Αλ. Δρόσος: αποφασιστικότητα και κοινό

0
214

Συνέντευξη στην Έλενα Χουζούρη.

 

 

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ανοίγει τον νέο κύκλο συναυλιών «Καλωσόρισμα-Νέοι Καλλιτέχνες», με τη συναυλία του 24χρονου πιανίστα και συνθέτη Αλέξανδρου Δρόσου, την Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου. Ο νεαρός καλλιτέχνης ζει μόνιμα στο Βερολίνο όπου ήδη έχει ξεκινήσει μια ενδιαφέρουσα καριέρα στον χώρο της σύγχρονης μουσικής – την σηματοδοτούν, εκτός των άλλων, δύο σημαντικές διακρίσεις. Η εμφάνισή του στο Μέγαρο Μουσικής είναι και η πρώτη του εντός των πάτριων τειχών. Στη συναυλία της Πέμπτης ο Αλέξανδρος Δρόσος επέλεξε να συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του τα έργα  2  κορυφαίων εκπροσώπων της σύγχρονης ευρωπαικής μουσικής, του Γάλλου Ολιβιέ Μεσσάν και του Ολλανδού Σίμεον τεν Χολτ. Στο πρώτο μέρος της συναυλίας ο Αλ. Δρόσος θα παίξει δικές του πρόσφατες συνθέσεις.

 

Ο «Αναγνώστης»  επειδή πιστεύει ότι στους δύσκολους καιρούς μας η εμφάνιση ενός νέου ταλαντούχου Έλληνα καλλιτέχνη που ήδη κάνει καριέρα στην Ευρώπη, φέρνει έναν αέρα αισιοδοξίας, συνομίλησε με τον Αλέξανδρο Δρόσο.

 

 

 

  1. Γιατί επέλεξες ως ορμητήριό σου το Βερολίνο και όχι κάποια άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, συμπεριλαμβανομένης και της Αθήνας; Τι μπορεί να προσφέρει το Βερολίνο σ’ έναν νέο μουσικό και συνθέτη σήμερα;

 

Το Βερολίνο είναι μια πόλη που εκτός από το χαμηλό κόστος ζωής, καταφέρνει και συνδυάζει αφενός, μια ιστορικά πολύ ισχυρή μουσική και γενικότερα καλλιτεχνική βάση και αφετέρου μια σκηνή πραγματικά διαθέσιμη για πειραματισμό. Αυτό όμως είναι και το πρόβλημά του, συγκεντρώνει παράλληλα πολύ κόσμο που έρχεται με μια ρομαντική ιδέα ότι στο Βερολίνο θα βρει αμέσως κάποια δημιουργική διέξοδο. Υπάρχουν πολλά σχέδια που μένουν στις συζητήσεις, πολλοί που κρατούν μια παθητική στάση καταλήγοντας απλοί δέκτες της ενεργητικότητας και της δημιουργικότητας που προσφέρει η βερολινέζικη σκηνή. Είναι αρκετά συχνό φαινόμενο η επαφή με άτομα που δηλώνουν σε πρώτο επίπεδο πρόθυμοι, ενθουσιώδεις, γεμάτοι ιδέες που εν τέλει καταλήγουν στις καλένδες. Από τη στιγμή που υπάρξει αποφασιστικότητα, υπάρχει και το κοινό που θα ανταποκριθεί.

 

  1. Τι σε οδήγησε από την εκτέλεση στη σύνθεση; Δεν συναντάμε συχνά αυτήν τη διπλή ιδιότητα. Δεν έχει η κάθε μία τις δικές της απαιτήσεις ή κατά κάποιον τρόπο συνδυάζονται;

 

