“Άσχημη συνήθεια” (διήγημα του Μιχαήλ Ζόσενκο)

0
319

 

(Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©)

Τον Φεβρουάριο, αδελφοί μου, αρρώστησα.

Νοσηλεύτηκα στο νοσοκομείο της πόλης. Είμαι, που λέτε, στο νοσοκομείο, ξέρετε, στο νοσοκομείο της πόλης, περιθάλπομαι και ξεκουράζεται και η ψυχή μου. Γύρω μου ησυχία και γαλήνη και του Θεού η ευλογία. Γύρω μου είναι όλα καθαρά και σε τάξη, σε σημείο που δεν ένιωθα καλά ξαπλωμένος. Κι όταν ήθελα να φτύσω, υπήρχε πτυελοδοχείο.

Θέλεις να φας – υπάρχει τραπέζι, θέλεις να φταρνιστείς – φταρνίσου, στην υγειά σου, στο χέρι, αλλά σκουπίσου με το χέρι, μη λερώσεις την πετσέτα – για όνομα του Θεού, δεν επιτρέπουν να λερώσεις την πετσέτα. Δεν υπάρχει, λένε, αντίστοιχος κανονισμός.

Συμβιβάζεσαι όμως.

Δεν μπορείς να μη συμβιβαστείς. Είναι τόσο μεγάλη η φροντίδα που υπάρχει γύρω σου, τόσο μεγάλη η τρυφερότητα, που δεν θέλει η ψυχή σου ούτε καν να σκεφτεί διαφορετικά. Φανταστείτε, νοσηλεύεται κάποιος βρωμερός ανθρωπάκος, του προσφέρουν γεύμα, του συμμαζεύουν το κρεβάτι, του βάζουν θερμόμετρο κάτω από τη μασχάλη, του χώνουν μάλιστα και κλύσματα, ενδιαφέρονται για την υγεία του.

Και ποιος ενδιαφέρεται; Σημαντικοί άνθρωποι, – γιατροί, δόκτορες, αδελφές του ελέους και μάλιστα ο νοσηλευτής Ιβάν Ιβάνοβιτς.

Ένιωσα τέτοια ευγνωμοσύνη προς όλο το προσωπικό που αποφάσισα να τους το δείξω έμπρακτα.

Σε όλους, σκέφτομαι, δεν μπορείς να δώσεις κάτι – δε φτάνουν τα χρήματα. Θα δώσω, σκέφτομαι, μόνο σε έναν. Κι άρχισα να σκέφτομαι σε ποιον.

Τότε είδα: θα πρέπει οπωσδήποτε να δώσω στο νοσηλευτή Ιβάν Ιβάνοβιτς. Είναι ένας άντρας, όπως βλέπω, γεροδεμένος και επιβλητικός και προσπαθεί περισσότερο από όλους τους άλλους.

Εντάξει, σκέφτομαι, θα δώσω σ’ αυτόν. Κι άρχισα να σκέφτομαι, πώς να του τα δώσω, χωρίς να προσβάλω την αξιοπρέπεια του και χωρίς να κινδυνεύω να με χτυπήσει.

Σύντομα είχα την ευκαιρία μου.

Ο νοσηλευτής πλησίασε το κρεβάτι μου. Με χαιρετάει.

Χαίρετε, – λέει, – πώς είναι η υγεία σας; Πού είναι η καρέκλα σας;

Αχα, σκέφτομαι. Τσίμπησε.

Φυσικά, είπε, είχα καρέκλα, κάποιος όμως από τους ασθενείς την πήρε. Αν θέλετε όμως να καθίσετε, καθίστε στην άκρη του κρεβατιού. Θα συζητήσουμε.

Κάθισε ο νοσηλευτής στο κρεβάτι.

