Ανέβηκα κι εγώ στη Σαλονίκη

0
79

Της Έλενας Χουζούρη.

 

Τέλος Νοεμβρίου, αρχές Δεκεμβρίου ανέβηκα κι εγώ στη Σαλονίκη. Τρίτη φορά μέσα στο 2013. Ενδόμυχος σκοπός να την περπατήσω, να την γνωρίσω, να την ανακαλύψω μέσα από τα δικά  μου μάτια και όχι μέσα από εκείνα του Γιώργου Ιωάννου ή των μυθιστορημάτων μου που την έβλεπα έως τώρα. «Σιγά μην είσαι Θεσσαλονικιά εσύ. Φαντασιωτική είναι η σχέση σου με τη Θεσσαλονίκη» με περιπαίζει –κι όχι άδικα- ο Βαγγέλης Χ. Βάλθηκα κι εγώ να του αποδείξω το αντίθετο και νάμαι να βγαίνω από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό –μακράν καλύτερος από τον «δικό» μας στην Αθήνα, τον επονομαζόμενο «Λαρίσσης!» και να πέφτω σ’ ένα πηχτό και βαρύ κρύο που μου έκοψε την ανάσα. «Αυτή είναι η Σαλονίκη» είπα. «Έφτασα λοιπόν, για μια ακόμη φορά φέτος, στη πόλη της μακρινής παιδικής μου ηλικίας. Τη γενέτειρα, που λένε». Αυτή τη φορά βέβαια ο στόχος δεν ήταν μόνον τα περπατήματα και οι εξερευνήσεις – που μ΄ εκείνο το βαρύ μακεδονίτικο κρύο και τον ξυριστικό Βαρδάρη δεν θα τολμούσα να κάνω, συνηθισμένη πια στον  ελαφρύτερο …χαμουτζίδικο καιρό της Αθήνας- αλλά και η εκδήλωση για το βιβλίο μου στον φιλόξενο Ιανό, στην πιο όμορφη πλατεία της Ελλάδας, για να μην πω των Βαλκανίων και ας ακουστώ  βασιλικότερη των Θεσσαλονικέων. Το άλλο πρωινό με βρήκε να ξυπνώ και να κοιτώ απέναντι τον πεζόδρομο που οδηγεί σε μια μικρή πλατεία όπου το Γιεχουντί χαμάμ- ρώτησα και έμαθα ότι το λένε- ναός της καθαριότητας σώματος και ψυχής Οθωμανών, χριστιανών και Εβραίων. Ήλιος λαμπερός φώτιζε έως πέρα τη θάλασσα του Θερμαϊκού, ήλιος με χαυλιόδοντες όμως, παρόλα αυτά εγώ ξεμύτισα κουκουλωμένη καταλλήλως για την πρώτη βόλτα στα πέριξ με κατεύθυνση στο φιλόξενο  καφέ της Δέσποινας, στην οδό  Καρόλου Ντηλ, την ατμοσφαιρική «Γαζία». Δυο βήματα από το   ξενοδοχείο όπου έμενα, γνώριμό μου  από την μακρινή δεκαετία της  ωραίας νιότης, εκείνης του 1980, η  πασπαλισμένη με την χρυσόσκονη του χρόνου, πολύβουη αγορά Μοδιάνο, με τα χιλιάδες καλούδια της, από ψαρικά μέχρι εσώρουχα, διαλέγετε και παίρνετε ανάλογα με τις ανάγκες των ενστίκτων και των στιγμών, πάμφθηνα εννοείται. Δεν άντεξα, αγόρασα το κάτι τις μου, όχι πάντως ψαρικά, αλλά ζουμερά αυθεντικά μανταρίνια Βερροίας– και όχι εκείνες τις ιμιτασιόν κλιμεντίνες, οι  οποίες μονοπωλούν σχεδόν  τις λαϊκές αθηναϊκές αγορές και όχι μόνον. Και μετά εγκατέλειψα την Ερμού, με τα λαϊκότερα και φτηνότερα μαγαζιά και μαγαζάκια της, κι έσκασα  μύτη στην πανέμορφη πλατεία – αχ μεγάλε Εμπράρ και που να είχε γίνει ολόκληρη η πόλη σύμφωνα με τα σχέδιά σου σκέφτομαι και προχωρώ ακάθεκτη προς την Καρόλου Ντηλ, αντιστεκόμενη σθεναρά στον ηλιόλουστο και κάθε άλλο παρά σκοτεινό Βαρδάρη. Ωστόσο δεν επιτάχυνα το βήμα μου. Αντίθετα προσάρμοσα τον βηματισμό μου στον χαλαρό και στα μέτρα του ανθρώπου και όχι του αθηναϊκού  άγχους ρυθμό,  όσων περπατούσαν στην πλατεία ή στους γύρω δρόμους. Πρόσεχα μην ξαναπάθω εκείνο που είχα πάθει πριν λίγα χρόνια. Έχω έρθει στην γενέτειρα για δουλειά, καταπώς το συνήθιζα. Να την τελειώσω στα γρήγορα και να φύγω. Είμαι λοιπόν στην Τσιμισκή και τρέχω,  τρέχω, τρέχω και ξαφνικά εκεί που τρέχω αντιλαμβάνομαι ότι είμαι η μόνη που αντί να περπατώ φυσιολογικά όπως όλοι οι άλλοι γύρω μου,  τρέχω και ευθύς σαν να ήμουν  σε αγωνιστικό αυτοκίνητο αρχίζω να κατεβάζω ταχύτητες, μία δύο τρεις τέσσερεις ώσπου να φτάσω στην πολυπόθητη σαλονικιώτικη ανθρώπινη «ταχύτητα». Ομολογώ ότι είχα ζοριστεί. Πού να συμμαζέψω στο άψε σβύσε την αθηναϊκή μου φόρα. Γι αυτό αυτή τη φορά την είχα εντελώς εγκαταλείψει μόλις πάτησα το πόδι μου στο τραίνο Αθηνών-Θεσσαλονίκης.

