Ένα τραύμα κληροδοτούμενο

0
204

Της Σωτηρίας  Καλασαρίδου.

Αιώνιο πεπρωμένο αντιδικίας με χαρακτηριστικά αρχέγονου δράματος ανάμεσα σε μητέρα και κόρη; Μοιραία κληροδοσία της μητρικής απόρριψης επί σειρά τριών γενεών; Ή μήπως ψυχαναλυτική απόπειρα αποκρυπτογράφησης της γυναικείας υποκειμενικότητας στις ποικίλες εκφάνσεις της; Τα προαναφερθέντα ζητήματα τίθενται από έναν άνδρα συγγραφέα σε ένα μυθιστόρημά του, το οποίο μάλιστα διαφέρει αρκετά από τα προηγούμενά του, και εκδόθηκε το Σεπτέμβριο του 2007 από τις εκδόσεις Πόλις, σε εξαιρετική μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, υπό τον ποιητικό τίτλο Σαν τη βροχή πριν πέσει. Ο λόγος βέβαια γίνεται για τον Τζόναθαν Κόου που αποφασίζει στο εν λόγω μυθιστόρημα να αφήσει στη γωνία την καταγραφή και στηλίτευση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας και να καταπιαστεί με τη γυναικεία ψυχογράφηση, ιχνηλατώντας διαστάσεις της, όπως γυναικεία φιλία, σχέση με το άλλο φύλο και συζυγική ταυτότητα, γυναικείος ομοερωτισμός, αλλά και τη σκιαγράφηση της φύσει και θέσει μητρικής ταυτότητας, προικοδοτώντας το κείμενο με ισχυρές δόσεις συγκίνησης που βρίσκονται σε ποιοτική αντίθεση με το κοινότυπο μελό.

Η Ρόζαμοντ, αφηγήτρια και βασική πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, πεθαίνει σε ηλικία 73 χρονών στο σπίτι της στην αγγλική εξοχή, κληροδοτώντας την περιουσία της σε τρία πρόσωπα: στα δύο ανίψια της και σε μια μακρινή συγγενή της, την Ίμοτζεν, με την οποία η αφηγήτρια έχει να επικοινωνήσει περισσότερα από είκοσι χρόνια. Η διαθήκη πέρα από οικονομική έχει και μιαν άλλη διάσταση, αυτήν της οικογενειακής παρακαταθήκης, καθώς η Ίμοτζεν κληρονομεί και μια σειρά από «τέσσερις ενενηντάρες» κασέτες μαγνητοφώνου. Η Ρόζαμοντ, λίγο πριν από την αυτοχειρία της, αποφασίζει να περιγράψει παλιές φωτογραφίες στην Ίμοτζεν και να ανακαλέσει συνακόλουθα γεγονότα, πρόσωπα και πράγματα που συνδέονται με αυτές, μαγνητοφωνώντας τις περιγραφές σε κασέτες. Η θανούσα μετακυλίει με γραπτό σημείωμα το χρέος ανεύρεσης της Ίμοτζεν, στην ανιψιά της Τζιλ και η τελευταία, αδυνατώντας να βρει τα ίχνη της τρίτης αγνοούμενης κληρονόμου, αποφασίζει να ακούσει τις εν λόγω κασέτες. Και εδώ αρχίζει μια ανάδρομη αφήγηση, το ταξίδι στο παρελθόν, και το ξετύλιγμα του κουβαριού μιας καλά κρυμμένης, δραματικής, οικογενειακής ιστορίας.

