Αλέξης Πολίτης: ομιλία στα Βραβεία- η προσφώνηση από την Ελισάβετ Κοτζιά

0
905

 

Η Ελισάβετ Κοτζιά προσφωνεί τον Αλέξη Πολίτη στα Λογοτεχνικά Βραβεία του Αναγνώστη.

Ο Αλέξης Πολίτης εμπλούτισε αποφασιστικά  την οπτική που έχουμε για τον 19ο αιώνα,  τα κείμενα,  τις ιδέες, τις νοοτροπίες και  τις συμπεριφορές του,  άλλαξε την εικόνα μιας καίριας εποχής γύρω από τη νεοελληνική συγκρότηση, φώτισε καθοριστικά  μια περίοδο που  για το καλό ή το κακό, αφήνει ακόμα  τα σημάδια της στη σύγχρονη ταυτότητά μας. Για να το πετύχει, χρειάστηκε να ανοίξει νέους δρόμους και να εφαρμόσει νέους τρόπους, να απομακρυνθεί από την πεπατημένη της Φιλολογίας και να ανανεώσει  τις πρακτικές της Ιστοριογραφίας,  χρειάστηκε να καθορίσει μόνος το ερευνητικό πεδίο του και να κατασκευάσει ο ίδιος τη μεθοδολογία και τα εργαλεία του. Κατόρθωσε έτσι με το πέρασμα του χρόνου, με τέχνη, προσοχή, ευαισθησία και φαντασία, να φιλοτεχνήσει μερικές αποκαλυπτικές  τοιχογραφίες της νεοελληνικής ζωής και να σχεδιάσει κάποιους κρίσιμους χάρτες του εθνικού μας βίου.

Τα θέματα που τον απασχόλησαν ήταν το δημοτικό τραγούδι και η σταδιακή ενσωμάτωση ενός προφορικού πολιτισμού στους αστικούς τρόπους, οι ιδεολογίες και οι νοοτροπίες της Ελλάδας στην πρώτη πεντηκονταετία της ζωής της,  η συνειδητή και η ασυνείδητη μετάπλαση της νεοελληνικής πραγματικότητας σε εθνικούς μύθους. Από την πολύ σύντομη  αυτή περιδιάβαση  γίνεται φανερό πως η έρευνά του πάτησε μέσα σε δυσπροδιόριστα πεδία καθώς στην μελέτη του περιέλαβε αστάθμητους παράγοντες  όπως το ρόλο των συναισθημάτων, τα θυμικά ξεσπάσματα και  τις τραυματικές συνέπειες μαζί με τις λογής λογής συνειδητές και ασυνείδητες επιλογές μιας κοινωνίας.

Ανάμεσα στο υλικό που μελέτησε περιλαμβάνεται ολόκληρη η λογοτεχνική παραγωγή  του 19ου αιώνα.  Και σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται και μια από τις σημαντικές συμβολές του Αλέξη Πολίτη. Αποτελεί μακρά παράδοση της Φιλολογίας μας να απέχει από την Κριτική, να αρνείται τις αισθητικές αξιολογήσεις και να αποφεύγει τις καλλιτεχνικές αποτιμήσεις θεωρώντας πως διαπιστώσεις που έχουν να κάνουν με το γούστο εξ ορισμού συγκρούονται με τα προτάγματα της επιστήμης.  Ο Αλέξης Πολίτης δεν έχει παρόμοιες  προκαταλήψεις. Τα ερωτηματικά που θέτει στα κείμενα τα οποία γνωρίζει όσο λίγοι, είναι τόσο λεπτά και τέτοιας κρισιμότητας ώστε δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει οιοδήποτε μέσο  για να τα κάνει να  μιλήσουν  και ν’ αναδείξουν τις αλληλοεπιδράσεις, τις ασυμφωνίες, τις αντιφάσεις και τις εντάσεις τους.  Χρησιμοποιεί έτσι αδιακρίτως  την Φιλολογία, την Ιστορία, την Ανθρωπολογία, την Κοινωνική ψυχολογία,  και  βεβαιως την Αισθητική.

Μας δείχνει λοιπόν πως καλό είναι να μην φοβόμαστε σα θέλουμε να καταλάβουμε, και πως αντιθέτως οφείλουμε να καταφεύγουμε σε όλες τις τέχνες-  στην τέχνη του κυνηγού όταν προσπαθεί από τα χνάρια να αντιληφθεί το ζώο που του ξέφυγε, στην τέχνη του αρχαιολόγου όταν προσπαθεί από τα θραύσματα να πλάσει στο νου το αρχαίο αντικείμενο,  στην τέχνη του ψυχαναλυτή όταν προσπαθεί να βρει ακόμα και μέσα απ’ τις σιωπές διόδους στο ασυνείδητο,  κι ακόμα στην τέχνη του ποιητή όταν γυρεύει τρόπους να αναπλάσει πτυχές απ’ τη ζωή και τη  βαθιά  συγκίνησή τους.

