Ανάπαυση (διήγημα της Δήμητρας Λουκά)

0
299

 

της Δήμητρας Λουκά (*)

Δυο μέρες ήταν πεθαμένος ο παππούς κι αποφασίσαμε να καθαρίσουμε την κάμαρά του. Αρχίσαμε απ΄ τη ντουλάπα. Πετάξαμε έξω το μαύρο του κουστούμι, το γκρι παλτό από αλπακά, τα λευκά του πουκάμισα. Τα εσώρουχα και τις κάλτσες τελευταία. Τα βάλαμε σε πράσινες σακούλες σκουπιδιών και τα δώσαμε στον παππά της ενορίας. Σειρά είχαν τα φάρμακα, η συσκευή για το άσθμα, οι σύριγγες. Τα δώσαμε κι αυτά. Στο τέλος χώθηκα κάτω απ’ το κρεβάτι. Εκεί φύλαγε μικροπράγματα σε ξύλινα κουτιά, σακουλάκια με καπνό ψιλοκομμένο, φίλτρα, γράμματα, το ημερολόγιό του. Τα κάναμε ένα σωρό στην αυλή και τους βάλαμε φωτιά.

Σειρά είχαν οι τοίχοι και το πάτωμα. Ξεκόλλησα τις φωτογραφίες της βασιλικής οικογένειας πάνω από το προσκεφάλι του παππού και τις πέταξα μια μια στη φωτιά. Κάθε Χριστούγεννα μετά το δημοψήφισμα έπαιρνε προσωπικές ευχές απ’ τον Κωνσταντίνο, ενώ η Άννα Μαρία κρατούσε στις φωτογραφίες κάθε δυο τρία χρόνια κι ένα νέο μωρό στην αγκαλιά. Μέχρι που πέθανε ήλπιζε στην επάνοδό του. Οι τοίχοι ασβεστώθηκαν προσεκτικά, με σβησμένο ασβέστη, αποτελεσματικό απολυμαντικό και βάφτηκαν με πλαστικό στο χρώμα του πούρου. Το πάτωμα ανέλαβα να το καθαρίσω εγώ προσωπικά. Πήρα πρώτα ένα μικρό μαχαιράκι και το πέρασα προσεκτικά από όλες τις χαραμάδες ανάμεσα στα σανίδια. Έβγαλα μικρούς σβόλους σκόνης με τρίχες του παππού και στη συνέχεια τους ρούφηξα με το ηλεκτρικό σκουπάκι.

Ο πατέρας ανέλαβε τα ζωντανά. Πρώτα στραγγάλισε τις κότες και τις πέταξε στο δρόμο, βορρά για τα αδέσποτα σκυλιά της γειτονιάς. Μετά μπήκε στο μαντρί κι άρχισε να χτυπά αλύπητα τ’ αρνιά μ’ ένα τσεκούρι. Στο σπίτι πλύθηκε προσεκτικά να φύγουν τα αίματα και η μάνα του έβαλε αποσμητικό. Τελευταίος έμεινε ο γάτος του παππού. Άσπρος, τροφαντός με πλούσιο τρίχωμα. Τα βράδια του χειμώνα τον συνόδευε στο καφενείο. Μπροστά ο γάτος, να λάμπει η άσπρη γούνα του μες το σκοτάδι και πίσω ο παππούς. Ακολουθούσε τα βήματά του κι έτσι απόφευγε να πατά στις λάσπες και τα νερά. Στις δώδεκα ακριβώς ο γάτος ήταν έξω από την πόρτα του καφενείου, για να τον συνοδέψει πάλι πίσω. «Θα πάω να τον αφήσω κάπου μακριά», είπε ο πατέρας. «Έτσι δεν πρόκειται να βρει τον δρόμο να γυρίσει.» Το ίδιο βράδυ στο τραπέζι προσευχηθήκαμε όλοι για την ανάπαυση του παππού.

 

(*) Η Δήμητρα Λουκά είναι συγγραφέας. Αναμένεται βιβλίο της από τις εκδόσεις Κίχλη.

 

 

Προηγούμενο άρθροΕξερευνητές και φύλακες της Γης (της Ελένης Σβορώνου)
Επόμενο άρθροΠέθανε ο νομπελίστας Β.Σ.Νάιπολ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