Καθώς λοιπόν προχωρώ προς την Καρόλου Ντηλ- στη μνήμη του μεγάλου βυζαντινολόγου αφιερωμένος ο δρόμος- ρίχνω κλεφτές ματιές στη θάλασσα που λαμπυρίζει στο βάθος ενώ ακούω μουσικές ποικίλες να εκπέμπονται από τους ανθρώπους- ορχήστρες που είναι εγκατεστημένοι σε διάφορες γωνιές της πλατείας. Στη «Γαζία» -επιτέλους να κι ένα καφέ  που το όνομά του δεν μαϊμουδίζει  αγγλιστί- πήγα για πρώτη φορά  τον Μάιο του 2012 με τον Παναγιώτη Γούτα. Μου μίλησε θερμότατα όμως γι αυτήν  ο Θωμάς Κοροβίνης, και δεν είχε άδικο. Με μεγάλη προθυμία και   εγκαρδιότητα η ιδιοκτήτρια της «Γαζίας», ηθοποιός και φιλότεχνη η ίδια,  είχε, τον περασμένο Μάιο, φιλοξενήσει Έλληνες και λοιπούς Βαλκάνιους ποιητές, που συμμετείχαν στο Διαβαλκανικό Φεστιβάλ Ποίησης της Εταιρείας Συγγραφέων, σε μια ωραία μαγιάτικη ποιητική βραδιά. Η οποία μου λέει μόλις με βλέπει να αριβάρω στο καφέ της «τώρα πριν λίγο ήταν εδώ ο Θωμάς, κρίμα, δεν τον πρόλαβες» και αμέσως μετά μου ετοιμάζει ένα ευωδιαστό  τσάι, ό,τι καλύτερο για να ζεσταθώ και να ευφρανθώ. Δεν προλαβαίνω να το πιω και νάσου ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Σάκης Παπαδημητρίου. Φιλιά, αγκαλιές, καλωσωρίσματα. «Η Γεωργία» με ενημερώνει ανάμεσα στ΄ άλλα τα μουσικά της Σαλονίκης «τραγουδάει το Σάββατο το βράδυ στο «Μπουρλέσκ». Εννοεί βέβαια την Γεωργία Συλλαίου, αυτήν την σπουδαιότατη φωνή, που δεν εγκατέλειψε την πόλη της για την εν Αθήνηση καριέρα. Δεν έχω ιδέα όμως που είναι αυτό το «Μπουρλέσκ», ούτε και τον δρόμο τον ξέρω. Χαρτάκι, μολυβάκι και ο Σάκης μου παραδίδει ένα σκαρίφημα χάρτη. Εγκαταλείπω λίγο αργότερα την «Γαζία» και σκέφτομαι ότι εδώ, στη Σαλονίκη, κάνεις μια βολτίτσα και λες  μια η και δυο μπορεί και τρεις καλημέρες. Μου συνέβη τον περσινό Μάιο αρκετές φορές. Να περπατώ ανέμελα, ας πούμε σ ένα κάθετο  της Εθνικής Αμύνης δρόμο  και ξαφνικά να πέφτω στον Γιάννη Ατζακά. Να πηγαίνω να συναντήσω την Μαρία Μποντήλα σ΄ ένα καφέ –συγχωρήστε με δεν θυμάμαι το όνομά του- σε μια πλατεία με εντυπωσιακά  ρωμαϊκά ευρήματα και να πέφτω πάνω στον Μάκη Τρικούκη και στην Ιωάννα Αβραμίδου. Τέτοια δεν μας συμβαίνουν πια στο αδηφάγο τέρας της Αττικής – είναι αστείο πλέον  να μιλάμε  μόνον για Αθήνα- όπου μπορεί να κάνεις και δυο μήνες να πιείς έναν καφέ με τον κολλητό η την κολλητή σου.

