Ένας Καταλανός στην Αθήνα

0
84

Ένας Καταλανός στην Αθήνα   Της Μαρίζας Ντεκάστρο.

Δεν ήταν ένας κάποιος ανώνυμος τουρίστας, άλλωστε, Φεβρουάριο μήνα, σπανίζουν οι τουρίστες στην Αθήνα. Ήταν ο Γιουζέπ Αντόνι Τάσσιες, ο βραβευμένος εικονογράφος που είχε έρθει για το βιβλίο του Μου έκλεψαν το όνομά μου, ένα από τα βιβλία που παρουσιάστηκαν στην ημερίδα για τη Φιλαναγνωσία με θέμα το σχολικό εκφοβισμό που οργάνωσε η Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου στο Ινστιτούτο Θερβάντες, στις αρχές του μήνα.

Όλα μπορείς να τα πεις στα παιδιά, όσο κι αν είναι τρομερά
Ο Τάσσιες, που ξεκίνησε ως δημοσιογράφος, σχολιάζει με σκίτσα τα ρεπορτάζ ισπανικών και άλλων εφημερίδων. Στο βιβλίο Μου έκλεψαν το όνομά μου είναι σαν να κάνει ο ίδιος ένα ρεπορτάζ με θέμα τον εκφοβισμό στην κλειστή κοινωνία του σχολείου, η οποία κάθε  άλλο από προστατευμένη και προστατευτική είναι. Έχοντας ο ίδιος υποστεί bullying και όντας σήμερα πατέρας, παρεμβαίνει με ένα εικονογραφημένο βιβλίο για να καταγγείλει το φαινόμενο και μάλιστα απευθύνεται στο εφηβικό κοινό. Διάλεξε αυτή την ηλικία γιατί πιστεύει ότι στην εφηβεία σταθεροποιούνται οι προσωπικές ταυτότητες κάθε είδους. Και όταν προσβάλλονται αυτές οι ταυτότητες, τα θύματα μπορούν να οδηγηθούν, όσο κι αν μας σοκάρει, σε απονενοημένα διαβήματα. Στο βιβλίο του (ΔΙΑΒΑΖΩ, τ. 523) ο σκοτεινός κόσμος των συναισθημάτων αντανακλάται στην εξίσου σκοτεινή εικονογράφηση και αφήνει υπόνοιες αυτοκτονίας.

Η πορεία της συγγραφής

Αρχικά ο Τάσσιες σκέφτηκε να γράψει το πολυσέλιδο ημερολόγιο ενός κοριτσιού θύματος. Όμως το ‘ημερολόγιο’ δεν αρκεί να είναι μια καταγραφή συμβάντων. Προϋποθέτει στοιχειώδη πλοκή, χαρακτήρες, παρουσίαση του εσωτερικού κόσμου των ηρώων, περιβάλλοντα, καθετί που οργανώνει το σύμπαν μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Επειδή λοιπόν ο Τάσσιες δεν είναι συγγραφέας, προσάρμοσε το θέμα στα μέτρα του. Άρχισε να αφαιρεί και να συμπυκνώνει ώστε να αποδώσει το θέμα με εικόνες. Το κείμενο, μικρές φράσεις φορτισμένες με συναισθήματα, στοιχειοθετούν την άγρια πραγματικότητα. Τι ίδιο και η εικονογράφηση. Επέλεξε να σχεδιάσει πρόσωπα χωρίς χαρακτηριστικά, ήρωες με κεφάλι μήλου ως μεταφορά μιας κάποιας οικουμενικότητας καταστάσεων κι είναι σαν να μας επισημαίνει ότι παρόμοια περιστατικά συμβαίνουν παντού και σε πάρα πολλούς, σε όλες τις ηλικίες. Όταν οι ανώνυμοι ήρωες αποκτούν χαρακτηριστικά, και ταυτότητα, βλέπουμε αγρίμια, εξεγερμένους εφήβους εναντίον ενός τρομαγμένου, μαζεμένου συνομήλικου ο οποίος στα μάτια τους έχει χάσει εκτός από το όνομά του και την ηλικία του κι έχει μεταμορφωθεί σε ανυπεράσπιστο σιωπηλό παιδί.