Όταν πήρα το πτυχίο μου του πιάνου ένιωσα ότι το κλασικό πιανιστικό ρεπερτόριο έβαζε κάποια όρια. Αποφάσισα να κάνω αιτήσεις για σύνθεση όπως και για πιάνο και όταν χρειάστηκε να διαλέξω, σπούδασα σύνθεση χωρίς παράλληλα να αφήσω την εκτέλεση. Μετά τις σπουδές μου άρχισα να τα συνδυάζω σε επαγγελματικό επίπεδο. Οι δυο ιδιότητες αλληλοσυμπληρώνονται σε μεγάλο βαθμό, καθώς το πιάνο αποτελεί βάση και χώρο πειραματισμού για οποιαδήποτε ενορχήστρωση και ταυτόχρονα η κατανόηση της γραφής άλλων συνθετών βοηθά σε μια ουσιαστικότερη εκτέλεση. Η προβληματική βρίσκεται στην πολύ δυσκολότερη προοπτική εμβάθυνσης. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε περίπτωση πλήρους εναρμόνισης των δυο αυτών ιδιοτήτων, στάδιο από το οποίο πιστεύω βρίσκομαι αρκετά μακριά ακόμα. Σίγουρα όμως έχει και τα θετικά του να συναναστρέφομαι με πολύ πιο έμπειρους συνομήλικούς μου, που έχουν εξειδικευτεί στον έναν από τους δύο τομείς.

 

  1. Πώς θα χαρακτήριζες τη μουσική που συνθέτεις;

 

Δύσκολο ερώτημα. Μάλλον θα έλεγα είναι κάτι που ακόμα προσπαθώ να ανακαλύψω. Βρίσκω αναξιόπιστο να προσπαθήσω να περιγράψω τη μουσική μου ως τώρα, καθώς τα κομμάτια που έχω ξεχωρίσει είναι αρκετά ετερογενή χωρίς, κατά την άποψή μου, κάποιον ενιαίο χαρακτήρα ή κοινό παρονομαστή. Προς το παρόν, απολαμβάνω την απειρία μου αυτή, επιχειρώντας να αποκομίσω ό,τι μπορώ περισσότερο τόσο από τη μουσική, όσο και από άλλες μορφές τέχνης.

 

  1. Ποιες ήταν οι αφορμές που σε ώθησαν να αποφασίσεις να ακολουθήσεις μουσική καριέρα σε εποχές δύσκολες όπως οι σημερινές για όχι και τόσο «χειροπιαστές» επαγγελματικές καριέρες;

 

Την απόφαση αυτή την είχα λάβει πριν την οικονομική κρίση. Το πιάνο και γενικότερα η μουσική ήταν η μόνη δραστηριότητα με την οποία ασχολούμουν σε τακτική βάση από μικρή ηλικία, οπότε όταν ήρθε η στιγμή να επιλέξω, έμοιαζε σαν την φυσική συνέχεια των σχολικών μου χρόνων. Συγκεντρώνομαι πολύ δύσκολα σε δραστηριότητες που δεν προέρχονται από κάποιο εσωτερικό κίνητρο, οπότε μάλλον δεν θα ήμουν αρκετά καλός αν έκανα κάποιο άλλο επάγγελμα για να βγάζω χρήματα έχοντας τη μουσική ως χόμπι.

 

  1. Ποιες ήταν οι μέχρι σήμερα μουσικές σου διαδρομές και τα ακούσματά σου που καθόρισαν το σημερινό μουσικό σου στίγμα?

 