 

Νωρίς το βραδάκι, με περιμένουν στον «Ιανό» της πλατείας, από όπου είχα πεταχτεί για λίγο μετά την «Γαζία» έτσι να χαιρετίσω. Παρά το ηλιόλουστο κρύο, το βιβλιοπωλείο-κατατεθέν της πόλης, γεμάτο. Τι κρίση και ξεκρίση. Εγώ έβλεπα τον κόσμο να μπαινοβγαίνει και ζεσταινόταν η ψυχούλα μου. Και όχι μόνον εκείνη την ημέρα αλλά και τα επόμενα  πρωινά που ξαναπέρασα. «Δεν είναι όπως παλιότερα, αλλά σίγουρα ο κόσμος εξακολουθεί να έρχεται, να ενημερώνεται, να αγοράζει. Λιγότερα, αλλά αγοράζει.» με πληροφορεί η Ρίτσα, βιβλιοπώλισσα με δέκα μάστερ,- είκοσι χρόνια με δικό της βιβλιοπωλείο και αρκετά χρόνια τώρα, αφότου το έκλεισε, πρώτος πάγκος-πίστα στον Ιανό,  δεν της ξεφεύγει πόντος περί τα  βιβλιοπωλικά και εκδοτικά. «Θα έρθουν και τα κορίτσια της Λέσχης το βράδυ» μου ανακοινώνει με νόημα. Όπερ «κορίτσια» σημαίνει, μεσήλικες και παραπάνω, κυρίες, γεμάτες νεανική όρεξη και αγάπη για το βιβλίο, αλλά και φουλ μπρίο και κέφι για τη ζωή, τις οποίες είχα την ευκαιρία  να γνωρίσω πριν τρία χρόνια με αφορμή τη συζήτησή τους για την «Πατρίδα από βαμβάκι», αλλά και να τις  χαρώ, στο γλέντι που ακολούθησε σε κάποιο μεζεδοπωλείο στα Λαδάδικα, όπου σηκώθηκαν και έριξαν κάτι ξεγυρισμένα τσιφτετέλια που με άφησαν άναυδη, εμένα, την εξ αγχιστείας,  χαμουτζού πια !

 

Το βράδυ της παρουσίασης του βιβλίου μου «Δύο φορές αθώα», ο Θωμάς –Κοροβίνης βέβαια- έδωσε ρέστα. Με την ολύμπια θωριά του βουτηγμένος κυριολεκτικά σ΄ έναν συνδυασμό σπάνιων αποχρώσεων του μπλε, δέσποσε της εκδήλωσης – αφήνω τα  τόσα καλούδια που με γενναιοδωρία  είπε για το βιβλίο μου. Καλούδια με γέμισε  και ο έτερος ομιλητής, ο νέος, ωραίος την όψη και την ευγενική συμπεριφορά, Λέων Ναρ,  συνεπέστατος κληρονόμος της  φιλολογικής αξιοσύνης  και του ήθους του πρόωρα χαμένου πατρός του Αλβέρτου, της άλλοτε μεγάλης και τραγικά εξολοθρεμένης εβραϊκής σαλονικιώτικης κοινότητας, που αν επιζούσε σήμερα άλλη θα ήταν η εικόνα της πόλης του Θερμαικού.

