Έλεγχος (χριστουγεννιάτικο 11, του Βασίλη Μόσχου)

0
173

 

 

Βασίλης Μόσχος (*)

«Κοίτα, δεν είμαι τζαμπατζής. Πάντα έχω εισιτήριο, τελευταία έβγαζα και μηνιαία κάρτα. Πως το λένε, απεριορίστων. Μισό να στην δείξω αν δεν με πιστεύεις. Συμφέρει πιο πολύ. Νάτη. Βλέπεις; Ναι, ξέρω, έχει λήξει. Αλλά καταλαβαίνεις τι εννοώ; Μαλακία μου, το ξέρω. Έπρεπε να κόψω απλό εισιτήριο. Αλλά που να βρω Κυριακάτικα. Στο κέντρο τα περίπτερα δεν έχουν εισιτήρια, ξέρεις ότι τα περίπτερα στο κέντρο δεν έχουν εισιτήρια, έτσι; Σε παρακαλώ μην μου κόψεις πρόστιμο, δεν έχω να το πληρώσω. Πιάσαμε σπίτι με την δικιά μου και ο νοικοκύρης το ‘δινε μόνο αν πληρώναμε μπροστά τον πρώτο χρόνο. Όλο τον χρόνο μπροστά, καταλαβαίνεις; Κοντά πέντε χιλιάρικα δώσαμε, μετρητά, τσέπη όλα. Γι’ αυτό σου λέω. Οκέι, μαλακία μου, το ‘παμε αυτό. Αλλά άστο, μία φορά μόνο, δεν θα επαναληφθεί…»

Ο Παύλος είδε τι γινόταν και ήρθε προς το μέρος μας. Είχε ήδη καθαρίσει με τους υπόλοιπους επιβάτες.

«Τι συμβαίνει κύριε;», είπε στο νεαρό.

Εκείνος τα ξανάπε, με πιο πολλές σάλτσες.

«Κάθε μέρα το παίρνω για να πάω στην δουλειά. Το ίδιο λεωφορείο, κάθε μέρα. Στο τάδε δουλεύω, το ξέρετε το μαγαζί; Ελληνάδικο. Χαμός. Αύριο αν έρθετε εφτά παρά το απόγευμα θα με δείτε, εδώ θα ‘μαι»

«Κύριε, έχετε πιει;»

«Εμ τι θα ‘χει κάνει ρε μαλάκα, αφού δουλεύει μπαρ σου λέει κι έκλεισε το μαγαζί οχτώ το πρωί, λες να μην ήπιε όλο το βράδυ, γιορτάρες μέρες;» θέλησα να του πω, αλλά δεν είπα τίποτα.

«Την ταυτότητά σας παρακαλώ» του ξανάπε ο Παύλος.

Ο νεαρός την έβγαλε, δεν διαμαρτυρήθηκε άλλο, έγειρε το κεφάλι  στο τζάμι, μετά βίας κρατιόταν ξύπνιος.

Μια κοπέλα πετάχτηκε, από ξενύχτι κι αυτή, κάτι είπε του στυλ αφού σας έδειξε ότι βγάζει κάρτα, μην τον γράφετε και τα λοιπά. Ο Παύλος της έκοψε τον βήχα.

Έγραψα το πρόστιμο και του ‘δωσα το διπλότυπο. Του εξήγησα πως πάει με τις καθυστερήσεις και κάθε πόσο προσαυξάνεται. Δεν έδειχνε να παρακολουθεί.

«Ωραίοι ρε μάγκες. Ευχαριστώ. Να ‘στε καλά, να πούμε, καλές γιορτές να ‘χετε…»

Στην άλλη στάση κατεβήκαμε. Ο Παύλος μ’ άρπαξε. Και τι ‘ναι αυτά, και κάθομαι και τους ακούω, όλοι ψέμματα λένε, το ίδιο τροπάρι, μάθαμε τώρα, όλοι τζαμπατζήδες είναι. Και την άλλη φορά είπε αν δει ότι διστάζω δεν θα μου χαριστεί, θα κόψει εκείνος το πρόστιμο για να μου φάει το ποσοστό. Πάλι δεν του είπα τι σκεφτόμουν.

