Έγκλεισμός

0
261

Της Λίλας Κονομάρα

 

To σπίτι υπήρξε ανά τους αιώνες το «βασίλειο» της γυναίκας. Aμέτρητες είναι οι αναφορές στη λογοτεχνία σε γυναίκες οι οποίες δημιούργησαν ένα πραγματικό σπιτικό όπου βασίλευε ατμόσφαιρα αγάπης, χαράς και οικογενειακής θαλπωρής φροντίζοντας μικρούς και μεγάλους, ομορφαίνοντας το χώρο, πλουτίζοντας την καθημερινότητα με όλες εκείνες τις γυναικείες αρετές όπως η γλυκύτητα, η λεπτότητα, η ευαισθησία. Το «βασίλειο» όμως αυτό υπήρξε εξίσου συχνά και η φυλακή τους.

Στην αρχαιότητα, η διαμόρφωση της ελληνικής κατοικίας σχετίζεται με τον σαφή διαχωρισμό των ρόλων μεταξύ ανδρών και γυναικών. Αναφορές στο γυναικωνίτη υπάρχουν πολλές: στην Οδύσσεια, μόνιμο ενδιαίτημα της Πηνελόπης είναι το υπερώο όπου κάθεται με τις δούλες της ενώ στις Χοηφόρες ο Αισχύλος, αναφερόμενος στο όνειρο της Κλυταιμνήστρας, μιλάει για τη δυνατή βοή που προερχόταν από το γυναικωνίτη του παλατιού. Στους χώρους του γυναικωνίτη, που βρίσκονταν μακριά από την είσοδο, οι γυναίκες μεγάλωναν τα παιδιά, επέβλεπαν και κατεύθυναν τους δούλους, ύφαιναν και έγνεθαν. Ιδού πώς ο Ισχόμαχος στον Οικονομικό του Ξενοφώντα μιλάει για το γάμο και τη γυναίκα παρομοιάζοντάς την με τη μέλισσα-βασίλισσα.

 

