Ταξίδι στο νησί της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη( του Θ.Αγάθου)

0
1067

 

Θανάσης Αγάθος (*)

Με τη σύνθεση Λιθοξόος (2015), δεύτερο μέρος μιας ανολοκλήρωτης ακόμη τριλογίας που ξεκίνησε με το έργο Κιβωτός (2012),  ο Μανόλης Πρατικάκης συνεχίζει το ταξίδι της επιστροφής στην αυθεντικότητα και την αθωότητα του γενέθλιου τόπου του. Η συλλογή απαρτίζεται από 36 ποιήματα, ένα εκ των οποίων είχε ενταχθεί, κατά λάθος, όπως αναφέρει ο ίδιος ο ποιητής, στη σύντομη εισαγωγή του (σ. 9[1]), στο προηγούμενο ποιητικό βιβλίο του, την Κιβωτό. Αν ρίξουμε μια ματιά στα ποιήματα υπό το πρίσμα της τιτλολογίας και επιχειρήσουμε μια κατηγοριοποίησή τους με βάση την περιγραφική λειτουργία των τίτλων τους[2], θα διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι από τους τίτλους είναι θεματικοί, δηλαδή αποδίδουν το θέμα του ποιήματος (για παράδειγμα, «Καταπρόσωπο στην Όστρια», «Σχεδία», «Μικροί τυφώνες», «Ο δημιουργός», «Ερυθρόδερμος άνεμος», «Το κρώξιμο των γλάρων»), και ελάχιστοι είναι ρηματικοί, δηλαδή αναφέρονται στο ίδιο το κείμενο και στον τρόπο με τον οποίο το κείμενο πραγματώνει τις προθέσεις του («Με τον τρόπο του Ράινερ Μαρία Ρίλκε», «Επιτύμβιο»). Με μια πρώτη ματιά, οι τίτλοι αυτοί και τα μέρη του κειμένου στα οποία αντιστοιχούν συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, ωστόσο, αν εξεταστούν προσεκτικά, υπηρετούν τον στόχο της συνοχής και της συνεκτικότητας που διατρέχει το σύνολο του έργου του ποιητή μέσα από την κυριαρχία του  λυρισμού και «το φιλοσοφικοποιητικό του σύστημα που σηματοδοτεί τη ροπή προς μια μεγαλειώδη και ουτοπική θεώρηση του κόσμου, ανάλογη της λειτουργίας του Πρατικάκη ως ποιητή-οδηγού»[3].

Η σύνθεση αποτελεί έναν συνδυασμό ειδών: ποίηση, διήγημα, δοκίμιο, φιλοσοφική πραγματεία, δημοτικό τραγούδι, όλα συνυπάρχουν σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα μεγάλο συνθετικό ποίημα, ένα επιβλητικό πεζοτράγουδο, που θυμίζει μουσική συμφωνία, διαθέτει συνεκτική λογική και συνομιλεί με ένα ευρύτατο φάσμα της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνικής παράδοσης.