Τον Ευχαριστούμε λοιπόν πολύ,

Του δίνουμε το Μεγάλο Βραβείο του ηλεκτρονικού  περιοδικού Ο Αναγνώστης για το σύνολο του μέχρι τώρα έργου του,  Και του ευχόμαστε καλή συνέχεια.

 

Η ομιλία του Αλέξη Πολίτη στην τελετή βράβευσης του στα Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 2018

 

 

Στον χώρο που είμαστε, ας ξεκινήσουμε με μια αναφορά στον Άγγελο Δεληβοριά∙ είναι τόσο αισθητή η απουσία-του. Αμέσως έπειτα, βέβαια οι θερμές-μου ευχαριστίες στον Αναγνώστη και στην επιτροπή για την τιμή, τη μεγάλη, που γίνεται στο έργο-μου. Δεν προλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι παρόμοιους επαίνους από την κοινωνία, κι έτσι το χαίρομαι ξεχωριστά· άλλο ν’ ακούς κάποια καλή κουβέντα για μια μελέτη-σου, κι άλλο μια τόσο δημόσια αναγνώριση.

Αλλά βέβαια όλοι όσοι εισπράττουν δημόσιους επαίνους οφείλουν να μην ξεχνούν πως κάθε επιλογή, ακόμα κι αν είναι ομόφωνη, παραμερίζει αναγκαστικά κάποια άλλα έργα. Γιατι πλάι στο έργο ενός κυρίου ή κυρίας Άλφα υπάρχει κι εκείνο ενός Βήτα, ενός Γάμμα, που μπορεί μια επιτροπή να τα βαθμολόγησε με μικρότερο βαθμό, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν διαθέτουν κύρος, αξία, βάρος. Ο κότινος απονέμεται σε έναν, μα ο αθλητής που έφτασε δεύτερος, ίσως να μην τερμάτισε παρά έναν ή δυο πόντους πιο πίσω. Και η μάνα-μου αναφερόταν πάντα στο ρητό του Παύλου, «ο αγωνιστής είναι και νικητής». Ο αγωνιστής, όχι όλοι.

Κι έπειτα, ειδικά όταν η δουλειά-σου είναι η ιστορία της λογοτεχνίας, γνωρίζεις καλά πως τα βραβεία που σάρωνε στους ποιητικούς διαγωνισμούς του Πανεπιστημίου τον 19ο αιώνα ένας κύριος Αντώνιος Αντωνιάδης δεν άρκεσαν για να στεριώσουν κάπως τη φήμη-του· μόλις πέθανε, τον ξέχασαν οι πάντες. Κι όταν πάλι είσαι και λίγο εραστής της λογοτεχνίας, πόσες φορές δεν μένεις έκθαμβος από ένα ποίημα, μυθιστόρημα, δοκίμιο, γραμμένο από πρόσωπο που δεν είχες ξανακούσει ποτέ τ’ όνομά-του, ή, έστω που κάτι σου έλεγε, τόσο αχνά όμως, που με το ζόρι ανέβαινε στο θυμητικό-σου; Γι’ αυτό κι εγώ σήμερα, μέρα τιμητική για μένα, σκέφτηκα να πω δυο λογάκια, να τιμήσω έναν πολύ σπουδαίο, κατά τη γνώμη-μου, και πολύ ξεχασμένο για πολλούς, ποιητή μας γενιάς που με μεγάλωσε, μας γενιάς του ’30.

Το όνομά-του, Αλέξανδρος Μάτσας. Έως πρόσφατα έπρεπε να είσαι μανιακός των παλαιοπωλείων για να μην μείνεις στη μικρή έως ελάχιστη παρουσία-του μας ανθολογίες. Μας από μια πλευρά ετούτη η αφάνεια του ποιητή μπορεί τελικά ν’ αποβεί θετικό στοιχείο. Παράξενο; – διόλου· όταν ανακαλύπτουμε μόνοι-μας κάτι, και ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμέναμε, δεν το χαιρόμαστε περισσότερο, δεν γίνεται περισσότερο δικό-μας; Μας να σκεφτούμε τον Παλαμά, που νεαρός φοιτητής αγόρασε τα ποιήματα του Κάλβου, όχι επειδή μας’ αναζητούσε –τον Οδοιπόρο του Σούτσου γύρευε– παρά επειδή του τα έδωσε πάμφθηνα ο παλιατζής; Τα πλησίασε λοιπόν με κάποια αθωότητα, μας δεν πλησιάζουμε ποτέ τα μεγάλα έργα μας λογοτεχνίας, τα πασίγνωστα. Αυτήν την αθωότητα, αυτό το «για να δούμε, λοιπόν» του καλού αναγνώστη, το αντιμάχονται η φήμη και η δόξα· ο Αλέξανδρος Μάτσας, άθελά-του, μας το προσφέρει.