«Κατ’ αρχάς, το ζευγάρι αυτό πλαγιάζει μαζί και τεκνοποιεί, για να μην εξαφανιστούν τα είδη·έπειτα, από αυτό το ζευγάρι εξασφαλίζεται, τουλάχιστον για τους ανθρώπους, η δυνατότητα να έχουν γηροκόμους. Τέλος, οι άνθρωποι δεν ζουν στο ύπαιθρο, όπως τα ζώα, αλλά χρειάζονται προφανώς στέγη. Οι άνθρωποι ωστόσο που επιθυμούν να έχουν τα αγαθά που θα φέρουν μέσα στον στεγασμένο χώρο χρειάζονται κάποιον που θα αναλάβει τις εργασίες στο ύπαιθρο. Γιατί και το όργωμα και η σπορά και το φύτεμα και το βόσκημα είναι όλα εργασίες υπαίθριες· και αυτές εξασφαλίζουν τα απαραίτητα. Από την άλλη, όταν αυτά συγκεντρωθούν μέσα στον στεγασμένο χώρο, χρειάζεται κάποιος που θα τα φυλάει και θα κάνει τις εργασίες που απαιτούν στεγασμένο χώρο. Στεγασμένο χώρο πάλι χρειάζεται και η ανατροφή των νεογέννητων παιδιών, στεγασμένο χώρο χρειάζονται και τα τρόφιμα που παρασκευάζονται από δημητριακά, όπως επίσης και η παραγωγή ρούχων από μαλλί. Και επειδή οι δύο αυτές εργασίες, και οι μέσα και οι έξω, απαιτούν μόχθο και φροντίδα, έχω την εντύπωση,» είπε, «ότι και τη φύση την έπλασε εξαρχής ο θεός της μεν γυναίκας κατάλληλη για τις εργασίες και τις φροντίδες μέσα στο σπίτι, του δε άντρα για τις έξω…» «Θα χρειαστεί δηλαδή,» είπε η γυναίκα, «να κάνω και εγώ αυτά που κάνει η βασίλισσα του σμήνους;» «Θα χρειαστεί οπωσδήποτε,» είπα εγώ, «να μένεις μέσα και αφενός να στέλνεις έξω τους δούλους που έχουν να εργάζονται έξω, αφετέρου να επιβλέπεις εκείνους που πρέπει να εργάζονται μέσα. Πρέπει επίσης να παραλαμβάνεις ό,τι μπαίνει στο σπίτι και όσα χρειάζεται να αναλωθούν να τα μοιράζεις, για όσα πάλι χρειάζεται να μείνουν στην άκρη πρέπει να σκέφτεσαι εκ των προτέρων και να έχεις τον νου σου ώστε να μην εξαντλούνται σε ένα μήνα οι προμήθειες που προορίζονται για ένα χρόνο. Και όταν σου φέρουν μαλλί, πρέπει να φροντίσεις να φτιαχτούν ρούχα για όσους χρειάζεται· οφείλεις ακόμη να φροντίζεις να είναι σε καλή κατάσταση για κατανάλωση το αποθηκευμένο σιτάρι. Μία ωστόσο από τις ειδικές υποχρεώσεις σου,» είπα, εγώ, «θα σου φανεί ίσως ότι δεν είναι και ό,τι πιο ευχάριστο· εννοώ ότι, αν αρρωστήσει κάποιος από τους δούλους, πρέπει να φροντίζεις να έχει, ο οιοσδήποτε, την απαραίτητη περιποίηση.» «Το αντίθετο, μα τον Δία», είπε η γυναίκα, «αυτό θα είναι άκρως ευχάριστο, αν βέβαια εκείνοι που είχαν την κατάλληλη περιποίηση φανούν ευγνώμονες και είναι πιο αφοσιωμένοι από ό,τι πριν.» «Και εγώ,”είπε ο Ισχόμαχος, «εντυπωσιασμένος από την απάντησή της, είπα:” «Άραγε, γυναίκα, χάρη σε τέτοιες στοχαστικές ενέργειες της βασίλισσας του σμήνους, οι μέλισσες νιώθουν έτσι απέναντί της, ώστε, όταν εκείνη εγκαταλείπει το σμήνος, καμία από τις μέλισσες δεν νομίζει ότι πρέπει να μείνει πίσω, αλλά την ακολουθούν όλες;» Και η γυναίκα μου μού απάντησε: «Θα με εξέπληττε,» είπε, «αν τα καθήκοντα του ηγέτη δεν είχαν να κάνουν πιο πολύ με εσένα παρά με εμένα. Γιατί το έργο το δικό μου να φυλάω και να μοιράζω τα πράγματα που βρίσκονται μέσα θα φαινόταν, νομίζω, γελοίο, αν δεν φρόντιζες εσύ να φθάνουν κάποιες προμήθειες από έξω μέσα.» «Γελοίο θα φαίνεται επίσης,» είπα εγώ, «και το να φέρνω εγώ στο σπίτι πράγματα, αν δεν υπάρχει κάποιος που να φυλάει ό,τι μπαίνει μέσα στο σπίτι. Και το πιο ευχάριστο από όλα: εάν αποδειχθείς ανώτερη από εμένα, θα με κάνεις και εμένα υπηρέτη σου και τότε δεν θα υπάρχει λόγος να φοβάσαι μήπως,
καθώς θα περνούν τα χρόνια, θα σε τιμούν στο σπίτι λιγότερο από πριν, αλλά θα πιστεύεις ότι, μεγαλώνοντας, όσο καλύτερη σύντροφος θα είσαι για μένα και όσο καλύτερος φύλακας του σπιτιού για τα παιδιά, τόσο περισσότερο θα σε τιμούν στο σπίτι. Γιατί δεν είναι η ομορφιά της νιότης,» είπα εγώ, «αλλά οι αρετές οι χρήσιμες για τη ζωή που κάνουν να πληθαίνουν τα καλά και τα ωραία πράγματα για τους ανθρώπους».

