Αδελφοί Γκριμ, Το παραμύθι για τα παραμύθια (του Χάιντς Ρέλεκε – μτφρ. Γιώργος Καρτάκης)

0
147

 

του Χάιντς Ρέλεκε – μτφρ. Γιώργος Καρτάκης

 

Ο Γιάκομπ και ο Βίλχελμ Γκριμ κράτησαν μυστική για πάρα πολλά χρόνια την ταυτότητα των γυναικών,  που τους διηγήθηκαν τα παραμύθια. Και όντως, οι αφηγήτριες όλων αυτών των υποτιθέμενων λαϊκών παραμύθιών δεν ήταν γριές χωρικές, αλλά μορφωμένες κόρες ευκατάστατων οικογενειών με Ουγενότους* προγόνους.

.

Οι αδελφοί Γκριμ παραπλάνησαν από την αρχή σκόπιμα τους αναγνώστες τους. Δεν τους εξαπάτησαν, πολλώ δε μάλλον δεν τους είπαν ψέματα, προσπάθησαν όμως να τους δημιουργήσουν την εντύπωση, ότι τα παραμύθια προέρχονταν από τον «απλό λαό». Έτσι, στον πρόλογο του πρώτου τόμου των «Παραμυθιών για παιδιά» αναφέρουν: «Όλο το υλικό έχει συγκεντρωθεί σύμφωνα με την προφορική παράδοση μόνο από το κρατίδιο της Έσσης και τις περιοχές του Μάιν και Κίντσιχ, καθώς και από την κομητεία Χάναου, απ΄ όπου καταγόμαστε». Αυτή η διατύπωση δίνει την εντύπωση – και αυτό ακριβώς επίσης όφειλε –  ότι οι αδελφοί Γκριμ είχαν βγει στη γύρα, για να συγκεντρώσουν παραμύθια, κάτι που πλέον έχει αποδειχθεί βέβαια ως ανακριβές.

Ακούγεται παράδοξο, αλλά, σχεδόν όλα αυτά τα παραμύθια, οι Γκριμ όχι μόνο δεν τα συνέλεξαν, αλλά τα άκουσαν μάλιστα μέσα στο ίδιο τους το διαμέρισμά στο Κάσελ. Επίσης, με βάση τις δικές τους νεανικές αναμνήσεις, τόσο αυτοί όσο και τα αδέλφια τους, δεν θα μπορούσαν να συνεισφέρουν έστω και μια ιστορία στη συλλογή. Γι΄αυτό και στον πρόλογο δεν αναφέρουν «έχουμε συγκεντρώσει», αλλά «έχουν συγκεντρωθεί». Ο πραγματικός αφηγητής έπρεπε να παραμείνει ανώνυμος. Πιστοί στο πνεύμα του Ρομαντισμού, οι Γκριμ ήθελαν να δημιουργήσουν την εντύπωση, ότι τα παραμύθια τους ήταν προϊόν λαϊκής και συλλογικής παράδοσης. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που δεν ήθελαν να κατονομάσουν τον αφηγητή. Όμως και σε σχέση με τον τόπο προέλευσης των παραμυθιών, τα στοιχεία που δίνουν είναι αόριστα: «Από την Έσση» και «από την περιοχή του Μάιν».

Στον δεύτερο τόμο, ο οποίος εκδίδεται το 1815, οι Γκριμ παρεκκλίνουν από την πρώτη εκείνη διατύπωση. Στον πρόλογο μάλιστα του έργου παρουσιάζουν τώρα λεπτομερώς μια από τις αφηγήτριες τους: την Δωροθέα Φίμαν (1755-1815). Αν και ένα πορτραίτο της κοσμεί την προμετωπίδα του βιβλίου, κανένα από τα παραμύθια που περιέχει, δεν αποδίδεται ξεκάθαρα σε αυτήν. Γιατί άραγε; Αλλά και γιατί, από την άλλη, οι αφηγήτριες δεν ομολόγησαν ποτέ οι ίδιες αυτήν τους την σύμπραξη; Γιατί οι Δωροθέα Φίμαν, η Ανέτε και η Τζένη φον Ντρόστε – Χίλσχοφ, οι τρεις αδελφές Χάσενπφλουγκ, αλλά και οι υπόλοιποι 20 αφηγητές, οι οποίοι διηγήθηκαν στους Γκριμ τα περισσότερα και σημαντικότερα παραμύθια, δεν αποκάλυψαν ποτέ την ταυτότητά τους; Δεν ξέρουμε ακριβώς τον λόγο. Ίσως κάτι τέτοιο να τους είχε ζητηθεί από τους Γκριμ, ίσως πάλι τα κορίτσια, που εκείνη την εποχή ήταν ακόμα πολύ νέα στο σύνολό τους,  να ντρέπονταν, ειδικά μετά το γάμο τους για το γεγονός, ότι είχαν συμμετάσχει σε τέτοιου είδους «παιδιάστικα πράγματα».