 

*

Γεννημένος στην Αθήνα το 1910 από εύπορη οικογένεια, σπούδασε νομικά, μετεκπαιδεύτηκε στο εξωτερικό, και το 1934 εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα. Τελευταία-του θέση, πρέσβης στη Νέα Υόρκη από το 1962 έως τον Ιούνιο του 1967, οπότε και υπέβαλε την παραίτησή του, προλαβαίνοντας την απόλυση. Δεν νομίζω πως μας χρειάζονται άλλες λεπτομέρειες· πέθανε το 1969. Εξαιρετικά ολιγογράφος· το 1934 τυπώνει την πρώτη-του συλλογή, ένα φυλλάδιο με 14 σύντομα ποιήματα, σε 100 όλα κι όλα αντίτυπα. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1946, η δεύτερη συλλογή, πάλι με τον απλό τίτλο Ποιήματα με 28 καινούρια, και τέλος η τρίτη, Ποιήματα. Εκλογή, 1964, με άλλα 28· μ’ άλλα λόγια 72 ποιήματα συνολικά. Αυτά είναι όλα, μαζί με τρία αρχαιόθεμα θεατρικά: Κλυταιμνήστρα, Ιοκάστη, και τον έμμετρο Κροίσο.

 

                        Μ Α Ρ Α Θ Ω Ν,    1 9 4 1

 

Δεν  είναι  τζίτζικας  που  κτύπησε  το  πεύκο

μηδέ  χρυσόμυγα  από  σύκα  μεθυσμένη·

σα  σφήκα  σφύριξε·  στο  τραύμα  του  κορμού,

ο  ήλιος  τώρα  αγγίζει  μια  σταγόνα

πολύ  λαμπρή,  σα  μέλι.

 

Η  άλλη  σφαίρα  πέτυχε  ένα  στήθος·

το  παλικάρι  που  κοιμότανε,  κρυμμένο

στα  σκοίνα,  περιμένοντας  τη νύκτα.

Η  άμμος  ήπιε  βλέμμα  και  φωνή,

έργα  και  λόγο,  νύκτες  και  ημέρες,

δύναμιν,  έρωτα.  Δεν  άνοιξαν  τα  μάτια

στραμμένα  προς  ενδότερη  πορεία.

 

Δεν  είν’  ακόμη  εποχή  της  παπαρούνας,

κι  αυτά  τα  κόκκινα  στην  άμμο  και  στα  σκοίνα

είναι  περίεργα.

 

Πνοή  της  θάλασσας  εχάιδεψε  το  πεύκο

και  τα  μαλλιά  του  κοιμωμένου.  Τα  τζιτζίκια

δεν  έπαυσαν  τον  απολλώνειον  ύμνο

μέχρι  του  τέλους  της  ημέρας.  Όταν  σίγησαν

εκόπασε  κι  η  φονική  βοή

των  μηδικών  αεροπλάνων.                                            [Ποιήματα,  1946]

 

Τον τόπο και τον χρόνο μας τα δίνει ο τίτλος∙ Μαραθώνας, πιο σωστά, οι από κάτω παραλίες, απ’ όπου τα βράδια μικρά ιστιοφόρα μετέφεραν κρυφά στη μέση Ανατολή όσους Άγγλους στρατιώτες είχαν παραμείνει στην κατεχόμενη Ελλάδα. Το κείμενο προσδιορίζει ακριβέστερα τον χρόνο· καλοκαίρι. Μετά διαβάζουμε προσεκτικά: Δεν είναι τζίτζικας, μηδέ χρυσόμυγα, σα σφήκα σφύριξε – κάτι κακό λοιπόν. Στο  τραύμα  του  κορμού, του πεύκου, ο  ήλιος  τώρα αγγίζει  μια  σταγόνα, πολύ  λαμπρή,  σα  μέλι∙ το ρετσίνι. Η άλλη σφαίρα: ο ποιητής ξεκλειδώνει σιγά-σιγά το νόημα. Οι Γερμανοί πυροβολούν στα τυφλά από τ’ αεροπλάνο, ξέροντας ότι κάποιοι κρύβονται στους θάμνους.