(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)

 

Η γυναίκα συμβολίζει την εστία. Δεν έχει πολιτικά δικαιώματα και βρίσκεται υπό την κηδεμονία του πατέρα ή του νόμιμου κηδεμόνα της του «κύριου». Είναι περιορισμένη στο σπίτι και διαχειρίζεται τα του οίκου. Στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, η έξοδος δεν απαγορεύεται αλλά και δεν συνηθίζεται. Οι γυναίκες απαγορεύεται να λαμβάνουν μέρος ακόμα και στα συμπόσια που ο σύζυγός τους διοργάνωνε στο ίδιο τους το σπίτι. Δεν μπορούν να ορίσουν τον εαυτό τους ούτε και στην ερωτική συνεύρεση. «Πρώτα πρώτα η γυναίκα όταν βγαίνει απ’ το σπίτι της, όλοι την κατηγορούν – δίκαια ή άδικα. Αυτήν την επιθυμία την αρνήθηκα. Δεν βγήκα απ’ το σπίτι» λέει στις Τρωάδες η Ανδρομάχη.

Ο εγκλεισμός της γυναίκας στο σπίτι σχετίζεται καταρχήν με την υπόληψή της, μία τίμια γυναίκα δεν επιτρέπεται να εκτεθεί στα βλέμματα των ανδρών. Ταυτόχρονα συνεπάγεται την άγνοιά της όσον αφορά τη μόρφωση και τον έξω κόσμο πράγμα που την καθιστά ακόμη πιο εξαρτημένη και χειραγωγήσιμη.  Στο Βυζάντιο, κλεισμένες στο σπίτι παρέμεναν οι κοινωνικά ανίσχυρες γυναίκες όπως οι ορφανές, οι χήρες, οι ξένες αλλά και οι γριές, οι λεπρές, οι τρελές και οι τυφλές.

 

ΣΧΟΛΕΙΟ-ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Το δέκατο έβδομο αιώνα συναντάμε την ίδια ακριβώς αντίληψη στο έργο του Μολιέρου Σχολείο γυναικών. Φοβούμενος τη συζυγική απιστία, ο Αρνόλφ αποφασίζει να διαμορφώσει τη μέλλουσα γυναίκα του κρατώντας την σε πλήρη άγνοια για όλα τα θέματα και νομίζοντας ότι θα εξασφαλίσει μ’ αυτόν τον τρόπο μια σύζυγο αμέμπτου ηθικής. Έτσι λοιπόν κλείνει την Ανιές σ’ ένα μοναστήρι και στη συνέχεια σ’ ένα σπίτι όπου φυλάσσεται από δυο υπηρέτες. Της στερεί κάθε είδους μόρφωση. Ο Μολιέρος ασκεί καυστικότατη σάτιρα στο θεσμό του γάμου και την εκπαίδευση των γυναικών ξεσηκώνοντας έντονη πολεμική εκείνη την εποχή. Η ίδια η άγνοια στην οποία ο κηδεμόνας της φυλακίζει την Ανιές στρέφεται τελικά εναντίον του.

   Στη βικτοριανή εποχή, το σπίτι προβάλλεται σαν παράδεισος απέναντι στον επικίνδυνο και χαοτικό κόσμο της πολιτικής και των επιχειρήσεων. Η γυναίκα, τυχερή που βρίσκεται υπό την προστασία ενός άντρα, δεν χρειάζεται να σκοτίζει «το όμορφο κεφαλάκι της» με όλα αυτά τα απαίσια πράγματα. Πλάσμα χαριτωμένο και αξιαγάπητο αλλά χωρίς κανένα απολύτως εφόδιο για τη ζωή, η γυναίκα έχει ως μοναδικό προορισμό να γίνει μια καλή σύζυγος και μητέρα. Συγγραφείς όπως οι αδελφές Μπροντέ καταγράφουν την πραγματικότητα αυτή αλλά και αρχίζουν να την αμφισβητούν. Ας θυμηθούμε την Τζέιν Έυρ και την τρελή πρώτη γυναίκα του Ρότσεστερ, κλεισμένη σε κάποιο απόμακρο δωμάτιο του πύργου.

   Η πρώτη ελληνίδα πεζογράφος η Ελισσάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801- 1832) έζησε σε μια εποχή όπου η εκπαίδευση των γυναικών εξακολουθούσε να είναι σχεδόν ανύπαρκτη και η μοναδική τους επιλογή, ο εγκλεισμός στο σπίτι και ο γάμος.