Έτσι, μόνο σταδιακά διαπιστώθηκε, ποιοι ήταν αυτοί που είχαν συμβάλλει στη δημιουργία των συλλογών, αφού για σχεδόν 100 χρόνια, όλες οι έρευνες είχαν οδηγηθεί σε λάθος συμπεράσματα και μόλις στην δεκαετία του 70 έγινε εφικτή η αποκάλυψη της ταυτότητας των περισσότερων αφηγητών.

Το 1895, λοιπόν, επέπεσε στην αντίληψη του Χέρμαν Γκριμ, γιου του Βίλχελμ, η ύπαρξη ενός προσωπικού αντιτύπου, στο οποίο ο πατέρας του είχε γράψει τα ονόματα των αφηγητριών πλάι στο κείμενο που κάθε φορά αντιστοιχούσε σε καθεμιά τους. Διαπίστωσε ότι δίπλα στα περισσότερα και πιο σημαντικά παραμύθια υπήρχε το όνομα Μαρί.

Ωστόσο, ο Χέρμαν Γκριμ απέδωσε το συγκεκριμένο όνομα λανθασμένα σε μια γριά νταντά από την Έσση, η οποία είχε εργαστεί στο φαρμακείο της οικογένειας Βιλντ, μέλος της οποίας υπήρξε και η μετέπειτα σύζυγος του Βίλχελμ, Δωροθέα Βιλντ. Η γκουβερνάντα Μαρί είχε γεννηθεί το 1749. Στην πραγματικότητα, όμως, το όνομα Μαρί, που αναγραφόταν στο αντίτυπο,  αφορούσε την νεαρή Μαρί Χάσενπφλουγκ, η οποία είχε γεννηθεί το 1788. Οι Χάσενπφλουγκ, μια εύπορη οικογένεια Ουγενότων* εγκαταστημένη στο Χάναου, είχαν στενή σχέση με τους Γκριμ. Ο μοναδικός μάλιστα γιος της οικογένειας, ο Λούντβιχ, παντρεύτηκε αργότερα την Λόττε Γκριμ, αδελφή των Γιάκομπ και Βίλχελμ. Η Μαρί Χάσενπφλουγκ είχε μεγαλώσει όπως και οι Γκριμ στο Χάναου, απ΄όπου η οικογένεια μετοίκησε – όπως ακριβώς και οι Γκριμ – στο Κάσελ. Εκεί, το 1808,  η Μαρί γνώρισε τα εν λόγω αδέλφια.

Ως αποτέλεσμα της λανθασμένης αυτής ερμηνείας του Χέρμαν, ορισμένοι ερευνητές συμπέραναν αργότερα, ότι και τα παραμύθια που οι Γκριμ είχαν μάθει από τις κόρες των ιδιοκτητών του φαρμακείου – τις Γκρέτχεν, Δωθοθέα, Λιζέτε και Μαρί-Ελίζαμπεθ –  προέρχονταν στο σύνολό τους  από την γκουβερνάντα τους, την «γριά Μαρί»  – πράγμα που τελικά δεν ίσχυε.

Έτσι, μέχρι το 1975, περίπου τα δύο τρίτα εκείνων των παραμυθιών, που είχαν δημοσιευθεί το 1812, αποδίδονταν στην Μαρί, την καλοσυνάτη νταντά των κοριτσιών. Την ίδια στιγμή οι ερευνητές παρέβλεπαν, ότι τα θέματα των παραμυθιών αναλογούσαν μάλλον στο ταμπεραμέντο μιας νεαρής γυναίκας – όπως για παράδειγμα της Μαρί Χάσενπφλουγκ.