Το νερό εμφανίζεται εξαρχής ως κινητήρια δύναμη και πρωταρχική πηγή ζωής και επιβάλλεται με την παρουσία του –στο νερό έχει, άλλωστε, αφιερώσει ολόκληρη την ομότιτλη ποιητική του συλλογή ο Πρατικάκης το 2002. Οι λέξεις που σχετίζονται, άμεσα ή έμμεσα, με το νερό συγκροτούν ένα γοητευτικό και πολύμορφο «λεξικό» του υδάτινου στοιχείου και της ναυτικής παράδοσης, έναν πολύτιμο γλωσσικό θησαυρό που εντυπωσιάζει με την πληρότητά του και την πολυχρωμία του: βραχάκι (σ. 11), κύμα (σ. 11), νερά (σ. 11), ύδωρ (σ. 11), αλμύρα (σ. 11), φύκινα (σ. 11), θαλασσοπούλια (σ. 11), θαλάσσιες (σ. 12), ποταμού (σ. 12), πέλαγο (σ. 13), ρουφήχτρα (σ. 13), φουρτούνα (σ. 13), ποταμούλα (σ. 13), ωκεανού (σ. 13), κρυστάλλινα νερά (σ. 13), της μνήμης τα υδροχαρή (σ. 14), άγρια αλογίσια νερά (σ. 14), τσαλαβουτάει (σ. 19), νήσος (σ. 19), νησί (σ. 19), κουπιά (σ. 19), νηοπομπή (σ. 19), κατάρτια (σ. 19), καραβόπανα (σ. 19), γάμπιες (σ. 20), σκαριά (σ. 20), φινιστρίνια (σ. 20), ναυαρχίδα (σ. 20), απόντιστη (σ. 20), κρόουλ (σ. 20), πλώρης (σ. 20), ποντοπόρος (σ. 20), απόπλους (σ. 20), πελαγίσιοι (σ. 20), σχεδία (σ. 21), πρυμναίο (σ. 21), ακτές (σ. 21), αλμυρά (σ. 21), καραβόπανο (σ. 22), προπέλα (σ. 22), πλοίου (σ. 22), αλμυρό σκοτάδι (σ. 22), μουράγια (σ. 23), ναυάγια (σ. 23), ξάρτια (σ. 29), αλατένια (σ. 30), θαλασσόχορτα (σ. 30), στάμνες (σ. 30), κοραλλιών (σ. 31), ερημονήσι (σ. 32), ακτές (σ. 32), ρεύματα των νερών (σ. 32), ωκεάνιος κώδωνας (σ. 32), να σαλπάρουν (σ. 32), τριήρεις (σ. 32), κωπηλάτες (σ. 32), θαλαμηπόλοι (σ. 32), άγκυρες (σ. 33), ατμόπλοια (σ. 33), ιστιοφόρα (σ. 33), καραβίσια (σ. 33), λιμάνια (σ. 33), ποντισμένες άγκυρες (σ. 34), υφάλμυρο (σ. 36), αδιάβροχα (σ. 40), θαλαμηγών ελλιμενισμοί (σ. 43), όστρακα (σ. 43), φουρτούνα (σ. 43), δίψα (σ. 44), αμμουδιά (σ. 45), μελτεμάκι (σ. 48), κουρσάροι (σ. 48), ατρυγέτοιο πόντος (σ. 48), άνυδρη (σ. 48), ψαράδες (σ. 48), πρύμνη (σ. 48), ρυάκια (σ. 51), πνιγμένων (σ. 55), των μαλλιών ο ποταμός βαθυχαιτήεις (σ. 56), φλοίσβους (σ. 56), πλαγκτόν (σ. 56), καθέλκυση (σ. 56), βροχερή (σ. 60), κωπηλατώ (σ. 61), ελλιμενίζομαι (σ. 61), προβλήτες (σ. 61), γιαλό (σ. 62), πηγάδια (σ. 63), βαρκούλα (σ. 63), στάλες (σ. 65), υφάλμυροι (σ. 66), τρικυμίες (σ. 66), λέμβο (σ. 66), αφρισμένα (σ. 67), αστραπές (σ. 67), αμπώτιδα (σ. 68), πλημμυρίδα (σ. 68), γλαροπούλα (σ. 73), θαλασσίτσα (σ. 74), κολπίσκος (σ. 74), σμέρνα (σ. 74), σαργός (σ. 74), τρεχαντήρα (σ. 74), παλαμάριν (σ. 74), προπέλα (σ. 74), απονέρια (σ. 74), σκαριά (σ. 74), μαραμένο φύκι (σ. 74), ερημονήσι (σ. 81). Ο ίδιος ο Πρατικάκης, άλλωστε, δικαιολογεί απολύτως την κυριαρχία του νερού στην ποίησή του: «Το σπίτι μας χτισμένο όπως σας είπα πάνω στο Λιβυκό. Ο ήχος των κυμάτων ήταν οι πρώτοι ρυθμοί. Τα πρώτα μουσικά σύνολα, κάθε ώρα και διαφορετικά. Αυτό το φλοίσβο, σαν απαλό τσέλο έως τα πνευστά με το σιρόκο πάνω στα καμπύλα κύματα και τα κρουστά με τα μεγάλα χαλίκια χτυπώντας το ένα στο άλλο, κατεβαίνοντας στην άμπωτη, και ως την φουρτούνα που με γέμιζε φόβο δέος. Ή Δίπλα η λίμνη ένα απάνεμο κοινόβιο αλληλεγγύης και κοινοκτημοσύνης. Μια παραδείσια παιδική χαρά και πιο κει το ποτάμι που πάντα ρει πάντα χωρεί και ουδέν μένει. Αλλά πέρα από αυτά το νερό είναι οντολογικό στοιχείο. Πρωταρχική πηγή ζωής. Σύμβολο αδιάκοπης μεταμόρφωσης. Όλοι από εκεί ερχόμαστε»[4].