Ξεκίνησα μαθήματα πιάνου σε μικρή ηλικία και πήρα το πτυχίο πιάνου στα 16 υπό τη διδασκαλία της Μαρίας Ευστρατιάδη. Στη συνέχεια σπούδασα σύνθεση στο Trinity Laban Conservatoire of Music and Dance. Σήμερα ζω στο Βερολίνο και παράλληλα με το πιάνο και τη σύνθεση ασχολούμαι με την αναπαλαίωση και επισκευή πιάνων. Έχω ασχοληθεί σε μεγάλο βαθμό με ηλεκτρονική μουσική και στα φοιτητικά μου χρόνια δούλεψα με αρκετές χορογράφους και ομάδες χορού. Όσο ήμουν έφηβος έπαιζα πλήκτρα και τραγουδούσα σε διάφορα σχολικά συγκροτήματα και ένα φεγγάρι πέρασα και από τη τζαζ. Σήμερα ασχολούμαι κατά βάση με κλασική και ηλεκτρονική μουσική. Τα ακούσματα που με καθόρισαν μάλλον είναι συγκεκριμένα έργα ενός πολύ μεγάλου φάσματος κλασικών και σύγχρονων συνθετών ακουστικής ή ηλεκτρονικής μουσικής, ενώ θα έλεγα πως βιώνω μια συνεχή εναλλαγή και αναδιάταξη απόψεων για πολλά από τα ακούσματά μου. Μόνες ίσως εξαιρέσεις συνθετών που ασκούν μια διαρκή επιρροή πάνω μου είναι ο Εσθονός συνθέτης Arvo Pärt για το σύνολο του έργου του, όπως και ο Αμερικανός John Cage για τη συνολική καλλιτεχνική του δράση.

 

 

  1. Το ότι ανήκεις σε μια οικογένεια διανοουμένων έπαιξε ρόλο; Θυμάσαι καθόλου τον παππού σου, Αλέξανδρο Κοτζιά; Έχεις διαβάσει τα μυθιστορήματά του;

 

Η αλήθεια είναι πως τον όρο ‘διανοούμενος’ τον αντιπαθώ αρκετά. Τον βρίσκω διαχωριστικό, εγκλωβιστικό, σχεδόν ναρκισσιστικό. Όλοι οι άνθρωποι έχουν τα όριά τους στο τι έχουν διαβάσει, τι γνωρίζουν και πώς αντιλαμβάνονται τα πράγματα. Τα πεδία γνώσης έχουν τέτοια ευρύτητα που στο μυαλό μου η ‘διανόηση’ είναι συνυφασμένη με μία πεπαλαιωμένη, αντιπαραγωγική εσωστρέφεια, μια ορολογία προς κατανάλωση από αυτούς που αυτοπροσδιορίζονται ως διανοούμενοι. Αυτό που σίγουρα έπαιξε θετικό ρόλο ήταν ότι βρήκα την πλήρη στήριξη της οικογένειάς μου στην επιλογή μου να ασχοληθώ με τη μουσική. Τον παππού μου τον θυμάμαι ελάχιστα καθώς πέθανε όταν ήμουν τριών ετών. Έχω παρόλα αυτά μια-δυο πολύ ευχάριστες εικόνες από αυτόν. Μυθιστορήματά του δεν έχω διαβάσει.

 

  1. Έχεις εντρυφήσει και στην τέχνη της αναπαλαίωσης πιάνων. Να θεωρήσω ότι η αναπαλαίωση ενός πιάνου είναι για σένα, εκτός από μέσον βιοπορισμού, κι ένα ταξίδι στην ιστορία που έχει συσσωματώσει ένα παλιό πιάνο;

 

Αναπόφευκτα ναι, αν και η αλήθεια είναι πως ξεκίνησα αυτή τη δουλειά γιατί μετά από τέσσερα χρόνια σπουδών στη σύνθεση και στην εκτέλεση, ήθελα να κάνω κάτι πιο χειροπιαστό και πρακτικό, χωρίς αυτό να βρίσκεται μακριά από το αντικείμενό μου. Εκτός από κάποια οικονομικά οφέλη, έμαθα πολλά για το ίδιο το όργανο και τη μορφολογία του.