Κυρίως γαλλικές επιρροές

 Όταν η έρευνα είχε πια αναγνωρίσει την νεαρή Μαρί και τις δύο αδελφές της, Αμαλία και Ζανέτ, ως τις σημαντικότερες αφηγήτριες των παραμυθιών, αποδείχθηκε, ότι η καταγωγή τους από την πλευρά της μητέρας τους οδηγούσε σε πρόσφυγες Ουγενότους* από την επαρχία Ντωφινέ στα νοτιοανατολικά της Γαλλίας.

Πρόσωπο κλειδί για την προέλευση όλων αυτών των γαλλικής προέλευσης ψηγμάτων στην κουλτούρα της οικογένειας ήταν η προγιαγιά των κοριτσιών. Το όνομά της ήταν Μαρί Μαγδαληνή Ντεμπέλυ (1713-1791), καταγόταν από το ελβετικό καντόνι της Γιούρα και είχε εγκατασταθεί στο Χάναου, όπου παντρεύτηκε τον ιερέα Ετιέν Ντρουμέ (1695-1751), πρόσφυγα από την Ντωφινέ. Η κόρη της, η οποία είχε παντρευτεί έναν αξιωματικό ονόματι Ντρέζεν, πέθανε νέα και έτσι η εγγονή της Μαρί Μαγδαληνή Ντρέζεν, τεσσάρων μόλις ετών, περιήλθε στην προστασία της. Στο γαλλόφωνο νοικοκυριό της γιαγιάς της η μικρή Μαρί απαγορευόταν να εκστομίσει έστω και μια γερμανική λέξη. Η απολύτως γαλλοτραφής, λοιπόν, Μαρί παντρεύτηκε αργότερα τον περιφερειάρχη  Γιοχάνες Χάσενπφλουγκ από το Κάσελ και ήταν η μητέρα των τριών νεαρών κοριτσιών και αφηγητριών των παραμυθιών. Δεν είναι λοιπόν άξιο απορίας, που το ρεπερτόριό τους τροφοδοτείται ως επί το πλείστον από την πλούσια σε παραμύθια γαλλική παράδοση του 17ου και 18ου αιώνα, ούτε ότι στις αφηγήσεις τους κάνουν την εμφάνιση τους συχνά πολλά αποσπάσματα, τα οποία κυριολεκτικά ταυτίζονται απολύτως με μακροσκελή τμήματα της συλλογής παραμυθιών «Contes de Fées» του Σαρλ Περώ.

 Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτές οι αποκαλύψεις, που αργότερα κατέστησαν σαφές, ότι  τα παραμύθια των Γκριμ ήταν επηρεασμένα από τη γαλλική αφηγηματική παράδοση: Ακόμα και η Δωροθέα Φίμαν, η οποία στον πρόλογο της έκδοσης του 1814 εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως «γνήσια χωρική από την Έσση», αποδεικνύεται αργότερα απόγονος  Ουγενότων* μεταναστών ονόματι Πιρσόν. Μεταξύ μάλιστα των προγόνων της υπάρχουν τουλάχιστον πέντε Γάλλοι Ουγενότοι. Μπορούμε να υποθέσουμε, ότι οι Γιάκομπ και Βίλχελμ γνώριζαν τα περί καταγωγής της και ότι τα απέκρυψαν σκόπιμα, διότι δεν επιθυμούσαν με κανένα τρόπο να αμβλυνθεί μέσω ξένων επιρροών η εθνική ιδέα συγκέντρωσης παραμυθιών. Σε τελική ανάλυση σκοπός τους ήταν η συγκέντρωση γερμανικών, όχι γαλλικών παραμυθιών!

Η Δωροθέα Φίμαν έμοιαζε να είναι η ιδανική αφηγήτρια σύμφωνα με το γούστο των Γκριμ. Για τούτο και στην συνείδηση των αναγνωστών θα έπρεπε να περάσει ως το άτομο που αντιπροσωπεύει αυτές τις τρεις δωδεκάδες και βάλε παιδικών ιστοριών. Αλλά και το πορτραίτο της στην προμετωπίδα της συλλογής, το οποίο υπογράφει ο Λούντβιχ  Έμιλ Γκριμ και φέρει την λεζάντα «Παραμυθού» είχε τυπωθεί με αυτήν ακριβώς την πρόθεση. Μετά το 1819,μάλιστα, υπήρχε στην προμετωπίδα κάθε έκδοσης, εκεί όπου σε άλλες δηλαδή περιπτώσεις θα έβρισκε κανείς το πορτρέτο του συγγραφέα.

