Ίσως για όλα να φταίει το νερό

1
118

 

Της Νίκης Τρουλλινού.

 

Ο χρόνος αδιευκρίνιστος ορμά στο απομεσήμερο Σαββάτου με τις αραιές στάλες φόρεμά του. Κατεβαίνω το Καλντερίμι του Γαλατά, στέκομαι κάτω από τέντες μαγαζιών,  σαν η βροχή αγριεύει, και ακούω, ακούω… Στην πρώτη της ανάσα χώνομαι στο παρόχθιο παζάρι ειδών κιγκαλερίας στο Καράκιοϊ, κλειδιά και κλειδαριές, βίδες και καρφιά, πόμολα και πετούγιες, και, να τον πάλι, εκείνος ο εργατικός με την στενόμακρη – ίδια τρύγου – καλάθα στην πλάτη του: κυδώνια μοσχομύριστα μέσα στα πράσινά τους φύλλα. Με τα κλειδιά πίσω από τα μάτια, -χρήσιμα εργαλεία σαν ανοίγουν πόρτες-, ανάθημα χαριστήριο το γέλιο μου πάνω στη Γέφυρα του Γαλατά στον ψαρά με την κίτρινη νιτσεράδα, φως στο συννεφιασμένο γκρι του Κεράτιου, σπονδή στην δυνατή πια βροχή που θωπεύει το πρόσωπο. Πρωτομηνιά Δεκεμβρίου. Και η δυνατή μπόρα κάνει τις ώρες να υποκλίνονται  στη καυτή ομελέτα με τα πιπέρια κατάντικρυ του κεντρικού σταθμού των τρένων – Σιρκετζή. Οι γλάροι αφηνιασμένοι τρέχουν ξωπίσω από τα βαπόρια, που βιαστικά περνούν στην ασιατική ακτή,  καθώς, στην αποδώ μεριά, σεβάσμιες κυρίες, διπλωματικές σύζυγοι, περιηγητές μαζί με τυχοδιώκτες  και κατασκόπους αψηφούν τη βροχή και ξεπηδούν από παλιά βιβλία:  επιβιβάζονται  στο Οριάν Εξπρές. Ταξιδιωτικά μπαούλα και  παλαιές βαλίτσες, ακριβοί ταφτάδες και λινά κουστούμια ραμμένα στην Oxford street, φωνακλάδες αχθοφόροι,  εικόνες χωρίς ημερομηνία λήξης, φτάνει να ξέρεις που πωλούνται τα κλειδιά.

Σκαλοπάτια ίχνη. Το κτίριο ερείπιο αλλοτινών καιρών συγκρατεί στα πλευρά του τα σκαλοπάτια παλιάς οικίας, όμορης, γκρεμισμένης πια. Σκαλοπάτια. Ανέβαιναν τρία πατώματα, το λουλακί, η ώχρα, παλίμψηστα του τοίχου και ψευδή αρκοσόλια ανά όροφο. Ίχνη βημάτων, πάνω κάτω,  κάτω πάνω, σκαλοπάτια εικονοποιούν  ζωές απόντων, αιωνίζουν στο βλέμμα  το εφήμερο αγκιστρωμένο με πείσμα στο βοριά του Tophane. Αιωνίζουν, είπα;  Τι αυταπάτη.

Η βροχή τώρα πια βιτσίζει το σώμα, διαπερνά τα ρούχα, στάζει κάτω από το λαιμό, στη ραχοκοκαλιά έχει ανοίξει μικρό ρυάκι,  το τραμ προς τα πίσω, μια στάση λάθος μέσα σε βαθύ σούρουπο θα με κάνει να δω αλλιώς τον αγαπημένο μου δρόμο: Bogaskessen kadesi, τι  θα πει;, ρώτησα τον Α. Μ. Ο δρόμος που σκίζει τον Βόσπορο στα δυο, λέει, θα τον ανέβω άκρη την άκρη με ευγνωμοσύνη  για το παλιό κορνιζάδικο, το πρόχειρο ταβερνείο, τον παλιό καφενέ, το μαγαζί με τις φιάλες υγραερίου, την πιάτσα των ταξί και την ζωντανή κουβέντα στα τηλέφωνα. Τα παλιατζίδικα- βινύλια και βιβλία, διαφημίσεις και καρτ ποστάλ, και εκείνη η δερμάτινη βαλίτσα γεμάτη παλιές φωτογραφίες, οι ζωές των άλλων – να τις μάζεψε άραγε από τα μπάζα σπιτιών; Να τις ξεφόρτωσε ένα πρωί πληγωμένος κληρονόμος για λίγες χάρτινες λίρες; Και τα βιβλιοπωλεία στην κορφή της ανηφόρας.  Ο Γιασάρ Κεμάλ στοχαστικός  σε μια βιτρίνα, αλλά, όχι, πίσω πάλι, με την αθωότητα της βροχής ταιριάζει το …..

