Έφυγε ο τελευταίος των μεγάλων κριτικών Ρανίτσκι.

0
110

 

 

Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου.

 

Σίγησε η δυνατότερη και επιδραστικότερη κριτική φωνή της λογοτεχνικής Γερμανίας. Ο Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι απεβίωσε σε ηλικία 93 ετών την Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου στη Φρανκφούρτη. Ο φίλος του εκδότης  της Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε  Frank Schirrmacher γνωστοποίησε  στο Twitter : « Όλοι θρηνούμε». Η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ δήλωσε ότι «Θα μας λείψει αυτός ο παθιασμένος και υπέροχος άνθρωπος».

Ο Ράιχ Ρανίτσκι γεννήθηκε  στις 2 Ιούυνίου 1920 στο Wloclawek  της  Πολωνίας.  Γιος  μιας γερμανίδας και του  ιδιοκτήτη εργοστασίου  David Reich – εβραικής καταγωγής –  έζησε τη χρεοκοπία του 1928 ,και έκτοτε μετακόμισαν οικογενειακά,  το 1929, στο Βερολίνο. Στο σχολείο τα πέρασε δύσκολα καθώς η γνώση του της γερμανικής ήταν ελλιπής. «Ήμουν ένας ξένος στο σχολείο, ένας που ήρθε από την «άλλη πλευρά». Μέχρι τα 30 μου η πατρίδα μου ήταν το τρίτο Ράιχ. Η πατρίδα μου ήταν μόνον η λογοτεχνία». Από το 1940 ζούσε στο γκέτο της Βαρσοβίας, όπου και γνώρισε τη γυναίκα του Θεοφίλα με την οποία έζησε μέχρι το θάνατο της, το 1991.  Το 1958 επέστρεψαν στη Γερμανία . Τον Μάρτιο του 2013 ο Ράιχ Ρανίτσκι  , ο οποίος ζούσε στη Φρανκφούρτη , είχε δημοσιοποιήσει ότι έπασχε από καρκίνο.

Το 1999 κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία του με τίτλο « Η ζωή μου». Το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ πουλώντας  πάνω από 1,2 εκατομμύρια αντίτυπα. Διεύθυνε στο κανάλι ZDF την εκπομπή  «Λογοτεχνικό Κουαρτέτο» (1998-2001).  Η εκπομπή του , ένα σώου για τη γερμανική λογοτεχνία,  είχε ξεπεράσει τα 2 εκατομμύρια τηλεθεατές.  Με την εκπομπή αυτή συνδέεται κι ένα σκάνδαλο καθώς το 2008 τιμήθηκε με το μεγάλο τηλεοπτικό βραβείο. Ο ίδιος δεν το αποδέχθηκε λέγοντας ότι δεν του ταιριάζει και χαρακτηρίζοντας την όλη τελετή «μια ανοησία». Έγραφε τακτικά για την  Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ) και παρενέβαινε συχνά στην εκπομπή «Λογοτεχνικό κουαρτέτο». Είχε τιμηθεί με πολλά βραβεία και πανεπιστημιακούς τίτλους επίτιμων διδακτόρων. Ο νομπελίστας συγγραφέας Γκίντερ Γκρας τον ρώτησε κάποτε «τι είναι στην πραγματικότητα – Πολωνός, Γερμανός;» και ο Ράιχ – Ρανίτσκι,  απάντησε «είμαι μισός Πολωνός, μισός Γερμανός και εντελώς Εβραίος». Αργότερα δίνοντας περισσότερες εξηγήσεις είπε ότι αισθάνεται παντού ξένος και ότι η ρευστή ταυτότητά του σηματοδοτεί και εμπνέει το έργο του.  Είχε μελετήσει την κλασική γερμανική λογοτεχνία, την οποία υπεραγαπούσε. Οι αγαπημένοι του ήταν ο Γκαίτε, ο Χάινε, ο Κλάιστ, ο Φοντάνε και ο Τόμας Μαν.

Απασχολούσε συχνά τα  γερμανικά έντυπα με τις λογοτεχνικές του κριτικές – εξού και το προσωνύμιο «πάπας της λογοτεχνικής κριτικής». Είχε δημιουργήσει αμέτρητες εντάσεις αλλά είχε πάντα τον σεβασμό φίλων και αντιπάλων. Έμειναν ιστορικές οι διαμάχες του με τον Γκίντερ Γκρας και τον Πίτερ Χάντκε.

Ο Ράιχ βρέθηκε στο επίκεντρο ενός άλλου λογοτεχνικού σκανδάλου  όταν ο  Μάρτιν Βάλζερ, ένας μεγάλος της σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας, στο μυθιστόρημά του «Ο θάνατος ενός κριτικού» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις  Εστία) μετέτρεψε τον Μαρσέλ Ράιχ – Ρανίτσκι σε έναν απεχθή λογοτεχνικό ήρωα.

O Βάλζερ τότε κατηγορήθηκε για αντισημιτισμό. Τον Απρίλιο του 2009 γυρίστηκε ένα φιλμ βασισμένο στην αυτοβιογραφία του, που η απρόσμενη επιτυχία του έκανε τον κριτικό να πει : « Η ηχώ αυτού του βιβλίου ήταν για μένα μια μεγάλη έκπληξη». Οι σημερινές γερμανικές εφημερίδες αφιερώνουν μεγάλα κομμάτια στην δημιουργική του πορεία. Ήταν  ο τελευταίος μιας γενιάς δεινοσαύρων της λογοτεχνικής κριτικής, που όπως και ο ίδιος είχε προβλέψει, παρασύρθηκε από  το κύμα της  τηλεοπτικής ευτέλειας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΔιαμάχη για το άνοιγμα που επιχειρεί το Βραβείο Μπούκερ
Επόμενο άρθροΤο τσίρκο της νύχτας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