Ο Βίλχελμ Γκριμ έχει αφήσει την εξής γραπτή αναφορά για την Δωροθέα Φίμαν: «Μια από τις ωραίες συμπτώσεις όμως, ήταν η γνωριμία με μια αγρότισσα από το κοντινό στο Κάσελ χωριό Τσβέρν, μέσω της οποίας κατέστη δυνατή η κοινοποίηση ενός σημαντικού τμήματος των γνήσιων  ετούτων παραμυθιών της Έσσης […] Αυτή η γυναίκα – καλοστεκούμενη ακόμα και όχι πολύ πάνω από πενήντα χρονών – που ονομάζεται Φίμαναινα […] και πρέπει μάλλον  στα νιάτα της να ήταν όμορφη, διατηρεί στη μνήμη της αναλλοίωτους αυτούς τους παλιούς μύθους και τους διηγείται με σιγουριά, εξαιρετική ζωντάνια και ευχαρίστηση, άλλοτε με άνεση και άλλες φορές, όταν της ζητηθεί, πιο αργά, έτσι ώστε κάποιος με λίγη εξάσκηση να μπορεί ταυτόχρονα να τους καταγράφει. Κάποιες προτάσεις έχουν μείνει στην κυριολεξία  όπως μας τις διηγήθηκε». Η τελευταία πρόταση καταδεικνύει, ότι οι Γκιμ δεν υιοθέτησαν τις εξιστορήσεις των γυναικών αυτούσιες, αλλά ότι επενέβησαν στα κείμενα. Γιατί αν «κάποιες προτάσεις έχουν μείνει στην κυριολεξία όπως μας τις διηγήθηκε», τότε αυτό σημαίνει, ότι ένα μεγάλο μέρος τους δεν έχει συμπεριληφθεί όπως «μας το διηγήθηκε» – κι αυτό ισχύει τόσο για τις ιστορίες της Δωροθέας Φίμαν όσο και για εκείνες των άλλων αφηγητριών. Βέβαια, ο Βίλχελμ με την παραπάνω περιγραφή δεν επιδιώκει να εστιάσει στον αριθμό των παρεμβάσεων που έχουν γίνει στα κείμενα. Σκοπός του ήταν σίγουρα να εκθειάσει την ιδανική παραμυθού: «αγρότισσα», «από χωριό», «γνήσια παραμύθια της Έσσης», «παλιά», «μνήμη». Σήμερα μπορούμε, ωστόσο, να πούμε, ότι σχεδόν όλα αυτά δεν είναι συμβατά με την πραγματικότητα.

Ωστόσο, ήδη στην δεύτερη έκδοση των παραμυθιών, οι ίδιοι οι Γκριμ διαγράφουν σιωπηρά τον ισχυρισμό στον πρόλογο, ότι δηλαδή το σύνολο του ρεπερτορίου της Φίμαν – γύρω στα 40 παραμύθια – προέρχεται αποκλειστικά από την παράδοση της Έσσης. Όμως  και ο χαρακτηρισμός «αγρότισσα» επίσης δεν ευσταθεί, γιατί παρόλο που η Φίμαν πουλούσε όντως  χόρτα και λαχανικά από τον μικρό κήπο της στην αγορά του Κάσελ, ήταν παντρεμένη από το 1777 με έναν ευκατάστατο εμποροράφτη και όχι με έναν αγρότη. Επιπλέον, αν και στην πραγματικότητα ζούσε στο χωριό Τσβερν, είχε ακούσει τα παραμύθια κατά την περίοδο των νεανικών της χρόνων, τα οποία όμως είχε περάσει αλλού: στο πανδοχείο του πατέρα της στην περιοχή του σημερινού Μπάουνταλ. Εκεί, ως κόρη του ιδιοκτήτη, είχε προφανώς περισσότερη συναναστροφή με τους επισκέπτες από την πόλη παρά με τους ίδιους τους χωρικούς. Ως εκ τούτου, κάποια από τα παραμύθια πιθανόν να οφείλονται στις διηγήσεις των ατόμων που ήταν περαστικοί από το πανδοχείο: έμποροι και επιχειρηματίες, αγωγιάτες και στρατιωτικοί. Ακόμα και ο όρος «παλιά» είναι σχετικός, αφού μια γυναίκα 57 χρονών, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο γριά, όπως κανείς θα φανταζόταν μια παραμυθού.