Σπίτι η μικρή κοιμόταν στον καναπέ, την είχε σκεπάσει η Στέλλα με μια κουβερτούλα. Εκείνη ήταν στην κουζίνα, μύριζε φακές όλο το σπίτι.

«Θ’ αργήσεις» είπα.

«Θα ‘ρθουν να με πάρουν. Σιγά μην πάρω λεωφορείο!» Γέλασε μόνη της.

«Έτοιμες είναι, έχω σβήσει την φωτιά. Θες καφέ;»

Είπα όχι, δεν θα μ’ έπιανε ύπνος πάλι. Έκατσα στο τραπέζι κι άναψα τσιγάρο, η Στέλλα πήγε να ετοιμαστεί. Είχε στο τραπέζι πάνω το γράμμα της μικρής στον Άη Βασίλη και κάτι λογαριασμούς, τους πήρα, φρεσκοανοιγμένοι, πιο ‘κει ήταν κι οι φάκελοι.

«Τι ‘ναι αυτά;» φώναξα.

«Με τι μοιάζουν;» γέλασε η Στέλλα από μέσα.

«Πότε ήρθανε ρε πούστη, τώρα πληρώσαμε» σκέφτηκα, φωναχτά αυτή την φορά.

«Εεε, γλώσσα!»

Ήταν έτοιμη, ήρθε και με μάλωσε, αφού κοιμάται μωρέ, της έκανα. Δεν έχει σημασία είπε, κι είχε δίκιο. Όπως πάντα.

Έφυγε για δουλειά. Ξύπνησε η μικρή, της έκανα δυο φέτες με μερέντα, παίξαμε λίγο, άναψα και τα φωτάκια και κάτσαμε να δούμε παιδικά.

Πήρα τα κωλόχαρτα και το κομπιουτεράκι. Τα ‘κανα και τα ξανάκανα. Αν δεν βάλουνε την Στέλλα φουλ τάιμ ούτε από Γενάρη, θα ‘χουμε πρόβλημα.

Άφησα λίγο την μικρή και πήγα να καπνίσω στην κουζίνα∙ έκανα τελικά και τον καφέ. Είχε δίκιο ο Παύλος. Αν ανέβαζα τα νούμερά μου θα ‘βγαζα κάνα εξτρά εβδομηντάρι το μήνα. Αν γινόμουνα εντελώς αρχίδι, σαν κι’ αυτόν, μπορεί και κατοστάρικο.

Πήρα την Στέλλα.

«Μπορούν απόψε οι δικοί σου να κρατήσουν το παιδί, να πιούμε κάνα ποτό; Τι πως μου ‘ρθε, έτσι. Να πιούμε ένα ποτό σαν άνθρωποι. Γιορτές είναι. Ξέρω ένα καινούριο μαγαζί, κέντρο. Ξέρω γω, ελληνάδικο. Πάμε μωρέ, ωραία θα’ ναι…»

Άνοιξα το πορτοφόλι. Από ένα ποτό ο καθένας, πες από δυο. Να του αφήσω και κάνα μπουρμπουάρ, αν τον δω, μπορεί να μη δουλεύει σήμερα, αλλά είπε αύριο, σήμερα θα εννοούσε. Πες δεκάρικο να του αφήσω. Πάει το πενηντάευρο.

Δε γαμιέται.

 

(*) Ο Βασίλης Μόσχος είναι σεναριογράφος. Το πρώτο του βιβλίο, συλλογή διηγημάτων, με τίτλο “Θραύσματα” κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Κέδρος”, και ήταν στην μικρή λίστα των βραβείων του Αναγνώστη στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων για το 2017

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here