 

«Εις τούτον τον καιρόν», αναφέρει στην αυτοβιογραφία της, «η υπανδρεία άρχισε να μου ανοστίζη. Εγώ αγκαλά και πάντοτε εις το σπίτι κλεισμένη, από εκείνα τα ολίγα υποκείμενα…… ημπορούσα να ιδώ αγροικούσα να λέγουν βάσανα και πάθη και όλα δια τις υπανδρευμέναις και περνούσαν την πλέον χειρότερην ζωήν όπου ημπορεί να περάση γυναίκα εις τον κόσμο».

 

Το θέμα του γάμου και της ασφυκτικής ζωής της γυναίκας αρχίζουν σιγά σιγά να εμφανίζονται στη λογοτεχνία όλο και συχνότερα. Ανάμεσα στις ηρωίδες, άλλες υποτάσσονται και άλλες εξεγείρονται. Mέσα από την ηρωίδα του τη Νόρα, η οποία ανατρέφεται σαν κούκλα και στη συνέχεια γίνεται κούκλα-σύζυγος και κούκλα-μητέρα, ο Ίψεν στο έργο του Το σπίτι της κούκλας καταγγέλλει το ψέμα του συμβατικού γάμου και στην απατηλή εικόνα της ευτυχισμένης οικογένειας.

Στην λεγόμενη «τριλογία της ισπανικής υπαίθρου» του Λόρκα, η γυναίκα δεν βγαίνει απ’ το σπίτι παρά για να φέρει νερό απ’ το πηγάδι, να ψωνίσει κάτι ή να πάει φαγητό στον άντρα της στα χωράφια. «Δεν μ’ αρέσει να βγαίνεις έξω. Ο δρόμος είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν τίποτα να κάνουν…. Οι προβατίνες στο μαντρί κι οι γυναίκες στο σπίτι τους», λέει ο Χουάν στη Γέρμα στο ομώνυμο έργο. Στο Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, η Μπερνάρντα λέει στις κόρες της:

 

«Οκτώ χρόνια ολόκληρα, που θα διαρκέσει εδώ μέσα το πένθος, δεν θα μπει  ούτε ένα ελαφρύ φύσημα του αέρα απ’ το δρόμο. Τα παράθυρα και οι πόρτες θα είναι σαν να έχουν χτιστεί με τούβλα. Το ίδιο έγινε και στο σπίτι του πατέρα μου, και του παππού μου. Σ’ αυτό το διάστημα, μπορείτε να αρχίσετε όλες να κεντάτε τα ασπρόρουχά σας…»

«Προτιμώ», της απαντάει η μια της κόρη η Μαγκνταλένα «να κουβαλώ σακιά με αλεύρι στο μύλο, να κάνω οτιδήποτε άλλο, παρά να κάθομαι όλη μέρα μέσα στη σκοτεινή κάμαρα».

«Η γυναίκα είναι πλασμένη γι’ αυτό», συνεχίζει η μάνα, δεσμοφύλακας μα και δεσμώτρια η ίδια. «Μέσα στο σπίτι αυτό, θα κάνεις ό,τι διατάζω εγώ. Για τις γυναίκες, βελόνα και κλωστή. Για τους άντρες, μαστίγιο και μουλάρι. Έτσι κάνουν οι άνθρωποι που σκέπτονται σοβαρά» (εκδ. Ιστορικές Εκδόσεις, μτφρ. Κώστας Ζαρούκας).

 