Εκείνο, επομένως, που μένει σε κάποιον από το παραπάνω σημείωμα του Γκριμ, είναι η εκπληκτική μνήμη της Δωροθέας Φίμαν. Αυτό αποδεικνύεται και από μια επιστολή του Βίλχελμ προς στον αδελφό του Φέρντιναντ, η οποία δεν προοριζόταν να δει το φως της δημοσιότητας. Σε αυτήν, η συγκεκριμένη αφηγήτρια δεν χαρακτηρίζεται ως «γνήσια κάτοικος Έσσης» ή «αγρότισσα», αλλά ως «μια ηλικιωμένη γυναίκα από το Τσβερν», η οποία έχει απίστευτα πολλές γνώσεις και αφηγείται όμορφα […].Έρχεται σχεδόν κάθε εβδομάδα.[…] Στην γυναίκα προσφέρονται πάντα καφές, ένα ποτήρι κρασί και επιπλέον χρήματα».

«Ο παπουτσωμένος γάτος» και ο «Κυανοπώγων» δεν φαίνονταν αρκετά γερμανικά

Οι περισσότερες από τις ιστορίες που διηγήθηκε η Δωροθέα Φίμαν, περιλαμβάνονται στον δεύτερο τόμο της πρώτης έκδοσης, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1815. Οι Γκριμ εξάλλου την γνώρισαν το 1813, μετά την δημοσίευση δηλαδή του πρώτου τόμου. Στην δεύτερη έκδοση του 1819, οι Γιάκομπ και Βίλχελμ αντικατέστησαν κάποιες ιστορίες του πρώτου τόμου στο σύνολό τους ή τμηματικά με τις αντίστοιχες παραλλαγές της εν λόγω αφηγήτριας: τώρα τους φαίνονταν επιτέλους «γνήσιες». Αντίθετα, οι αδελφές Χάσενπφλουγκ, στις οποίες οφείλονται σημαντικές διηγήσεις του πρώτου τόμου, έγιναν αντικείμενο υποψίας με την δικαιολογία, ότι εισήγαγαν λαθραία γαλλικές ιστορίες στην  – αν όχι εξ ολοκλήρου από την Έσση, αλλά πάντως γερμανική – συλλογή παραμυθιών. Προσπάθησαν λοιπόν να ξορκίσουν τον διάβολο με τον βελζεβούλη και αφαίρεσαν εντελώς κάποια από τα ωραιότερα παραμύθια των αδελφών Χάσενπφλουγκ, όπως επί παραδείγματι τον «Παπουτσωμένο γάτο» και τον «Κυανοπώγωνα» δίνοντας την ακόλουθη εξήγηση: «Ό,τι φαίνεται ύποπτο, αυτό δηλαδή που θα μπορούσε να έχει αλλοδαπή προέλευση, θα πρέπει να επανελεγχθεί [ …] και εφόσον αποδειχθεί ως τέτοιο, να αποβληθεί». (Πρόλογος του 1819).

Αλλά και στην περίπτωση της αφηγήτριας Φρειντερίκε Μάννελ, η οποία είχε μεγαλώσει στην Τρέιζα στην περιοχή του Σβαλμ στο απομονωμένο σπίτι του πάστορα και δασκάλου  πατέρα της, οι Γκριμ ένιωθαν βέβαιοι ότι πατούσαν σε στέρεο γερμανικό έδαφος. Στο πρόσωπό της τα αδέλφια έβλεπαν ένα από τα τελευταία οχυρά ενάντια στην γαλλική εισβολή και μόλυνση της «γνήσιας γερμανικής συλλογής τους». Η Μάννελ, γεννημένη το 1783, φαινόταν να είναι η ιδανική, παρότι νεαρής ηλικίας, παραμυθού με καταγωγή από την ύπαιθρο χωρίς ούτε έναν Ουγενότο* πρόγονο. Ωστόσο, οι Γκριμ  αγνοούσαν το γεγονός, ότι ο πατέρας της ως πάστορας και δάσκαλος, επέβλεπε παιδιά στο χωριό των Ουγενότων Γεσθημανή και ότι η Φρειντερίκε – όπως η ίδια άλλωστε κάποιες φορές αναφέρει – είχε ακούσει μερικές από τις ιστορίες από τους μαθητές του πατέρα της.  Δεν μπορούμε, άρα, να αποκλείσουμε την περίπτωση, ότι και αυτές έχουν ουγενοτικές επιρροές.

