Έφυγε ο μαγικός Μαρκές

0
45

 

Η λογοτεχνική κοινότητα θρηνεί ένα από τα καλύτερα τέκνα της, ο κολομβιανός συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 87 ετών.  Ο συγγραφέας του μνημειώδους μυθιστορήματος Εκατό χρόνια μοναξιά (1967) είχε νοσηλευθεί στις αρχές Απριλίου σε νοσοκομείο της Πόλης του Μεξικού με πνευμονία. Εδώ και αρκετά χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή. Είχε ασθενήσει από καρκίνο στους λεμφαδένες ενώ ο αδελφός του είχε ανακοινώσει πρόσφατα ότι έπασχε και από άνοια.

«Ήταν αν όχι ο κορυφαίος, σίγουρα ο πιο εμβληματικός πεζογράφος της λατινοαμερικάνικης πεζογραφίας και εκπρόσωπος του περίφημου «μαγικού ρεαλισμού». Ο Κάρλος Φουέντες είχε πει γι αυτόν ότι είναι ο σπουδαιότερος ισπανός συγγραφέας μετά τον Θερβάντες.  Το 1982 βραβεύθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του στα οποία το φανταστικό και το ρεαλιστικό παντρεύονται σε έναν πλούσιο, περίπλοκο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου».

Για τον “μαγικό ρεαλισμό είχε πει ότι

ξεπήδησε από την ιστορία της Λατινικής Αμερικής από τους φαύλους δικτάτορες και τους ρομαντικούς επαναστάτες, από τα πολλά χρόνια της πείνας, της αρρώστιας και της βίας. Φίλος της Κούβας του Κάστρο, δημοσιογράφος, παρεμβατικός, μια ανήσυχη πένα. Για χρόνια έβγαζε το ψωμί του εργαζόμενος ως δημοσιογράφος, σεναριογράφος και κριτικός κινηματογράφου. Τα 40 πρώτα χρόνια της ζωής του ήταν γεμάτα στερήσεις. Οι αγαπημένοι του συγγραφείς ήταν ο Χέμινγουαίη , ο Φώκνερ, Ο Τουαίν,, ο Μέλβιλ και οι Ντίκενς, Προυστ, Κάφκα, Βιρτζίνια Γουλφ.

Μπορεί τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς να τον καθιέρωσαν αλλά πολλά βιβλία του αποδείχθηκαν αξεπέραστες δημιουργίες, όπως “Το φθινόπωρο του Πατριάρχη” (1975), “Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου” (1981), “Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας” (1985), “Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα” (1992) και “Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων” (1994).Τελευταίο βιβλίο του το «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου (2004).

Μικρό βιογραφικό του Γ.Γ.Μαρκές

Γεννημένος το 1927 στην Αρακατάκα, ένα παραλιακό χωριό της Κολομβίας, έζησε τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του κοντά στους παππούδες του από τη μεριά της μητέρας του. Τον πατέρα του τον αντιπαθούσε, ενώ τη μητέρα του την πρωτοείδε όταν ήταν δέκα ετών και από το σοκ αυτό δεν συνήλθε ποτέ. Τα χρόνια της παιδικής ηλικίας κοντά στους παππούδες του ήταν το ορυχείο της μελλοντικής αφηγηματικής του έμπνευσης. Ο ίδιος έλεγε πως στη γραφή του προσπαθούσε να συνδυάσει το αφηγηματικό ύφος της γιαγιάς του, η οποία του έλεγε φανταστικές ιστορίες σαν να ήταν πραγματικές, και του Κάφκα. Εξαιρετικά σημαντική ήταν και η επίδραση του συνταγματάρχη παππού του ο οποίος ενέπνευσε πολλούς χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του. «Ημουν οκτώ ετών όταν πέθανε. Από τότε τίποτε σημαντικό δεν μου συνέβη» έλεγε ο Μάρκες. Υπήρξε όμως και φανατικός αναγνώστης από παιδί. Σε ηλικία οκτώ ετών διάβασε τις Χίλιες και μία νύχτες και ο κόσμος των βιβλίων ανήκε στο μεγάλο απόθεμα των αφηγήσεων που τον ακολουθούσαν σε όλη του τη ζωή.

Το 1947 άρχισε στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά σπουδές Νομικής και Πολιτικών Επιστημών. Τον ίδιο χρόνο η εφημερίδα Ελ Εσπεκταδόρ δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο «Η τρίτη παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών και άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Ελ Ουνιβερσάλ. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Αμερική και την Ευρώπη. Την πρώτη του νουβέλα «Τα νεκρά φύλλα» (1955) ακολούθησε η νουβέλα «Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει» (1961) και το μυθιστόρημα «Κακιά ώρα» (1962).

Πηγή :  ΤΟ ΒΗΜΑ, New York Times

 

Προηγούμενο άρθροΗ περιπέτεια του χρέους
Επόμενο άρθροΝέιθαν Ζούκερμαν και εκλογές

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here