Τι να κάνει κανένας μ’ αυτό το βιβλίο, πέρα από το να το διαβάσει;

Ο Τάσσιες ανήκει στην κατηγορία εκείνων που πιστεύουν ότι τα βιβλία έχουν πολλές ζωές, είναι πολλαπλώς χρήσιμα και δημιουργούν ευκαιρίες για ομαδική επεξεργασία. Λειτούργησε λοιπόν ως εμψυχωτής και οργάνωσε ένα εργαστήριο με είκοσι περίπου εκπαιδευτικούς στο αμφιθέατρο του Θερβάντες. Πρώτα είδαμε αυτοπροσωπογραφίες παιδιών και σχολιάσαμε ότι την εικόνα που παρουσιάζει καθένας για τον εαυτό του. Έπειτα τα συνδέσαμε με τα πρόσωπα χωρίς χαρακτηριστικά, του βιβλίου, και οδηγηθήκαμε στον εκφοβισμό. Υπήρξαμε εμείς οι ίδιοι ποτέ θύματα; Άλλοι ναι, άλλοι όχι. Ξέρουμε τα ονόματα των θυτών, πόσα κορίτσια ή αγόρια έπαιξαν αυτό το ρόλο; Ξέρουμε τα ονόματα των θυμάτων; Μπορούμε να περιγράψουμε τη σκηνή του εκφοβισμού;  Πού έγινε; Σε ποια συγκυρία; Τι ζήτημα έθιγε; Τη θρησκεία, το φύλο, την εμφάνιση, το χρώμα, την κοινωνική θέση; Πώς αντιμετωπίσαμε το περιστατικό, τι νιώσαμε; Ήταν μιάμιση ώρα ψυχοθεραπείας για όλους όσοι πήραμε μέρος στο εργαστήριο.

Μια υπόθεση που αφορά όλους

Ο εκφοβισμός που υφίστανται πολλά από τα παιδιά, στον περίγυρο ή στην εργασία μας, έγινε δική μας υπόθεση, αφού ανακαλέσαμε και κοιτάξαμε από απόσταση είτε τη δική μας είτε μια κοντινή περίπτωση εκφοβισμού.  Το γεγονός ότι εμπλακήκαμε προσωπικά μας εφοδίασε με την απαραίτητη ψυχραιμία και μας οδήγησε να συλλογιστούμε για το πώς μπορούμε να παρέμβουμε σε ανάλογες καταστάσεις. Η πρόταση του Τάσσιες, έτσι όπως φάνηκε στο εργαστήριο, είναι πως δεν αρκεί να παρεμβαίνουμε μόνο τεχνικά (συζήτηση με τους εμπλεκόμενους, τιμωρία, ανακοίνωση) ώστε να δοθεί κάποια λύση, αλλά ότι πρέπει να μπούμε στη συνθήκη και να τη δουλέψουμε κι εμείς ως ενήλικοι σε ομάδα. Μας προέτρεψε δηλαδή να ανοιχτούμε, να απελευθερώσουμε τις ευαισθησίες μας ώστε να λειτουργήσουμε υποστηρικτικά  ο ένας για τον άλλο και κατ’ επέκταση υποστηρικτικά προς το θύτη και το θύμα.

Στην πραγματικότητα κανένας από εμάς δεν ήταν ψυχολόγος ούτε άλλωστε και ο εμψυχωτής μας. Εκείνο όμως που καταφέραμε συζητώντας για το βιβλίο ήταν διαπιστώσουμε την πολυπλοκότητα του θέματος και να γίνουμε μέρος του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here