Όμως και η Φρειντερίκε Μάννελ δεν ήταν αμόρφωτη. Σε ένα γράμμα της, προς τον Βίλχελμ Γκριμ, τον οποίο είχε ερωτευθεί, η παπαδοκόρη γράφει: «Όταν φύγατε, έκλαψε το δεξί μου μάτι. Το δεξί κλαίει βέβαια πιο εύκολα απ΄ το άλλο, όμως όχι και τόσο». Πρόκειται για μια τετραπέρατη αναφορά στο έργο «Βίλχελμ Μάιστερ» του Γκαίτε, όπου κι εκεί μια γυναίκα απευθύνεται ως εξής σε έναν Βίλχελμ: «Στο δεξί μάτι της άστραψε ένα υπέροχο δάκρυ: -Μην νομίσετε ότι συγκινούμαι τόσο απλά, τόσο εύκολα! Είναι μόνο το μάτι μου, που κλαίει». Θα πρέπει τουλάχιστον να δεχτούμε, ότι αυτή η γυναίκα, η οποία παρεμπιπτόντως μιλούσε τέλεια Γαλλικά,  διέθετε  αν μη τι άλλο μια υψηλή, γενική λογοτεχνική μόρφωση.

Αν προσθέσει κανείς τώρα στις  προαναφερθείσες αφηγήτριες και μερικούς κυρίους, όπως ο Γερμανός ζωγράφος Φιλίπ Όττο Ρούνγκε από την βόρεια Γερμανία, ο βαρόνος Άουγκούστ φον Χάξτχάουζεν και ο σχολάρχης και ο πάστορας Φέρντιναντ Ζίμπερτ, θα διαπιστώσει ότι σχεδόν όλοι προέρχονται μορφωτικά από την ανώτερη τάξη. Βέβαια δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει την πιθανότητα, ότι και οι παραπάνω άκουσαν τις ιστορίες τους από «απλούς ανθρώπους».

Μεταξύ των αφηγητών υπάρχουν επίσης κάποιοι, οι οποίοι προέρχονταν από άλλα κοινωνικά στρώματα, όπως ο γέρος στρατιωτικός Γιόχαν Φρίντριχ Κράουζε: Ο συνταξιούχος λοχίας διηγήθηκε στους Γκίρμ κυρίως άγαρμπες ιστορίες άξεστων στρατιωτών, οι οποίοι  κυνηγούσαν την τύχη τους με τα όπλα. Για κάθε μια ιστορία, ο Κράουζε έπαιρνε κι ένα αποφόρι των Γκριμ.

Όπως κι αν είναι, ο ισχυρισμός ότι τα περισσότερα παραμύθια των Γκριμ βασίζονται σε εξιστορήσεις γριών αγροτισσών, ανθρακωρύχων και βοσκών είναι αβάσιμος. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι Γκριμ δεν συγκέντρωσαν λαϊκά παραμύθια, αλλά ότι αυτά σε γενικές γραμμές προέρχονται κυρίως από μορφωμένες νεαρές γυναίκες της ανώτερης τάξης και έχουν συχνά γαλλικές επιρροές.

.

[*Σ.τ.μ: Οι Ουγενότοι (Hugenots) ήταν Γάλλοι Προτεστάντες κατά τον 16ο έως και τον 18ο αιώνα. Την «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» (24 Αυγούστου 1572), χιλιάδες Ουγενότοι σφαγιάσθηκαν από Ρωμαιοκαθολικούς στο Παρίσι. Πολλοί κατέφυγαν γι΄αυτό στην γειτονική Γερμανία. ]

*

Ο Heinz lleke ( Χάιντς Ρέλεκε) γεννήθηκε το 1936 και υπήρξε μέχρι την συνταξιοδότηση του καθηγητής Γερμανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βούπερταλ. Συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον αναγνωρισμένων ερευνητών γύρω από το έργο των αδελφών Γκριμ.

 

**

Δημοσιεύθηκε στην γερμανική εφημερίδα «Die Zeit», 18. 08.2018 και αναδημοσιεύθηκε στην ίδια εφημερίδα τον Απρίλιο 2019.

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here