Μουσείο της αθωότητας, ή, θα ήθελες καλύτερα να πεις:  ήμασταν ευτυχισμένοι αν και δεν το ξέραμε. Είναι τα πράγματα όμως εδώ να το ψιθυρίζουν,   στο Μουσείο της Αθωότητας του Ορχάν Παμούκ. Υπότιτλοι και παράγραφοι που κεφαλαιοποιούν το αυτονόητο με μια ξέχωρη όμως αισθητική. Zaman θα πει χρόνος, και Time επίσης, single moments,   μοναδικές στιγμές, ή άραγε μόνες στιγμές, στιγμές να επικάθονται στην γραμμή του χρόνου,  όλα εκείνα, όσα εκείνα συνθέτουν την καθημερινότητα, ο δικός του Χαμένος Χρόνος: δεκάδες ρολόγια, δεκάδες κλειδιά, τόσες πεταλούδες δίπλα στα κλειδιά και τα ρολόγια, κάποιες φορές, κάποιες ιστορίες, κάποιες φράσεις, αρκούν οι φράσεις, τίποτε περισσότερο.  Ο αχός του Βοσπόρου, το κρώξιμο των γλάρων, το καράβι περνά απέναντι, η μπουρού του καραβιού, διακριτικά με βρίσκουν από σημείο σε σημείο ήχοι, ξεπηδούν από τα ντουλάπια της μνήμης, άλλα απλά ντουλάπια, άλλα με παλιοκαιρίτικη κορνίζα, σαν αυτές, ξέρετε, με τις φωτογραφίες των δικών μας ανθρώπων, γεμάτα τα καλά δωμάτια, τα σαλονάκια του πενήντα και του εξήντα, άλλα μικρά παράθυρα με κουρτινάκια – ίσα ένα βλέμμα πάνω στα αντικείμενα του καθημερινού του – μας κόσμου. Και εκείνο, θεέ μου, το κομμάτι από τοίχο: φθαρμένος σοβάς, παλίμψηστο χρώματα παλιά περάσματα,  και η κόχη, σύρριζα,  να περνούν  οι σωλήνες της ύδρευσης, apartments του Γαλατά, Ρωμιοί και Λεβαντίνοι, και γκαζόζα Meltem. Διακριτικά και τα βίντεο στους τοίχους, μιλούν για την παιδική του ηλικία και τη νιότη του, την δική μας παιδική ηλικία και τη δική μας νιότη, είναι εδώ όλα, μα όλα τα μικρά πράγματα που συνέθεσαν το πανόραμα της μνήμης, – τα φάρμακα και τα ξυριστικά, να μιλούν για τον θάνατό του πατέρα, ο παλιός νιπτήρας, οι παίκτες και οι ηθοποιοί σε τόσα χαρτάκια, ραδιόφωνα και διαφημίσεις, ποτήρια, μαχαιροπήρουνα, αλατιέρες, τετράδια και μολύβια,  τα πορτρέτα των αγαπημένων, το καλό φόρεμα της μητέρας και ‘’της ζήτησα να με παντρευτεί’’ και οι γόβες, και τα βήματα μέσα σε στοά, ή πάλι, απλώς σε έρημο δρόμο ώρα νυχτερινή, απόηχος βημάτων πιο κοντά πιο μακριά, είναι η επανάληψη που δίνει στα βήματα μουσική σχεδόν στα όρια του πόνου.

Τέσσερις χιλιάδες διακόσια δέκα τρία αποτσίγαρα, αφήστε τα για το τέλος κι ας είναι στην αρχή, και θα με καταλάβετε.

Ήμασταν ευτυχισμένοι αν και δεν το ξέραμε, επιμένει ο Παμούκ.

-Ήμασταν ευτυχισμένοι ακριβώς γιατί δεν το ξέραμε;

-Ήμασταν ευτυχισμένοι αφού έτσι νομίζουμε τώρα, θέλω να σου γράψω.

Και να ρωτήσω: εκείνες οι μικρές καρτολίνες με τους ηθοποιούς, τις παίζατε κι εσείς  στις κόχες των τραπεζιών;  Ποια θα πάει πιο μακριά, ποια θα πέσει πάνω στην άλλη να τη ‘’φάει’’. Ασκήσεις …

ΝΙΚΗ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΥ

Προηγούμενο άρθροΣκοτεινές πλευρές μιας δύσκολης ένταξης
Επόμενο άρθροΠροσωρινά

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Ναι. Αν και… γίνεται λίγο το αδιαχώρητο στο πεδίο του αισθαντικού. Χρειαζόμουν περισότερες στιγμές θολούρας, ασάφειας, μετεωρισμού. Ναι, πάντως, στο δυναμισμό και ναι, επιτέλους!, στην θέρμη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here