Στα χνάρια του Ζιντ

0
438

                  

 

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.

 

Το σημαντικότερο κείμενο στην έκδοση των πεζών της Μαρίας Πολυδούρη, που κατά τα άλλα περιλαμβάνει σελίδες ημερολογίου, μια σύντομη αυτοβιογραφία, αδημοσίευτες επιστολές από το Παρίσι και ορισμένα μικρά πεζά (εκ των οποίων δύο εφηβικά) είναι το μυθιστόρημα Ρομάντσο, το οποίο γράφτηκε το 1926 και προτάθηκε σε διαφόρους εκδότες επί ματαίω. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο Ρομάντσο θα αναλάβει ένα μάλλον σκοτεινό πρόσωπο, ο νεαρός καλλιτέχνης Λεωνίδας Ρόδης, που παίζει πιάνο και ζωγραφίζει, απολαμβάνοντας την εκτίμηση των κοινωνικών κύκλων στους οποίους κινείται ( θεωρείται από όλους πολυσχιδής μορφή), αλλά παραμένει έκδηλα μοναχικός και απόμακρος. Ο Ρόδης θα μοιράσει το ερωτικό του ενδιαφέρον μεταξύ δύο γυναικών: μιας παλιάς φίλης από τα χρόνια του σχολείου και μιας κατοπινής αγάπης, που θα τον ερωτευτεί όσο και το κορίτσι της παιδικής του ηλικίας.

Η πρωτοτυπία του Ρομάντσου έγκειται στην τεχνική της σύνθεσης. Η Πολυδούρη θα ξετυλίξει την ιστορία του Ρόδη με δύο τρόπους. Στο πρώτο μέρος του κειμένου αφηγήτρια θα είναι ένα γυναικείο πρόσωπο που θα μάθει για την περίεργη ζωή του πρωταγωνιστή από τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, ενώ στο δεύτερο τα ηνία της αφήγησης θα κρατήσει ο ίδιος σε ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο θα επανέλθει στα γεγονότα του πρώτου μέρους, ρίχνοντας το δικό του φως στα διατρέξαντα. Όπως μας θυμίζει στην εισαγωγή της η Χρ. Ντουνιά, η τεχνική αυτή, την οποία θα καταστήσει διάσημη ο Αντρέ Ζιντ με τα έργα του Η στενή Πύλη (1909) και Οι κιβδηλοποιοί (1925), συνίσταται στο ότι ο συγγραφέας εγκιβωτίζει στο εσωτερικό του μυθιστορήματός του ένα δεύτερο μυθιστόρημα, που χωρίς να κρύβει τις ομοιότητές του από το αρχικό, τροποποιεί σημαντικά τα μοτίβα του. Ο Ζιντ ονόμασε την τεχνική του mise en abyme (ο όρος παρμένος από την εραλδική) και η Πολυδούρη είναι πιθανόν να θήτευσε σ’ αυτήν διαβάζοντας τη Στενή Πύλη. Όπως κι αν έχει, στο Ρομάντσο το παρών θα δώσουν όχι μόνο το εγκιβωτισμένο μυθιστόρημα, αλλά και το ημερολόγιο, η αυτοβιογραφία και το μυθιστόρημα μαθητείας. Η Πολυδούρη θα διακόψει με το μυθιστόρημά της την ευθεία γραμμή που συνδέει την πραγματικότητα με τη ρεαλιστική της αναπαράσταση, αποφεύγοντας να προσδώσει οποιοδήποτε οριστικό σχήμα τόσο στη μυθοπλασία όσο και στους χαρακτήρες της.

Κανένας δεν μπορεί να είναι βέβαιος ως προς το τι ακριβώς θα είχε συμβεί με την Πολυδούρη αν το Ρομάντσο είχε εκδοθεί στον καιρό του. Η Ντουνιά λέει πως ενδεχομένως θα της είχε εξασφαλίσει μια διαφορετική θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας αφού με την αφηγηματική του μέθοδο προλαβαίνει ακόμα και τις νεώτερες θεωρίες της αποδόμησης. Δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά ούτε για το πρώτο ούτε για το δεύτερο, σίγουρα, όμως, η Πολυδούρη επιδεικνύει εδώ έναν πολύ υψηλό βαθμό καλλιτεχνικής ευαισθησίας, διαλέγοντας μια καθαρώς αντισυμβατική φόρμα, που θα διευκολύνει εν κατακλείδι και τη δική της αυτοβιογράφηση. Στις σελίδες του Ρομάντσου θα συναντήσουμε σε ένα τέτοιο πλαίσιο κατ’ επανάληψη τις βιωματικές γραμμές που όρισαν την ποίησή της: το πεισιθάνατο βλέμμα, που παρά το σταθερό νεανικό κέφι και το υπόγειο χιούμορ παραμένει ριζωμένο στην οπτική των ηρώων της, τα ωχρά κορίτσια που έχουν αδικηθεί από τις περιστάσεις του βίου τους και από τους άδοξους έρωτες των ανδρών (άνδρες δραματικά κλεισμένοι στον εαυτό τους), αλλά και την έντονη, πηγαία αντίδραση στον συντηρητισμό και την οπισθοδρομικότητα των κοινωνικών κανόνων της καθημερινότητας.

 

bbf6a133-be8d-417f-bcb3-d0cbb3121fb7_1Μαρία Πολυδούρη: Ρομάντσο και άλλα πεζά. Εισαγωγή-επιμέλεια: Χριστίνα Ντουνιά. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». Σελ. 276.

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here