Λοιπόν, του λέω, πως είναι γενικά ο μισθός σας; Όπως γράφουν οι εφημερίδες;

Ο μισθός, απάντησε, – δεν είναι μεγάλος, αλλά ορισμένοι καλλιεργημένοι ασθενείς, αν και ετοιμοθάνατοι, βρίσκουν χρόνο να μου δώσουν κάτι.

Επιτρέψτε μου, του λέω, παρόλο που δεν είμαι ετοιμοθάνατος, δεν θα είχα αντίρρηση να σας δώσω κάτι. Από καιρό το σκέφτομαι αυτό.

Βγάζω τα χρήματα και του τα δίνω. Εκείνος τα πήρε με τέτοια χάρη και, μάλιστα, έκανε και μια ρεβεράντζα με το χέρι του.

Την επόμενη ημέρα ξεκίνησαν όλα.

Ήμουν ξαπλωμένος πολύ ήρεμος και χαλαρός, κανείς δεν με ανησυχούσε μέχρι τότε, μόνο που ο νοσηλευτής Ιβάν Ιβάνοβιτς κυριολεκτικά θαρρείς είχε παραφρονήσει από την υλική μου ευγνωμοσύνη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας φορές δέκα ή δεκαπέντε έρχονταν στο κρεβάτι μου. Πότε, ξέρετε, για να φτιάξει το μαξιλάρι, πότε να με πάει στο λουτρό, πότε να μου προτείνει να μου κάνει κλύσμα. Μόνο με το θερμόμετρο με είχε ταλαιπωρήσει τόσο πολύ, το παλιόγατο. Προηγουμένως μου έβαζε θερμόμετρο μία ή δυο φορές το εικοσιτετράωρο, αυτό και μόνο. Τώρα μέχρι και δεκαπέντε φορές. Προηγουμένως το νερό στο λουτρό ήταν δροσερό και μου άρεσε, τώρα απεναντίας ήταν καυτό, ακόμη κι αν έβαζα τις φωνές.

Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα πια. Δίνω στον παλιάνθρωπο κι άλλα χρήματα, μόνο και μόνο για να με αφήσει, να μου κάνει τη χάρη, εκείνος όμως προσπαθούσε να με εξυπηρετήσει ακόμη πιο πολύ.

Πέρασε μία εβδομάδα και διαπιστώνω ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση άλλο.

Φούντωσα, είχα χάσει 15 λίρες, αδυνάτισα και έχασα την όρεξη μου.

Ο νοσηλευτής επέμενε να προσπαθεί.

Μια φορά, ο άθλιος, παραλίγο να με περιχύσει με καυτό νερό. Για όνομα του Θεού. Ο άθλιος ετοίμασε το λουτρό, έσκασε όμως ο κάλλος στο πόδι μου και το δέρμα σκίστηκε.

Του είπα:

-Τι κάνεις εκεί, άθλιε, ζεματάς τους ανθρώπους με καυτό νερό; Δεν θα σου δείξω ξανά έμπρακτα την ευγνωμοσύνη μου.

Κι εκείνος μου είπε:

-Δεν θέλετε, ας μη θέλετε. Αναπνεύστε λοιπόν μόνος σας, χωρίς τη βοήθεια των επιστημονικών συνεργατών.

Και βγήκε έξω.

Τώρα όλα ξανάγιναν όπως πριν: θερμόμετρο μου βάζουν μια φορά την ημέρα, κλύσμα μόνο αν είναι ανάγκη. Και το λουτρό είναι και πάλι δροσερό, και κανείς δεν με ταράζει.

Δεν είναι τυχαίο ότι γίνεται εκστρατεία κατά των φιλοδωρημάτων. Ωχ αδέλφια, δεν είναι τυχαίο!

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΣ Κ Ο Τ Ε Ι Ν Η Ρ Ι Ζ Α. Ανθολογία λυρισμού (του Ερατοσθένη Καψωμένου)
Επόμενο άρθροΚύριε Μπαλτά προσέξτε μας (οι βιβλιοπώλες της επαρχίας)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