Έρωτας κλισέ ή πρωτότυπος;

0
505

 

Της Αργυρώς Μαντόγλου. 

 

Πού ακριβώς «βρίσκεται» ένα βιβλίο, πού αρχίζει και που τελειώνει (αν τελειώνει ποτέ) η ιστορία του; Είναι αυτό που είχε στο κεφάλι του ο συγγραφέας όταν το έγραφε, είναι αυτό που εν τέλει έγραψε, αυτό που διάβασε ο αναγνώστης -ποιος αναγνώστης;- ή μήπως η μεταφορά του σε μια άλλη γλώσσα το καθιστά ένα διαφορετικό βιβλίο; Ποιος ο ρόλος του μεταφραστή, κι ακόμα ποιος ο ρόλος των ηρώων -όταν μάλιστα, ένας εξ αυτών υπήρξε το κίνητρο για τη γραφή του. Όλα αυτά είναι κάποια από τα θέματα της «Ιστορίας ενός έρωτα», αλλά κυρίως αυτό που μοιάζει να επανέρχεται είναι το ζήτημα της σχέσης του έργου με τον ίδιο το δημιουργό του. Ο δημιουργός ο οποίος στα βαθιά του γεράματα  ανακαλύπτει πως ένα βιβλίο που είχε γράψει στα νεανικά του χρόνια και το θεωρούσε χαμένο, έχει ήδη «ταξιδέψει» πολύ μακριά, έχει επηρεάσει ζωές, έχει μεταφραστεί και διαβαστεί.  Έχει πια περάσει πάνω από μισός αιώνας, όταν φθάνει σ’ αυτόν ο αντίκτυπος της «χάρτινης» ιστορίας του. Οι  περισσότεροι από τους χαρακτήρες είναι πλέον νεκροί , αλλά κάποιοι από τους παράξενους αναγνώστες του –ο καθένας για δικούς του λόγους- αναζητούν ακόμα το δημιουργό ή την κεντρική ηρωίδα, την Άλμα που ήταν πρόσωπο υπαρκτό και υπήρξε η μια και μοναδική αγάπη του Λέο Γκούρσκι, συγγραφέα του εν λόγω βιβλίου.

Η Νικόλ Κράους στην ιστορία ενός έρωτα επαναλαμβάνει ένα δοκιμασμένο αφηγηματικό μοτίβο το οποίο συναντήσαμε στο «Όταν όλα καταρρέουν», όπου η πλοκή και οι  χαρακτήρες περιστρέφονται γύρω από ένα αντικείμενο -ένα γραφείο- την περιπέτεια του οποίου παρακολουθούμε μέσα στο χρόνο, σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία και χώρους.  Το γραφείο υπήρξε ο καταλύτης προκειμένου η συγγραφέας να μας διηγηθεί την ιστορία των ιδιοκτητών του. Στην «Ιστορία ενός έρωτα» η αφορμή είναι ένα αδημοσίευτο χειρόγραφο. Η Κράους με μεγάλη μαεστρία μας παρουσιάζει την επίδραση που ασκεί όχι μόνο σε όσους το διαβάζουν ολόκληρο αλλά και σε όσους  μαθαίνουν ή ακούν κάποιο απόσπασμα ή ακόμα σε όσους έχουν περάσει από τις σελίδες του. Η δύναμη του χειρογράφου με την πάροδο του χρόνου αυξάνεται, το βιβλίο αυτονομείται, καθορίζει ζωές, ωθεί σε επιλογές ενώ οι λέξεις χαράσσουν σαν μαχαιριές όποιον έχει, κατά κάποιο τρόπο, έρθει σε επαφή μαζί του. Τη δύναμη αυτή, φυσικά, ο δημιουργός του, την αγνοεί, όπως και τη μοίρα του νεανικού του έργου.

Και στα δυο αυτά μυθιστορήματα της Κράους, τα αντικείμενα γύρω από τα οποία υφαίνεται η αφήγηση – γραφείο και βιβλίο- είναι φορτισμένα: φέρνουν στην επιφάνεια ένα τραυματικό παρελθόν και τα δυο σχετίζονται με τη διαδικασία της γραφής αλλά και την αμφίδρομη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον δημιουργό και το έργο του, ανάμεσα στους ανυποψίαστους κοντινούς ή μακρινούς αναγνώστες.