Το νερό λοιπόν εμφανίζεται ως κοσμολογικός άξονας, πλάι στον άνεμο (που στο ποίημα «Μικροί τυφώνες» προβάλλει ως κιβωτός του παρελθόντος: «εδώ ενεδρεύει όλο μας το παρελθόν», σ. 22), την άμμο (που από τη μια δείχνει το τρομακτικό της πρόσωπο, όταν ουρλιάζει τη νύχτα, και από την άλλη ευωδιάζει τα όνειρα, σ. 11-12) και τη φωτιά (που απανθρακώνει το δάσος και μνημειώνει τον έρωτα[5], σ. 49). Παράλληλα, δεσπόζουν στα πρώτα μέρη της σύνθεσης το μοτίβο του ταξιδιού, με πολλές αναφορές στην ομηρική Οδύσσεια, η σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στον Χρόνο και στη Μνήμη (σ. 13) και η πίστη στην παντοδυναμία της Ποίησης (σ. 17). Όσο για το κρητικό ακρογιάλι του Γαϊδουρονησιού, με την άγρια και πρωτόγονη φυσική ομορφιά του[6], αποτελεί για τον Πρατικάκη έναν τόπο μνήμης[7], μιαν ύστατη ενσάρκωση της συλλογικής συνείδησης, έναν χώρο σημαδεμένος από την Ιστορία και τους πάσης φύσεως κατακτητές: «Εδώ κοιμήθηκαν κουρσάροι. Άνεμοι αναχωρητές γενειοφόροι μ’ ένα αγριεμένο γέλιο. Καρχηδόνιοι και Φοινίκων ορδές. Σαρακηνοί και Ασσύριοι προικοθήρες της θάλασσας. Με μυτερά σκουφιά και διαρκή ρεσάλτα –ατρυγέτοιο πόντος. Αλλά της Μεσόγειου λεηλατημένα τα φορτία –σε τούτη τη μικρή άνυδρη σκάλα» (σ. 48).

7 από τα ποιήματα καθώς και ολόκληρο το βιβλίο αφιερώνονται σε ένα γυναικείο πρόσωπο/όνομα, τη Γιώτα. Ωστόσο, είναι πολύ περισσότερα τα μέρη όπου πρωταγωνιστεί η γυναικεία παρουσία, καταλυτική, ερωτική και πολυδιάστατη, με έντονα οραματικά στοιχεία, που μαρτυρούν τις επιδράσεις που έχει δεχτεί ο Πρατικάκης από τη ρομαντική ποιητική παράδοση[8]. Η Γυναίκα πρωτοεμφανίζεται αέρινη, πολύχρωμη και αμυδρά θλιμμένα, «αβαρής σαν συννεφάκι» (σ. 50) και αφημένη «να την κάμει, πρώτη φορά, δικό του ενδιαίτημα ο έρωτας» (σ. 51), στη συνέχεια συνδέεται με το ανυπότακτο άλογο (σ. 50, 60), τον Ήλιο, τον Έρωτα και τα χρώματα («καστανά δεμάτια», «κόκκινο στάρι», «γαλάζιο πουλόβερ», «βαθύ γαλάζιο γέλιο», σ. 56-57), ταυτίζεται με τη Φύση (σ. 56-57), εξασφαλίζει την επάνοδο στον Παράδεισο και μηδενίζει τον Χρόνο (σ. 58-59), ορίζει τον Λιθοξόο-δημιουργό της και ορίζεται από αυτόν (σ. 64) και τροφοδοτεί τον συνοδοιπόρο της με την Αγάπη, που διαθέτει τη δύναμη να δίνει υπόσταση στο Ανέκφραστο (σ. 51).