Όσο κι αν βασανίζονται απ’ αυτήν την αναγκαστική υποταγή και τη μοναξιά, φοβούνται τα κουτσομπολιά, το «τι θα πει ο κόσμος». Οφείλουν να σιωπούν και να καταπνίγουν τις επιθυμίες τους, υπομένοντας καρτερικά τη μοίρα τους μέσα  σ’ αυτά τα σπίτια φυλακές προκειμένου να διαφυλάξουν την τιμή τους ή έστω μια επίφαση αγνότητας. Κάποιες όπως η νεότερη κόρη, η Αντέλα εξεγείρονται απέναντι στις ασφυκτικές αυτές κοινωνικές συνθήκες και αναζητούν την ελευθερία τους με κόστος την υπόληψή τους και ενίοτε την ίδια τους τη ζωή. Το σπίτι παίρνει συχνά πρωταγωνιστικές διαστάσεις, λειτουργεί ως ανταγωνιστής: η ηρωίδα συγκρούεται μαζί του, προσπαθεί να επιβιώσει ή να ξεφύγει απ’ αυτό. Συνδέεται με αισθήματα στέρησης, μοναξιάς, απειλής, σταδιακής απώλειας της αίσθησης της πραγματικότητας, απώλειας του χρόνου, απώλειας των ορίων ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, ανάμεσα στη λογική και στην υστερία ή την τρέλα. Ο εικοστός αιώνας βρίθει από κείμενα- μαρτυρίες έγκλειστων γυναικών ειδικά σε διάφορες ισλαμικές χώρες όπως της Αλγερινής με το ψευδώνυμο Assia Djebar (Les impatients, Les enfants du nouveau monde) ή  της Αμερικανίδας με το ψευδώνυμο Mamoody Betty η οποία, παντρεμένη με Ιρανό αφηγείται στο Ποτέ χωρίς την κόρη μου, τον εγκλεισμό της σ’ ένα σπίτι στην Τεχεράνη και τις προσπάθειές της να αποδράσει μαζί με την κόρη της. Εκεί, οι γυναίκες απαγορεύεται να κυκλοφορούν σε δημόσιους χώρους αν δεν συνοδεύονται και το σώμα καλύπτεται εξονυχιστικά. Μέσα σ’ ένα κλίμα απόλυτης αδιαλλαξίας και συνεχούς ελέγχου και εκφοβισμού, το βλέμμα μαθαίνει να χαμηλώνει, το στόμα να σιωπά, το μυαλό να παραποιεί εφόσον υφίσταται συστηματική πλύση εγκεφάλου που στηρίζεται σε σωρεία ψεμάτων και εντελώς αυθαίρετων ιδεολογημάτων. Ο εγκλεισμός σωματοποιείται και το αίσθημα κατωτερότητας εσωτερικεύεται.

ΚΕΝΤΗΜΑΤΑΣτο έργο της ιρανής Σατραπί Κεντήματα – λέξη η οποία παραπέμπει πέραν της χειροτεχνίας και στην παρθενορραφή – 9 γυναίκες που ανήκουν σε τρεις διαφορετικές γενιές μιλούν πίνοντας τσάι για όλα αυτά που στο Ιράν είναι θέματα ταμπού: τους άντρες, τον έρωτα το σεξ, αποκαλύπτοντας μέσα από τις ιστορίες τους αυτό που συμβαίνει πραγματικά σ’ αυτήν την πατριαρχική και θεοκρατική κοινωνία. Με χιούμορ και κυνισμό, η Σατραπί σατιρίζει την υποκρισία πάνω στην οποία βασίζονται συχνά οι σχέσεις των δύο φύλων. «Πριν είχα μικρό στήθος και μεγάλο κώλο. Μάλιστα κυρίες μου, πήγα και μου έβγαλαν λίπος από εδώ και το έβαλαν εδώ. Τώρα έχω μεγάλο στήθος και μικρό κώλο. Πού να ξέρει αυτός ο ηλίθιος πως όποτε φιλάει το στήθος μου, φιλάει τον κώλο μου» (εκδ. Ηλίβατον, μτφρ. Γεωργία Τσάκωνα)

 

Η πρακτική του εγκλεισμού ενίοτε φτάνει στα άκρα και γίνεται ολοκληρωτική. Στο έργο του Τζον Φόουλς Ο Συλλέκτης, το οποίο τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους πεζογράφους, ένας συλλέκτης πεταλούδων, φαινομενικά φυσιολογικός αλλά στην πραγματικότητα ψυχικά διαταραγμένος απάγει μία κοπέλα και την φυλακίζει στο σπίτι του. Στην προσπάθειά της να μην τρελαθεί, εκείνη κρατάει ένα ημερολόγιο με τις σκέψεις της και τα όσα της συμβαίνουν.

 

«Ω Θεέ μου Θεέ μου, θα σκοτωθώ.

Θα με σκοτώσει με την απελπισία.

Είμαι ακόμη εδώ κάτω. Ποτέ δεν το εννοούσε.

Θέλει να με πάρει φωτογραφίες. Αυτό είναι το μυστικό το. Θέλει να μου βγάλει τα ρούχα και…ω Θεέ δεν ήξερα μέχρι τώρα τι σημαίνει μίσος.