 

  1. Mίλησέ μας για τις μουσικές που θα παίξεις στο Μέγαρο Μουσικής, δικές σου και των άλλων. Γιατί επέλεξες αυτές και όχι κάποιες άλλες;

 

Το κομμάτι του Messiaen Le baiser de l’Enfant-Jésus είναι μέρος ενός ευρύτερου έργου (Vingt regards sur l’Enfant-Jésus) το οποίο διαρκεί πάνω από δύο ώρες και αποτελεί στοχασμό στα παιδικά χρόνια του Ιησού. Γραμμένο το 1944 στο Παρίσι, είναι στο σύνολό του ένα περίπλοκο έργο, που ενσωματώνει μεταξύ άλλων κάποια από τα βασικότερα προσωπικά και μουσικά χαρακτηριστικά του συνθέτη: την αντίληψή του για την ρυθμική και τονική συμμετρία, την επιρροή του από μη δυτικούς πολιτισμούς όπως τον ινδουιστικό, την συναισθητική σχέση μεταξύ ήχων και χρωμάτων, τη βαθιά του θρησκευτικότητα και την λατρεία του για τα πτηνά. Το Canto Ostinato (1976-1979) του Simeon Ten Holt είναι ένα σπάνιο δείγμα δυτικοευρωπαϊκού μινιμαλισμού, διαφορετικού από τον πολυρυθμικό αμερικανικό του Steve Reich ή τον μυστικιστικό ανατολικοευρωπαϊκό του Arvo Pärt. Αποτελούμενο από τα πλέον εδραιωμένα υλικά της δυτικής μουσικής, αποφεύγοντας συνειδητά την παραμικρή απόπειρα καινοτομίας, η αξία του έργου βρίσκεται στο βάθος χρόνου που τα υλικά αυτά απλώνονται, δημιουργώντας έτσι μια απρόσμενη αίσθηση οικειότητας. Η ενορχήστρωση είναι ανοικτή για οποιοδήποτε συνδυασμό πληκτροφόρων οργάνων, με συχνότερη την εκτέλεση για τέσσερα πιάνα. Αν ο Messiaen, ως συνθέτης, προαπαιτεί κάποια ακούσματα, μουσικά αλλά και ιστορικά σημεία αναφοράς για να γίνει πλήρως κατανοητός, o Ten Holt δυσκολεύει κυρίως έμπειρους ακροατές ή μουσικούς ειδήμονες – ως επί τω πλείστω εκπροσώπους του μοντερνισμού, καλώντας τους να αγνοήσουν εκλεκτισιμούς και τεχνικές που έχουν αναπτύξει για να ακούν μουσική σε μεγαλύτερο βάθος και να εξισωθούν με το μέσο ακροατή στην πίστη του ότι κάτι άμεσο και απλό δεν είναι, κατ’ανάγκη δεύτερης ποιότητας. Όσον αφορά τα δικά μου κομμάτια, η Ακολουθία είναι μέρος μιας ευρύτερης, υπό εξέλιξη σύνθεσης (ήδη έχω αναθεωρήσει το όνομα αρκετές φορές τους τελευταίους μήνες), που προκύπτει από τις ατελείωτες ώρες που πέρασα ως παιδί ακούγοντας τους 8-bit ήχους των video games. To μέρος που θα παίξω στο Μέγαρο είναι μάλλον το πιο ξέγνοιαστο σημείο της σύνθεσης αυτής. Το Abundant Lake (2011) αναπαριστά τη δημιουργία και την ύπαρξη μιας λίμνης σε δύο μέρη αντίστοιχα. Ο τίτλος οφείλεται στον μαθηματικό τύπο των υπερτελών αριθμών (abundant numbers), ο οποίος αποτέλεσε το βασικό συνθετικό εργαλείο του 2ου μέρους, καθώς βρίσκω ενδιαφέροντα τον οργανωτικό ρόλο των μαθηματικών εκεί όπου η φύση δείχνει ασυστηματοποίητη. Ταυτόχρονα έρχεται σε αντιπαράθεση με την τυχαιότητα που επικρατεί στο 1ο μέρος. Ο Messiaen και ο Ten Holt αν και πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, έχουν επηρρεάσει έμμεσα ή άμεσα τον τρόπο που γράφω μουσική. Με το πρόγραμμα αυτό επιχείρησα να δώσω μια εικόνα της μουσικής μου προσωπικότητας στο βαθμό που έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα.

 

Έλενα Χουζούρη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here