Η σύνθεση του Πρατικάκη χαρακτηρίζεται από έντονη αυτοαναφορικότητα, αυτοδιακειμενικότητα, μέσω της ανάκλησης και της ενσωμάτωσης στον Λιθοξόο πολλών παλαιότερων ποιητικών γραπτών του δημιουργού, γεγονός που επισημαίνεται από τον ίδιο στο εισαγωγικό του σημείωμα: «Επίσης, στη συλλογή υπάρχουν διάσπαρτοι στίχοι (20-30 περίπου) από προηγούμενες συλλογές, όπως συνηθίζω, γιατί δένουν με την ύλη του συνθετικού ποιήματος, σε έναν εσωτερικό διάλογο, που θεωρώ ότι υπερασπίζεται μια συνεκτικότητα της όλης ποιητικής μου. Είναι μια συνομιλία (εκτός της διακειμενικότητας με τόσους άλλους ποιητές και στοχαστές) με παλαιότερα στοιχεία του έργου μου, που ανακαλούνται πηγαία, από την οικονομία του καινούργιου ποιήματος, σε μια διαλεκτική στιχομυθία. Η κίνηση αυτή γίνεται συνειδητά και αποτελεί στοιχείο της γραφής μου. Συχνά, εκτός από τη λειτουργική ανάγκη για ένα ενιαίο Όλον -πράγματι, το ίδιο ποίημα γράφουμε αέναα-, για να πάμε μπροστά χρειάζεται να κάνουμε αρκετά βήματα πίσω». Με άλλα λόγια, ο Λιθοξόος μπορεί να διαβαστεί τόσο αυτόνομα όσο και ως ψηφίδα ενός μεγάλου έργου που βρίσκεται σε μια διαρκή, ανοιχτή διαδικασία εξέλιξης, αναπροσαρμογής και ανατροφοδότησης.

Η σύνθεση αποτελεί και ένα ευρύτατο πεδίο διακειμενικών συσχετισμών, καθώς διαλέγεται γόνιμα με το έργο κορυφαίων ποιητών και πεζογράφων, όπως ο Όμηρος («ο ανόητος ηδονικός Ελπήνωρ… μια ασήμαντη αναφορά στον Όμηρο», σ. 18, «αετώματα με ομηρικά χωρία πολύ πριν και πολύ μετά τη θρυλική Οδύσσεια», σ. 29), ο Ντάντε Αλιγκιέρι («Δεν το ’ξερα η έρμη πως ο θάνατος έχει ξεκάμει ένα πλήθος, τόσους πολλούς», σ. 14), ο Μπέρτολντ Μπρεχτ (η φράση «τώρα εν καιρώ ειρήνης να σας ξεκάμουν οι κοριοί», σ. 15 παραπέμπει στον στίχο «Μ’ έφαγαν όμως οι κοριοί» από το μπρεχτικό ποίημα «Επιτάφιος για τον Μ.»), ο Πλούταρχος και ο Γιώργος Σεφέρης («τί μὲ βιάζεσθε λέγειν ἅ ἡμῖν ἄρειον μή γνῶναι;», τα λόγια δανείζεται ο Σεφέρης από τον «Παραμυθητικό προς Απολλώνιον» του Πλουτάρχου για την προμετωπίδα του ποιήματος Κίχλη, σ. 15), ο Μπλέικ (σ. 18), ο Μπόρχες (σ. 18), ο Νίκος Καζαντζάκης (η σύνθεση «Στη μνήμη σας χτίζω το μνήμα μου», στις σ. 24-26, είναι αφιερωμένη στον παππού του ποιητή Μανόλη Πρατικάκη, μορφή που θυμίζει πολύ τον καπετάν-Σήφακα, πατέρα του καπετάν Μιχάλη στο κλασικό καζαντζακικό μυθιστόρημα), ο Φρήντριχ Χαίλντερλιν («Εκεί που κίνδυνος εκεί κι η σωτηρία φυτρώνει» -μνημονεύω Σκαρντανέλι», σ. 52), ο Διονύσιος Σολωμός («‘Άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του’ μνημονεύοντας Διονύσιο Μεγαλομάρτυρα», σ. 54), χωρίς να λείπουν οι αναφορές στη ζωγραφική («λυπημένες του Ροντέν χαλκογραφίες», σ. 22) και στη μουσική (το «Δεν ήταν νησί» του Μάνου Χατζιδάκι, σ. 19).

