Έφυγε η Δρόσω Αγγελοπούλου- Μυριβήλη

0
302

Έφυγε η ΔΡΟΣΩ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ–ΜΥΡΙΒΗΛΗ, το τελευταίο από τα εν ζωή  παιδιά του Στράτη Μυριβήλη.   Οι εκδόσεις της Εστία μας  έστειλαν ένα κείμενο της Χριστίνας Αγγελοπούλου, εγγονής του Μυριβήλη.

 

Η Δροσούλα, το τελευταίο από τα εν ζωή  παιδιά του Μυριβήλη, έσβησε χτες το ξημέρωμα. Πήγε να συναντήσει τον πατέρα, την μάνα  και τα αδέλφια της. Πήγε όμως και  να κουρνιάσει στην αγκαλιά του άντρα της, που έφυγε κι αυτός είκοσι μέρες πριν.
Το τελευταίο βράδυ της έψαχνε  με επιμονή  στον ουρανό ένα αστεράκι . Κι όταν νόμισε ότι το βρήκε, είπε: «Πρέπει να πάω… εκεί που πρέπει να πάω.»

Έζησε εβδομήντα χρόνια μαζί με τον Άγγελό της, από δεκαέξι χρονών στην αγκαλιά του. Όλα τα βιώσανε μαζί, μέχρι και τον χαμό του γιού τους, πριν από δεκαπέντε χρόνια. Έδινε ο ένας κουράγιο και δύναμη στον άλλο, αλλά και ζεστασιά,  αγάπη, κατανόηση και χάδι, πολύ χάδι.  Έτσι αντιμετώπισαν την ζωή.

Η τελευταία εικόνα που έχω από τους δύο αυτούς ανθρώπους είναι να κρατιούνται χέρι χέρι, άρρωστοι πια και οι δύο, και ο πατέρας μου ο Άγγελος να φιλά το χέρι της μητέρας μου Δροσούλας και να της λέει γλυκόλογα.  Ένιωσα ευλογημένη που είμαι ο καρπός μιας τόσο μεγάλης αγάπης, ενός τόσο μεγάλου έρωτα.

Τώρα πια, όταν θα κοιτώ τον ουρανό,  θα ψάχνω κι εγώ τα δύο αστεράκια να τρεμοπαίζουν στο στερέωμα, να μου κλείνουν το μάτι παιχνιδιάρικα και να μου δίνουν την ευχή τους.
Από το Γαλάζιο Βιβλίο του Μυριβήλη (απόσπασμα από το διήγημα «Δυο παιδιά μπροστά σ’ έναν τάφο»).

 

-Τώρα είναι κοντά στον Θεό; Εκεί είναι οι καλοί ανθρώποι;

    Και οι κακοί είναι στην Κόλαση;  Τι κάνει κοντά στο Θεό ο παππούς;
– Βλέπει αν είστε καλά παιδιά, και τον παρακαλεί να σας φυλάει.
– Άμα δεν είμαστε;
– Τότες είναι πολύ λυπημένος ο παππούς. Κλαίει.
– Είναι τόσο ψηλά ο παππούς, μπαμπά; Ψηλά ως τον Θεό;
– Ο Θεός δεν είναι 
 μόνο ψηλά, αγόρι μου. Ο Θεός είναι παντού. Εκεί ψηλά κάνει

   τ’ αστεράκια κι εδώ χάμου τις μαργαρίτες και τα κυκλάμινα.
– Πώς ανεβαίνουν οι πεθαμένοι στον ουρανό;
– Δεν ανεβαίνουν οι πεθαμένοι, ανεβαίνουν οι ψυχές τους, λέει η Δροσούλα.
– Τι τόνε κάνανε τον παππου σαν πέθανε, μπαμπά;
– Τόνε θάψανε στο νεκροταφείο, παιδί μου. Αυτό ειναι περιβόλι που θάβουν

  τους  πεθαμένους.
 
Το νεκροταφείο του χωριού είναι αληθινό λιμάνι ειρήνης. Είναι γεμάτο από αιωνόβιους αγριόπρινους. Η φυλλωσιά τους, όλο κεντίδια, είναι σκληρή σαν από ψαλιδισμένο μέταλλο. Χρόνια πέφτουν χάμου τα φύλλα. Σαπίζουν και κάνουν το έδαφος μαλακό και ελαστικό. Τα βήματα είναι κούφια εκεί πάνω. Ίσκιος παχύς και σιωπή και γαλήνη 
 είναι εκεί μέσα. Σε μιά κουφάλα ένα αγίασμα στάζει από τον κούφιο βράχο.
Ανάβουν στην εκκλησούλα από ένα κερί μπροστά στην Παναγιά του τέμπλου, που κοιτάζει τα παιδιά με τα
 μεγάλα της μάτια. Η Δροσούλα κρατιέται από το ρούχο του μπαμπά, δειλιασμένη.

 

 

 

 

 

 

Χριστίνα Αγγελοπούλου

1 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here