Ωραία πήγε το λογοτεχνικόν μέρος της  βραδιάς. Με τίμησαν και  Σαλονικιοί, συγγραφείς και διανοούμενοι.  Ο Δημήτρης Μίγγας, ο Δημήτρης Κόκορης, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα, η Μαρία Μποντήλα [ελπίζω να μην ξεχνάω κανένα]. Παρούσες βέβαια και «οι κοπελιές » της Λέσχης Ανάγνωσης του Ιανού, καθώς και φίλοι,  φίλες που έχω ήδη κάνει στη Θεσσαλονίκη. Το μετα-λογοτεχνικόν όμως μέρος της βραδιάς είχε άλλο γούστο. Γούστο σαλονικιώτικο που έφερε επίσης τη σφραγίδα του Θωμά. Γνώστης μοναδικός της σαλονικιώτικης νύχτας – όρα και το σχετικό βιβλίο του – τραγουδοποιός ο ίδιος μας οδήγησε σ ένα θαυμάσιο κουτουκάκι μέσα στα καλντεριμοστρωμένα δρομάκια της έτερης παλαιάς αγοράς της πόλης, το Καπάνι. Ονομασία; Απολύτως…ελληνική: «Μπαζαγιάζι» όπερ αναλυόμενον, μπάζει αγιάζι, δύο λέξεις από τις πάμπολλες τουρκικές που χρησιμοποιούμε. Εκεί λοιπόν, στο μπαζαγιάζι, κάτω από τα επιδοκιμαστικά  «βλέμματα» του αλησμόνητου Νίκου Παπάζογλου , του οποίου το πορτραίτο δέσποζε στον μικρό χώρο, περάσαμε μια αξέχαστη βραδιά. Το τι είπαμε, το τι γέλια κάναμε, το πόσους …θάψαμε αλλά και αναστήσαμε δεν λέγεται. Όλα όμως, και τα κακά και τα καλά,  σε μια αγαπησιάρικη, σχεδόν αθώα,  ατμόσφαιρα, που σε γέμιζε με μια σπάνια ζεστασιά. Χωρίς κοσμικότητες, σουσουδιστικά [που τη θυμήθηκα αυτήν την έκφραση] χαμόγελα και δηθενισμούς. Λες, Βαγγέλη, από τη φαντασίωση να πέρασα στον εξωραϊσμό; Λες να μην είναι αυτό η Σαλονίκη; Ό,τι και νάναι εγώ το καταχάρηκα, σε βεβαιώνω!

Και οι επόμενες ημέρες; Ηλιόλουστη με κρύο η πρώτη, με ψιλόβροχο και υγρασία η δεύτερη. Εγώ να πίνω ζεστή σοκολάτα στο Café Nuovo, γωνία Πλατεία και παραλιακής Λεωφόρου, μ΄ έναν ήλιο να με κουκουλώνει και να με αφήνει μόλις να διακρίνω τη θάλασσα –δυο μέρες μετά παραδόθηκε και η νέα παραλία σε πεζούς και ποδηλάτες- το λιμάνι πέρα, με ένα  τεράστιο κρουαζιερόπλοιο να ξεμυτάει πίσω από τις παλιές αποθήκες, νυν χώροι τέχνης και καφέ, ακόμη και τον παιδικό μου φίλο Δώρη Σ.  να μην καλοβλέπω που καθόταν απέναντί μου και τα λέγαμε, όπως το συνηθίζουμε όταν βρισκόμαστε,   για πάνω από ένα δίωρο. Στη συνέχεια ξαναπετάγομαι στον Ιανό και γίνομαι κοινωνός μιας εξαιρετικής για τα συγγραφικά μου δεδομένα στιγμής. Εκεί στο βάθος, όπου το σαλονάκι του βιβλιοπωλείου,  κάθονται δυο νεαρά κορίτσια- μαθήτριες Δευτέρας Λυκείου μου είπαν μετά- και ξεφυλλίζουν το…βιβλίο μου «Δύο φορές αθώα». Πιάνουμε μια εξαιρετική  κουβέντα για την Ιστορία, τη λογοτεχνία, για τα συμβαίνοντα σήμερα, μου λένε πόσο αγαπούν την Ιστορία,  βρίσκω την ευκαιρία να της συστήσω δυο τρεις σημαντικές μελέτες, μου λένε ότι αποτελούν εξαίρεση στη τάξη τους παρόλο που πάνε στο περί πολλού «Ανατόλια» και τέλος υπογράφω: «Στην Κατερίνα» και «Στη Φροσύνη». Μεγάλο κουράγιο μου έδωσαν, νάναι καλά και οι δυο τους.