Πιστός στην εμμονή του να προσεγγίζει τη γλώσσα «ως πνευματικό οικοσύστημα και όχι ως απλό όχημα νοημάτων»[9], ο Πρατικάκης αξιοποιεί στο έπακρο τον πλούτο και την ανεξάντλητη δυναμική της ελληνικής γλώσσας[10], συνδυάζοντας τον λυρισμό, σταθερό ενοποιητικό άξονα του έργου του, και τη στοχαστικότητα, και δηλώνει ευθαρσώς, στην τελευταία ενότητα του Λιθοξόου την αγωνία και τον βασανισμό του δημιουργού μπροστά στη επιταγή «να βρεθεί η ανείπωτη πρωτότοκη λέξη πριν και μετά τα βιβλία» (σ. 76), τον φόβο του για αντικατάσταση του ουσιαστικού λόγου από τη φλυαρία («αυτό το σουλάτσο της γλώσσας», σ. 76) και την ανάγκη να εγκαταλειφθεί και να απορριφθεί οριστικά η «κίβδηλη, τιποτένια εικόνα που μισούμε» (σ. 76).

Το «Επιτύμβιο», που κλείνει τη σύνθεση, είναι ένας φόρος τιμής όχι μόνο στον Σιμωνίδη τον Κείο και στο φημισμένο επίγραμμά του για τους 300 των Θερμοπυλών, αλλά και στο ηρωικό ερημονήσι, το «μικρό μνημείο της ανωνυμίας» (σ. 81) και, κυρίως, στους ανώνυμους εκλεκτούς, οι οποίοι, σε πείσμα του χρόνου και των πάσης φύσεως Εφιαλτών, εξακολουθούν να αντιστέκονται «ως την ανεξάντλητη δύναμη της ζωής» (σ. 81). Είναι, θαρρώ, το πιο κατάλληλο τέλος για μια μεγαλόπνοη σύνθεση, η οποία, με πηγή έμπνευσης μια κουκίδα στον χάρτη της Ευρώπης, μπορεί να αναγνωστεί ως ένας ύμνος στο μεγαλείο και στην ενόραση της ανθρώπινης παρουσίας και ως ένα γοητευτικό ταξίδι στο νησί της ποίησης του οραματιστή δημιουργού της.

Info:  Μανόλης Πρατικάκης, Λιθοξόος, Κέδρος, Αθήνα 2015, 88 σελ.

 (*)Ο Θανάσης Αγάθος είναι επ. καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

[1] Όλες οι παραπομπές σε συγκεκριμένες σελίδες του Λιθοξόου είναι εντός παρενθέσεως και αντιστοιχούν στην έκδοση: Μανόλης Πρατικάκης, Λιθοξόος, Κέδρος, Αθήνα 2015.

[2] Η σχετική κατηγοριοποίηση προτείνεται από τον Gérard Genette, Seuils, Éditions du Seuil, Paris 1987, σ. 54-97.

[3] Ευριπίδης Γαραντούδης, «Κιβωτός. Πιστός του οράματος μιας αναγεννητικής νέκυιας», Ο Αναγνώστης, 19 Μαρτίου 2013, προσβάσιμο στη διεύθυνση http://www.oanagnostis.gr/%CE%BA%CE%B9%CE%B2%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82/. Για μια διεξοδική και σφαιρική προσέγγιση της ποίησης του Πρατικάκη, βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης,  Η αντοχή του λυρισμού. Αναφορά στην ποίηση του Μανόλη Πρατικάκη, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2011.

[4] Ελένη Γκίκα, «Μανώλης Πρατικάκης: ‘‘Το ποίημα είναι, κατά βάθος, το αυθεντικότερο, το δραστικότερο πρόσωπό μας’’», περ. Fractal, 8 Απριλίου 2015, προσβάσιμο στη διεύθυνση http://fractalart.gr/manolis-pratikakis/