 

                      Η περιπέτεια ενός χειρογράφου 

Ο συγγραφέας, ο Λέο  Γκούρσκι δεν προσπάθησε ποτέ να εκδώσει το βιβλίο του, λίγο πριν φύγει από την Πολωνία το 1941 και για να μην πέσει στα χέρια των Γερμανών, το έδωσε στον πιο στενό του φίλο. Το μυθιστόρημα κακοποιήθηκε, ενταφιάστηκε, ξεχάστηκε, αλλά κάποια στιγμή ήρθε στην επιφάνεια, μεταφράστηκε στα ισπανικά, άλλαξε χέρια, ταξίδευσε, επηρέασε ανθρώπους, έγινε αντικείμενο πλαστογραφίας, το οικειοποιήθηκαν, το μετέφρασαν , έκανε το γύρο του κόσμου, για να φθάσει με παράδοξο τρόπο στο δημιουργό του, μαζί με όλες τις υπόλοιπες απώλειες που είχε υποστεί και την αποκάλυψη ενός μεγάλου μυστικού: η ιστορία του δικού νεανικού έρωτα δεν καρποφόρησε μονάχα το βιβλίο αλλά και έναν γιο, τον Ισαάκ που είναι κι αυτός συγγραφέας και ταυτόχρονα καρπός του δικού του έρωτα με την Αλμα.

Στην «Ιστορία ενός έρωτα» υπάρχουν πολλές ερωτικές ιστορίες.  Ο έρωτας παρουσιάζεται σαν μια κρυφή αλλά αποφασιστική δυνατότητα, για όλους τους χαρακτήρες που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα –μια παλιά και κοινή για όλους ιστορία, σχεδόν κλισέ- η ιστορία κάθε ανθρώπου που έρχεται στον κόσμο με τη λαχτάρα να αγαπηθεί, να κάνει σχέσεις αλλά και να εκφραστεί: να βρει τον τρόπο να μετουσιώσει τον έρωτά του σε λέξεις, κι αν όχι δικές του, με τις λέξεις κάποιου άλλου ώστε να παρατείνει τη διάρκειά του.

 

Τα αποσπάσματα από το εγκιβωτισμένο βιβλίο είναι εντυπωσιακά στη γραφή, στο στοχασμό, αλλά και στην ένταση του συναισθήματος. Η «Ιστορία ενός έρωτα» αποτελείται από κεφάλαια που περιγράφουν ένα χρονικό της ανθρώπινης τρυφερότητας. Αρχίζει με την «Εποχή της σιωπής» κατά τη διάρκεια της οποίας οι άνθρωποι επικοινωνούσαν μόνο με χειρονομίες, ακολουθεί η «Εποχή του Γυαλιού» όταν όλοι πίστευαν πως «κάποιο κομμάτι του ή κομμάτι της ήταν εξαιρετικά εύθραυστο» και θα έσπαζε αν πλησίαζαν πολύ, την «Εποχή του Σχοινιού» όταν «δεν ήταν ασυνήθιστο να χρησιμοποιούν ένα κομμάτι σχοινί για να οδηγούν τις λέξεις» οι οποίες μπορεί να έχαναν τον δρόμο τους και να μην έφθαναν ποτέ στον προορισμό τους.

Συγγραφέας-κλειδαράς

 

 

              Στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται η  ζωή τριών ανθρώπων:  πρώτος ο Λεο Γκούρσκι, ένας ηλικιωμένος κλειδαράς, στο Μανχάταν και συγγραφέας, ο δεύτερος χαρακτήρας είναι η Αλμα Σίνγκερ, μια δεκατετράχρονη στο Μπρούκλιν που έχει το ίδιο όνομα με τη γυναίκα του μυθιστορήματος και αγαπημένη του Γκούρσκι, και ο τρίτος είναι ο Ζβι Λίτβινοφ, που αποτελεί και τον συνδετικό κρίκο. Ο Γκούτσκι δεν γνωρίζει πως η «Ιστορία ενός έρωτα» έχει μεταφραστεί από τα γίντις στα ισπανικά και έχει δημοσιευθεί το 1960 στη Χιλή με την υπογραφή του φίλου του Λίτβινοφ, «ένα κέλυφος ανθρώπου», στον οποίο είχε εμπιστευθεί το χειρόγραφο. Χρόνια αργότερα, ο πατέρας της Άλμα, σε ένα ταξίδι του στην  Νότια Αμερική, θα δει το βιβλίο σε μια βιτρίνα και θα το ερωτευθεί. Όταν γνωρίσει τη Σαρλότ, τη μητέρα της Άλμα, θα της το χαρίσει.

Ο μοναχικός Λέο στα γηρατειά απελευθερώνεται και επιχειρεί να γεμίσει τις μέρες του με όποιο τρόπο μπορεί προκειμένου να βεβαιωθεί πως δεν έχει πεθάνει. Τον βλέπουμε πότε να ποζάρει ως γυμνό μοντέλο για να βγάλει το χαρτζιλίκι του, άλλοτε να πηγαίνει σε καταστήματα και να δοκιμάζει ακριβά κουστούμια, μέχρι που πέφτει πάνω στην αγγλική μετάφραση του δικού του βιβλίου που είχε γραφεί στα γίντις και κεραυνοβολημένος θα αναρωτηθεί: «Θα μπορούσα να είμαι διάσημος χωρίς να το γνωρίζω;”»

Η Αλμα, η έφηβη που φέρει και το όνομα της ηρωίδας του βιβλίου, ένας χαρακτήρας ζωντανός και τρυφερός, ανησυχεί για τη χήρα μητέρα της που τη βλέπει δυστυχισμένη και τον αδελφό της τον Μπερντ που θέλει να πετάξει και που πιστεύει πως ανήκει στην κάστα των εκλεκτών 36 που θα σώσουν τον κόσμο.

Στην «Ιστορία ενός έρωτα», όπως και στο «Όλα καταρρέουν» η Κράους εξερευνά χαρακτήρες που έχουν υποστεί κάποια σοβαρή συντριβή. Στο παρελθόν τους υπάρχει μια κεντρική απώλεια και είναι αδύνατον να υποκριθούν μια κάποια «κανονικότητα». Είναι αδύνατον, ακόμα και οι έφηβοι, να κάνουν κάποια κίνηση ή πράξη χωρίς συγκινησιακή φόρτιση, χωρίς να περιπέσουν σε στοχασμό για την ηθική τάξη των πραγμάτων, να κάνουν  συγκρίσεις, αναλύσεις για τη  φύση του κακού, την ατομική ευθύνη, τη διάρκεια κάθε συναισθήματος.

Η αφηγηματική δομή του μυθιστορήματος καθρεφτίζει τη διάλυση, τον κατακερματισμό, και την αποσπασματική φύση της αλήθειας: « Η αλήθεια είναι αυτό που επινόησα για να καταφέρω να ζήσω», θα πει ο Λεο λίγο πριν το τέλος.

Ο ίδιος αναγκάστηκε να ψάξει για να συνθέσει εκ νέου την ιστορία της ζωής του κι από «αόρατος άνθρωπος» να αποκτήσει υπόσταση. Το ίδιο ζητάει και η συγγραφέας από τον αναγνώστη της:  να λειτουργήσει δημιουργικά και να συνθέσει με τη δική του ανάγνωση τα σπαράγματα αλήθειας που προσφέρονται (σε μεγάλες δόσεις), να ανασυνθέσει τη δική του  «Ιστορία ενός έρωτα», μια εμπειρία γεμάτη γρίφους, ερωτήματα, αποκαλύψεις, συγκίνηση – όλα όσα καθιστούν ερωτική μια αναγνωστική εμπειρία.

 

ιστορια ενος έρωτα INFO:

Νικόλ Κράους

 Η ιστορία ενός έρωτα

ΜΤΦ.:  Πόλυ Μοσχοπούλου

«Μεταίχμιο» σελ. 341

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here