Μου είπε πράγματα ακατανόμαστα. Ήμουν του δρόμου, τα ήθελα αυτά που μου ζητούσε.

Τρελάθηκα από τον θυμό. Του πέταξα ένα μπουκαλάκι μελάνι.

Είπε ότι αν δεν το έκανα θα μου έκοβε τα μπάνια και την έξοδο στο κελάρι. Θα μένω εδώ συνέχεια.

Το μίσος ανάμεσά μας. Έφυγε ταραγμένος.

Άρπαξα το σιχαμένο κρυολόγημά του. Δεν μπορώ να σκεφτώ σωστά.

Δεν θα μπορούσα να αυτοκτονήσω, είμαι πολύ οργισμένη μαζί του.

Πάντοτε με μείωνε. Από την αρχή. Εκείνη η ιστορία με το σκύλο. Παίζει με την καρδιά μου. Μετά γυρνάει και την ποδοπατάει.

Με μισεί, θέλει να με μολύνει και να με σπάσει και να με καταστρέψει. Θέλει να μισήσω τον εαυτό μου τόσο που να αυτοκαταστραφώ.

Η έσχατη κακία. Δεν μου φέρνει φαγητό. Ίσως σκοπεύει να με αφήσει να πεθάνω της πείνας.

Έχω πυρετό, νιώθω άρρωστη.

Όλα είναι εναντίον μου, αλλά δεν θα παραδοθώ….

Μισώ τον Θεό. Μισώ όποιον έπλασε αυτόν τον κόσμο, μισώ όποιον έπλασε τους ανθρώπους, έπλασε τη δυνατότητα να υπάρχουν Κάλιμπαν και την δυνατότητα να συμβαίνουν τέτοιες καταστάσεις.

Αν υπάρχει Θεός είναι μια τεράστια φρικτή αράχνη στο σκοτάδι» (εκδ. Εστία, μτφρ. Φαίδων Ταμβακάκης).

ΤΟ-ΔΩΜΑΤΙΟ

 

Ακόμα πιο εφιαλτική είναι η πραγματικότητα που περιγράφει η Έμμα Ντόναχιου στο μυθιστόρημά της Το Δωμάτιο, το οποίο πήρε το βραβείο Man Booker, το 2010. Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από μια πραγματική υπόθεση ενός αιμομίκτη πατέρα ο οποίος φυλάκισε επί χρόνια την κόρη του και απέκτησε μαζί της 7 παιδιά. Κάπου στην Αμερική, στην αποθήκη ενός σπιτιού, ο Σατανίκ φυλακίζει τη μαμά του μικρού Τζακ. Μέσα σ’ ένα δωμάτιο, βιάζεται κατ’ εξακολούθηση με τον μικρό Τζακ δίπλα ο οποίος περιγράφει την προσπάθεια της μητέρας του να μεταμορφώσει για χάρη του την εφιαλτική καθημερινότητά τους.

 

 

H λογοτεχνία αποτύπωσε ανά τους αιώνες όλες αυτές τις πρακτικές εγκλεισμού και στέρησης της ελευθερίας και της αυτονομίας της γυναίκας. Ο κόσμος χιλιάδων γυναικών κατέληξε να εμπεριέχεται στην ολότητα της κατοικίας τους εφόσον η πρόσβαση στον έξω κόσμο ήταν περιορισμένη έως αδύνατη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν και εξακολουθούν να δημιουργούνται σχέσεις βασισμένες στην ιεραρχία, στην εξουσία και τη δύναμη που στόχο έχουν να χειραγωγήσουν την προσωπικότητα της γυναίκας. Οι ομοιότητες με τα συνήθη σωφρονιστικά συστήματα είναι εμφανείς. Αν η γυναίκα δεν συμμορφωθεί προς τους επιβαλλόμενους κανόνες επέρχεται τιμωρία, επιβολή στερήσεων, κακοποίηση, αποπομπή ή ακόμα και θανάτωση. Ο χρόνος γίνεται πολύς, γίνεται ατέλειωτος. Η αναγκαστική απομόνωση συνοδεύεται από σταδιακή απόσυρση, απόρριψη του εαυτού, κατάθλιψη και νέκρωση. Το σπίτι δεν θυμίζει πια τίποτα από τη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας ή την κυψέλη της βασίλισσας μέλισσας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here