[5] Πβ. τις επισημάνσεις της Άννας Αφεντουλίδου: «Η φωτιά απαντάται για πρώτη φορά στο πρώτο κείμενο της ενότητας και συνεχίζει με επίμονες αναφορές πλαισιώνοντας τον έρωτα, ιδίως στη σαρκική του διάσταση. Και μάλιστα όσο πιο σαρκικός προεξέχει, τόσο ο κοσμολογικός του χαρακτήρας εντείνεται και τόσο περισσότερο η φωτιά σηματοδοτεί το περιβάλλον και την μουσική του εικονοποιία». Βλ. Άννα Αφεντουλίδου, «Για την κοσμολογική διάσταση του έρωτα, στον ‘‘Λιθοξόο’’ του Μανόλη Πρατικάκη», περ. Fractal, 23 Μαρτίου 2016, προσβάσιμο στη διεύθυνση http://fractalart.gr/lithoxoos-pratikakis/

[6] Πβ. την επισήμανση της Ιφιγένειας Σιαφάκα: «[…] τα άψυχα αντικείμενα όσο και η φύση -τα φυσικά φαινόμενα, η χλωρίδα, η πανίδα αλλά και τα παράγωγά τους- αποτελούν όχι μόνον απλό μέλημα της ποιητικής γραφής αλλά και φόρο τιμής στην υπόγεια σχέση, στην επικοινωνία τους και στην ηδονική εκστατική εκτροπή που οι αισθήσεις κι ένα διαφορετικό επίπεδο συνείδησης επιφυλάσσουν στο ποιητικό υποκείμενo» (βλ. Ιφιγένεια Σιαφάκα, «Ένα σχόλιο στην ποίηση του Μανόλη Πρατικάκη», εφημ. Η Αυγή. Αναγνώσεις, 14 Φεβρουαρίου 2016). Από τη δική του οπτική γωνία, ο Μπάμπης Δερμιτζάκης σημειώνει: «Ο Μανόλης υμνεί τις ομορφιές της φύσης, κυρίως της ιδιαίτερης πατρίδας του, με ένα φιλοσοφικό τρόπο, όπου κάτω από το ιμπρεσιονιστικό περίβλημα αποκαλύπτει ένα κυβιστικό ‘‘καθαυτό’’, το οποίο συνδέει με ρήσεις και αποφθέγματα των αγαπημένων του προσωκρατικών» (βλ. Μπάμπης Δερμιτζάκης, «Μανόλης Πρατικάκης, Λιθοξόος. Ένας ύμνος για ένα παραδεισένιο ακατοίκητο νησάκι νότια της Ιεράπετρας», προσβάσιμο στη διεύθυνση http://lexima.gr/lxm/read-1918.html).

[7] Για τους τόπους μνήμης, βλ. Pierre Nora, “Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire”, Representations 26 (Spring 1989), 7-25.

[8] Για τις ρομαντικές καταβολές του Πρατικάκη, βλ. Γαραντούδης, «Κιβωτός. Πιστός του οράματος μιας αναγεννητικής νέκυιας», ό.π.· Άννα Κατσιγιάννη, «Υδάτινη μήτρα. Το νερό: Η τελευταία ποιητική συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη», στο Θεοδόσης Πυλαρινός (επιμ.), Μανόλης Πρατικάκης. Μελετήματα, Αθήνα, Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής 2004, σ. 9-19: 10· Αλέξης Ζήρας, «Η έννοια του ποιητή-οδηγού και το σημερινό της νόημα. Η περίπτωση του Μανόλη Πρατικάκη», περ. Πόρφυρας, τχ. 113 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004), Αφιέρωμα στον Μανόλη Πρατικάκη, σ. 379-382.

[9] Ελένη Γκίκα, «Μανώλης Πρατικάκης: ‘‘Το ποίημα είναι, κατά βάθος, το αυθεντικότερο, το δραστικότερο πρόσωπό μας’’», περ. Fractal, ό.π.

[10] Πβ. τη σχετική παρατήρηση του Ευριπίδη Γαραντούδη «Η ποίηση του Πρατικάκη ρέει φυσικά σαν ένας ποταμός που τρέφει την εύφορη γη της ελληνικής γλώσσας, αξιοποιώντας ιδιαίτερα τον γλωσσικό πλούτο της γενέτειράς του Κρήτης, και της ποιητικής παράδοσης». Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Μία αυτοανθολόγηση-αναδημιουργία. Μανόλης Πρατικάκης Εκλογή από το έργο του, εκδ. Καλέντη, σελ. 256», περ. Fractal, 24 Δεκεμβρίου 2014, προσβάσιμο στη διεύθυνση http://fractalart.gr/pratikakis-manolis/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here