριο της κεντρικής πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης, στο ανοιχτό Μουσείο Kulturen, αλλά και η πρόθυμη εντρύφησή μας στο fika, δηλαδή στη μικρή, αναζωογονητική ανάπαυλα για καφέ και γλυκό, που θεωρείται κεντρικό χαρακτηριστικό της σουηδικής κουλτούρας.

Πανοραμικά και γόνιμα ενημερωτικό υπήρξε το στρογγυλό τραπέζι για τα κέντρα Νεοελληνικών Σπουδών ανά τον κόσμο. Γνωστοί συνάδελφοι από τα ξένα πανεπιστήμια μίλησαν για τη δύσκολη επιβίωση του αντικειμένου διεθνώς (ζήτημα γνωστό, που όμως οι εκ των έσω μαρτυρίες το κατέδειξαν γλαφυρά επείγον), για τις έδρες και τη χρηματοδότητησή τους, για τις επιστημονικές εταιρίες/εκδόσεις και τις ειδικές προκλήσεις ανά χώρα, εκφράζοντας ανησυχίες για το μέλλον και τονίζοντας την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της θέσης, των πολιτικών (policies) και του επιστημονικού αντικειμένου των Νεοελληνικών Σπουδών, που διέρχεται σοβαρή κρίση (όπως όλες οι ανθρωπιστικές επιστήμες άλλωστε) κάτω από τις νέες συνθήκες που δημιουργούνται. Η Gonda Van Steen μίλησε για την Αμερική, ο Δημήτρης Τζιόβας για τη Δυτική Ευρώπη, η Άλκηστη Σοφού για τη Γαλλία, η Caterina Carpinato για την Ιταλία, η Μαρία Στασινοπούλου για την Αυστρία, ο Μόσχος Μορφακίδης για την Ισπανία, η Τατιάνα Μαρκάκη για την Ολλανδία, η Irina Tresorukova για τη Ρωσία και πολλοί ακόμη εκπρόσωποι από τη Σερβία, τη Βουλγαρία, την Ελβετία, τη Ρουμανία, τη Γεωργία, την Ουκρανία, τη Γερμανία, τη Δανία, καθώς και η Σίσσυ Παπαθανασίου, προϊσταμένη της Διεύθυνσης Γραμμάτων του Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού. Ανατομία των αιτίων, (αυτο)κριτική, τρόποι αντιμετώπισης, δράσεις για την αναβάθμιση των σπουδών, πρωτοβουλίες για την προσέλκυση φοιτητών, βρέθηκαν στο επίκεντρο των παρουσιάσεων, στο πλαίσιο μιας ανοιχτής θεωρητικής προβληματικής που έθεσε υπό συζήτηση το περιεχόμενο του όρου Modern Greek Studies, τη συστατική διεπιστημονικότητά του, τη διατμηματική (ακαδημαϊκά) παρουσία του και, κατά συνέπεια, την ταυτότητα του σύγχρονου Νεοελληνιστή, όπως σχολίασε ο Δ. Τζιόβας.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δυο από εμάς βρεθήκαμε στην ίδια πτήση και σε πλαϊνή θέση με τον Jacques Bouchard, τον γνωστό Νεοελληνιστή από το Κεμπέκ του Καναδά, στον οποίο οφείλουμε τη μετάφραση του Εμπειρίκου και του Μάτεση στα γαλλικά. Ήταν ίσως ο καλύτερος και ο πιο «προσωπικός» επίλογος στην προβληματική του συνεδρίου: ανέσυρε για χάρη μας πολύτιμες μνήμες από τα χρόνια της διατριβής του στην Ελλάδα, μας αφηγήθηκε τις μεταφραστικές του περιπέτειες, χαριτωμένα στιγμιότυπα από τη γνωριμία του με σημαντικούς Έλληνες λογοτέχνες (και τις συζύγους τους), την αναγκαστική επινοητικότητά του προκειμένου να πυροδοτήσει το ενδιαφέρον των φοιτητών του για την Ελληνική λογοτεχνία και, εντέλει, πώς και γιατί αγαπιέται σε βάθος ζωής η Ελλάδα από έναν «ξένο». Όλα αυτά με μια ειλικρινή αγωνία: αναβάλλει διαρκώς τη συνταξιοδότησή του, επειδή φοβάται πως δεν θα ξαναπροκηρυχθεί θέση για τις Νεοελληνικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μοντρεάλ…

(*) Η Ζωή Βερβεροπούλου είναι επικ. καθηγήτρια στη Θεωρία και κριτική των τεχνών του λόγου και του θεάματος στο ΑΠΘ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here