Τρία ζευγάρια μητέρας – κόρης στη διάρκεια πενήντα περίπου χρόνων ξεδιπλώνουν τις τεταμένες σχέσεις τους με χαρακτήρα αιτιώδους συνάφειας. Η ελλειμματική μητρική αγάπη της θείας της αφηγήτριας, της Άιβι, για την κόρη της, τη Μπέατριξ, μετουσιώνεται σε σκληρότητα που αποδέκτη έχει πια την κόρη της Μπέατριξ, την Τέα, η οποία με τη σειρά μεταλλάσσει τη σκληρότητα σε οργή που ξεσπά στην τρίχρονη κόρη της Τέα, την Ίμοτζεν. Η αφηγήτρια αποτελεί πρόσωπο – κλειδί στην ιστορία στον βαθμό που, άλλοτε ως έμμεσα και άλλοτε ως άμεσα εμπλεκόμενη, για τρεις συνεχόμενες γενιές εισπράττει την εναγώνια σχέση μητέρας και κόρης με τη μορφή κληροδοτούμενου τραύματος με χαρακτηριστικά δια-γενεαλογίας. Γίνεται μάρτυρας της μητρικής απόρριψης, η οποία όχι μόνο δεν αμβλύνεται με την έλευση μιας νέας ζωής, αλλά αντιθέτως παρουσιάζεται κάθε φορά ως βαθμιαία αυξανόμενη σοβούσα κρίση, αλέθοντας τη μοίρα των ηρωίδων και κυρίως υπεξαιρώντας έστω και κάποιες ξεφτισμένες ευκαιρίες για παλινόρθωση και συγγνώμη.

Ο συγγραφέας βυθοσκοπεί τη γυναικεία υποκειμενικότητα μέσα από τη συνάρτησή της με την πεμπτουσία της γυναικείας φύσης, τη μητρότητα, αποδίδοντάς της χαρακτηριστικά αιτιοκρατίας με έντονα τα στοιχεία της οδύνης και των μετέωρων συναισθημάτων, καταφέρνοντας ταυτόχρονα να γράψει μιαν ιστορία με πανανθρώπινο, οικουμενικό και διαχρονικό χαρακτήρα. Και ίσως τελικά το βιβλίο συγκινεί και κερδίζει την προσοχή του αναγνώστη, όχι τόσο επειδή δημιουργούνται προνομιακά πεδία ταυτίσεων με τις ηρωίδες μέσω ενεργοποίησης των βιωμάτων του· κερδίζει το αναγνωστικό στοίχημα κυρίως, επειδή δημιουργεί μια συναισθηματική, διπολική παλινδρόμηση του αναγνώστη μεταξύ μιας ανακούφισης, η οποία απορρέει από την ευγνωμοσύνη του που δεν υπήρξε στη θέση των ηρωίδων του βιβλίου ως παιδί, και του φόβου, που εκπορεύεται από έναν επαπειλούμενο κίνδυνο και την αγωνία να μην περιέλθει στη θέση τους ως γονέας.

Ο Κόου όμως εκπλήσσει ευχάριστα τον αναγνώστη, όχι μόνο για τη διεισδυτική, ψυχολογική ακτινοσκόπηση της γυναικείας υποκειμενικότητας αλλά και γιατί, πειραματιζόμενος με τη μορφή του έργου, πετυχαίνει άλλη μια καινοτομία, επιλέγοντας για κύρια αφηγηματική μονάδα της ιστορίας του την περιγραφόμενη, χωρίς βαρύγδουπες λέξεις, φωτογραφία, παραπέμποντας έτσι στον κινηματογράφο, καθώς σχεδόν ολόκληρο το βιβλίο, με εξαίρεση την αρχή και το τέλος του, οικοδομείται από είκοσι σεκάνς που απαρτίζονται από σκηνές και πλάνα, που αιχμαλωτίζουν τα μυστικά μιας οικογενειακής ιστορίας. Το συγκεκριμένο βιβλίο βέβαια, αν και διαφορετικό στο ύφος του, στήνει γέφυρες επικοινωνίας με το καινούριο μυθιστόρημα του Κόου ― το οποίο φέρει τον τίτλο Expo 58, έχει ήδη κυκλοφορήσει στη Βρετανία και στην Ιταλία και αναμένεται να κυκλοφορήσει και στη χώρα μας, πριν εκπνεύσει το 2013 από τις εκδόσεις Πόλις ― αφού ο Τόμας Φόλεϊ, γαμπρός της αφηγήτριας στο Σαν τη βροχή πριν πέσει αποτελεί τον κεντρικό πρωταγωνιστή του πολυαναμενόμενου μυθιστορήματος του διάσημου Βρετανού συγγραφέα.

 

 

Προηγούμενο άρθρο“September”
Επόμενο άρθροΤα δοκίμια ενός πεζογράφου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