Το βράδυ με το τσουχτερό κρύο αναζητώ εναγωνίως να φάω σούπα για να ζεστάνω το μέσα μου. Πού όμως, δεν έχω ιδέα. Ιδέα δεν έχει ούτε η ωραιότατη Ελληνογερμανίδα ανεψιά μου η οποία καταφέρνει να μου χαρίσει λίγη ώρα από την πολυάσχολη μέρα της, και με συναντάει σ΄ ένα καφέ-μοντέρνο φούρνο,   στην Πλατεία Ελευθερίας, έχοντας μαζί της και την ξανθομαλλούσα μικρανεψιά μου, μηνών 17, την οποία εις μάτην προσπαθούσε να τιθασεύσει. Όποιος όμως ψάχνει, βρίσκει! Διότι, μετά την συνάντηση με  ανεψιά και μικρανεψιά,  καθώς η επιθυμία μου  για ζεστή σούπα μεγάλωνε σε αντίστροφη αντιστοιχία με τον υδράργυρο που κατέβαινε, ω του θαύματος,  επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, αντικρίζω την πολυπόθητη ταμπέλα: Εστιατόριο «Η όρεξις»! Κοιτάζω να εμπεδώσω και την ονομασία του δρόμου: «Οδός Αγίου Μηνά». Και, ως πεινασμένος ταύρος εν υαλοπωλείω, εισέρχομαι. Το ρολόι στον τοίχο δείχνει 8.30. Ουδείς έτερος πλην εμού και των δύο σερβιτόρων. Εστιατόριο κλασικό. Κλασικότατο. Με τα καρώ τραπεζομάντηλα και την υφέρπουσα μυρωδιά από την κουζίνα. Αλλά εγώ ευτυχής! Ευτυχέστατη δε μόλις αντικρίζω στον κατάλογο το «σούπα με μοσχαράκι». Πόσα χρόνια είχα να φάω σούπα με μοσχαράκι, καροτάκια, σελινάκια και λεμονάκι, ούτε θυμάμαι. Αυτή ειδικά ήταν μαμαδίστικα  σπιτίσια. Εκτός ότι  ζέστανε το μέσα μου, εκτός ότι με χόρτασε, με συγκίνησε επί  πλέον  γιατί μου θύμισε κάτι κυριακάτικα μεσημέρια στης μαμάς…Το ίδιο  ένοιωσα την επομένη το μεσημέρι, της ημέρας με το ψιλόβροχο. Ψάχνοντας ανακάλυψα έτερον εστιατόριο. Εκεί, απέναντι από το ξενοδοχείο, στη μικρή πλατεία με τα λουλουδάδικα, και το Γιεχουντί χαμάμ. Στην πίσω ακριβώς πλευρά του χαμάμ  είδα «Την κουζίνα της Αγλαΐας». Και φυσικά μπήκα. Οικογενειακό εστιατόριο, με μαγειρικές σπιτικές προφανώς από τα χεράκια της Αγλαΐας. Μικρός προσεγμένος χώρος, όμορφα διακοσμημένος, υποψιασμένο περιβάλλον. Εκεί λοιπόν έφαγα την άλλη μαμαδίστικη σούπα. Τα αγαπημένα μου γιουβαρλάκια. Τα οποία έχω να τα φάω από τότε που η μαμά-μαγείρισσα αποδήμησε εις Κύριον, διότι εγώ δεν έχω αξιωθεί να τα μαγειρέψω ποτέ. Και η Αγλαΐα τα μαγειρεύει  ακριβώς όπως εκείνη. Κάπου εδώ άρχισε κάτι περίεργο να κινείται στο βαθύτερο υποσυνείδητο του χρόνου μου. Κάτι να σαλεύει από την απώτατη πλέον παιδική μου ηλικία.  Κάτι που την επόμενη άρχισε να σαλεύει περισσότερο καθώς έκανα τις τελευταίες μου βόλτες στην Πλατεία ή στην Τσιμισκή  και έβλεπα ηλικιωμένες κυρίες να περνούν με το περιποιημένο λουλακί μαλλί τους, τα κομψά παλτά τους, τις μαύρες γόβες και τις αντίστοιχες τσάντες τους, οι οποίες μου έφερναν στο νου την κομψή γιαγιά Ελένη που πάντα έραβε φορέματα, μαντώ, παλτό και ταγιέρ στης κυρίας Βέτας, ή αγόραζε τα καπέλα της από την καπελού της Αγίου Δημητρίου, κι ακόμα  καθώς άκουγα εκείνες τις  αργόσυρτες ομιλίες  ή και κάποιες λέξεις ή εκφράσεις που ούτε θυμάμαι από πότε έχω να ακούσω, με την τελευταία να εκστομίζεται από το στόμα μιας φοιτήτριας: «Άντε μωρέ, κουλαμάρες».