Το ποίημα αυτό ξέρουμε ότι γράφτηκε στα τέλη του 1941-αρχές του 1942· ο Μάτσας δεν έζησε την Κατοχή στην Ελλάδα, υπηρετούσε ήδη στην Αίγυπτο όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Συναισθηματικά ωστόσο βρισκόταν πλάι στους κατακτημένους, μάθαινε τα πάθη και τις πράξεις-τους. Δεν είναι σπάνιο να νιώθει κανείς πιο έντονα καταστάσεις που τις βιώνει διανοητικά, όχι άμεσα. (Να θυμηθούμε πως τον αγώνα στο Μεσολόγγι τον φανταζόμαστε από τα ποιήματα του Σολωμού· αν τον γνωρίζαμε μόνο από εκείνα του Ζαλοκώστα, που ήταν ανάμεσα στους ηρωικούς μαχητές, τίποτα δεν θα νιώθαμε.) Θέλω όμως προτού εγκαταλείψουμε το ποίημα –προσωρινά, ελπίζω!– να σταθώ στο πώς αποτυπώνεται ο θάνατος του άγνωστου: «Η άμμος ήπιε βλέμμα και φωνή, έργα και λόγο, νύκτες και ημέρες, δύναμιν, έρωτα. Δεν άνοιξαν τα μάτια, στραμμένα προς ενδότερη πορεία». Δεν το βλέπετε λίγο σαν εξαγνισμένον θάνατο, μια πορεία προς το αιώνιο; Για έναν ποιητή τόσο κοντά στους αρχαίους κλασικούς, μπορούμε να μην θυμηθούμε το ύψιστο δώρο της Ήρας στα δυο παλικάρια που έσυραν το κάρο της ιέρειάς-της, τον Κλέοβι και τον Βίτωνα, να κοιμηθούν και να μην ξυπνήσουν;

 

Η ποίηση είναι μια αυθαίρετη κατασκευή, ένα παιγνίδι για μεγάλους. Μας το φτιάχνει ο ποιητής – μια μετάβαση από το καθημερινό (που εμπεριέχει τη ζωή, τον έρωτα, τον θάνατο) στο αιώνιο, στο επουράνιο, το ονειρεμένο. Παντού ο Μάτσας αναζητά το άφθαρτο, το αιώνιο – μα υπάρχει; Ναι, στους πόθους-μας, στο βάθος της ψυχής-μας, όλοι το αναζητάμε. Και πραγματώνεται; Ναι, και πάλι∙ στην ποίηση, στην τέχνη – μόνο που η πραγμάτωση είναι στιγμιαία: όσο διαβάζουμε το ποίημα, ή έστω, όσο διαρκεί η ανάγνωση στη μνήμη-μας. Παράδοξη συνύπαρξη, το αιώνιο μόνο στιγμιαία μπορούμε να το νιώσουμε, και μόνο με τον νού-μας.

 

Ναι, ο άξαφνος θάνατος, όπως κι ένας αδόκητος έρωτας την ώρα της κορύφωσής-του, σταματούν τον Χρόνο. Αυτού του είδους την αιωνιότητα αναζητά ο ποιητής· να ζήσουμε είτε με τον έρωτα είτε με τον κατάφωτο ήλιο σε μια καλοκαιρινή στιγμή απόλυτης ομορφιάς –άλλο αγαπημένο θέμα του Μάτσα–, ή αναλογιζόμενοι τη δωρεά μιας οικογενειακής θαλπωρής, – «ή ό,τι άλλο», για να θυμηθούμε ξανά τον Σολωμό. Να σταματήσουμε τον Χρόνο, που συχνά ο Μάτσας τον αποκαλεί και Καιρό, κρατώντας μια μισοξεχασμένη σημασία της λέξης στην παλιά δημοτική (πάλι με χρόνους, με καιρούς), και διαρκώς αναφέρεται είτε στον Καιρό είτε στον Χρόνο για να μετατρέψει το στιγμιαίο σε αιώνιο. Ο Αλέξανδρος Μάτσας πέθανε νέος – πενήντα οκτώ χρόνια του έγραψαν οι Μοίρες. Σεβάστηκαν όμως τη βούλησή-του, και δεν τον άφησαν να γεράσει, να φθαρεί, αυτόν, τον τόσο όμορφο και τον κομψότερο άντρα της εποχής-του. Θά ’λεγε κανείς πως τον πήραν όπως πήραν και το παλικάρι που περίμενε τη σωτηρία στην πεδιάδα του Μαραθώνα το 1941: αιώνια νέο.

*

Για να φτάσει ένας ποιητής να χτυπήσει τη θύρα του ποιητικού παραδείσου πρέπει να έχει ευδοκιμήσει σε πολλά· και δύσκολα το κατορθώνει. Για να τον αποδεχτεί όμως ο θυρωρός, δηλαδή ο αναγνώστης, εμείς, σε τελευταία ανάλυση, απαιτείται και κάτι ακόμα, να έχουμε διαβάσει τα ποιήματά-του πολλές φορές, να τα μισοξέρουμε απέξω. Με μια ανάγνωση, με μια ακρόαση, δεν συλλαμβάνουμε ούτε το νόημα ούτε το βάθος – τα ποιήματα είναι πεισματάρικα, κρύβονται, αντιστέκονται. Η επιμονή είναι το μοναδικό όπλο του αναγνώστη.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here