Το τελευταίο βράδυ στη Σαλονίκη, το πέρασα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας και όχι στο «Μπουρλέσκ» όπως είχα υποσχεθεί στον Σάκη. Κεντρική Σκηνή με «Πέερ Γκυντ» του Ίψεν,  σε σκηνοθεσία ενός άξιου σκηνοθέτη της γενιάς μου, και γνώριμου μου από τα παλιά ελπιδοφόρα χρόνια, του Γιάννη Μαργαρίτη. Είχα χρόνια  να πάω και στο Κρατικό. Περισσότερο το είχα συνδέσει με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου που μέχρι πριν είκοσι περίπου χρόνια γινόταν στη διάσημη πια αίθουσά του για τις αλήστου μνήμης, ηχηρότατες…. ετυμηγορίες του δεύτερου εξώστη,  όπου μαζευόταν όλη η ανήσυχη και φασαριόζικη φοιτηταρία της Σαλονίκης.  Τελευταία φορά που βρέθηκα σ αυτήν την αίθουσα πρέπει να ήταν το 1990 ή 1991, την χρονιά πάντως που είχε βραβευθεί η πρώτη –αν δεν κάνω λάθος-  μεγάλου μήκους  ταινία του Σωτήρη Γκορίτσα «Απ’ το χιόνι». Ακόμα έχω στο νου μου, τον Σωτήρη Δημητρίου, πάνω στο ομότιτλο διήγημά του είχε πατήσει η ταινία, να ξεμυτάει ντροπαλά μέσα από τον κόσμο και να με χαιρετάει το ίδιο ντροπαλά. Δεν ήταν συνηθισμένος ακόμα σε τέτοια πράγματα ο εξ Ηπείρου άξιος συγγραφέας μας. Τα εξιστορούσα αυτά στη Βερόνικα, όχι την ηρωίδα του βιβλίου μου, αλλά σ΄  εκείνη από την οποία υπέκλεψα το ωραίο όνομα και με την οποία πήγα στο Κρατικό Θέατρο. Διότι που να τα γνωρίζει αυτά η πραγματική Βερόνικα;  Γεννημένη στην Τασκένδη, ήρθε στην Αθήνα το 1975, στα 22 της, μ΄ ένα πτυχίο πολιτικού μηχανικού το οποίο για να αναγνωριστεί στην…ονειρεμένη πατρίδα, την Ελλάδα, έπρεπε να περάσει τα λεγόμενα τότε οκτάωρα. Συν έναν γάμο και δύο μωρά στην αγκαλιά, φερμένα κι αυτά από την Τασκένδη. Όταν αρκετά αργότερα αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη το Φεστιβάλ Κινηματογράφου είχε μεταφερθεί στο «Ολύμπιον» και είχε  γίνει κοσμιότερον. Εξώστες και τα συναφή, τέλος.

Όπως το περίμενα ο Γιάννης Μαργαρίτης είχε στήσει  μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση σ ένα δύσκολο και πολύ…νορβηγικό έργο με την έννοια ότι βασίζεται ιδιαίτερα σε νορβηγικούς μύθους και λαϊκές δοξασίες για τρολλ και ξωτικά. Ξεχώρισα την Χρυσάνθη Δούζη- την θυμάμαι από τις αθηναϊκές της εμφανίσεις- στον απαιτητικό ρόλο της μητέρας  του  Πέερ Γκυντ τον οποίο υποδύονταν τρεις ηθοποιοί σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του.

Με συνόδευσε η βροχή όταν επέστρεψα γύρω στα μεσάνυχτα στο ξενοδοχείο. Ένοιωθα γεμάτη, ευχαριστημένη και ζεσταμένη. Όταν την άλλην ημέρα πήρα το  περίφημο intercity–αν είναι δυνατόν έξη περίπου ώρες Αθήνα-Θεσσαλονίκη- για να επιστρέψω στον αττικόν άστυ, ήμουν βέβαιη ότι θα ανέβαινα πάλι στη Σαλονίκη. Μπορεί, Βαγγέλη, να είναι καλύτερα τα ανεβοκατεβάσματα, από μια εξ ολοκλήρου εγκατάσταση. Έτσι για να διατηρείται η….φαντασίωση, που λες κι εσύ.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here