Πρόσκληση σε χορό

0
217

Χλόη Κουτσουμπέλη. 

 

Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή, όλο το δράμα εξελίσσεται ανάμεσα στον Χορό, στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.

Στον πρόλογο ευθύς εξαρχής έχουμε την Ικανή και Αναγκαία συνθήκη: Η Γυναίκα συναντά την Ποιήτρια, μόνον όταν οι λέξεις χορεύουν. Μα και οι λέξεις χορεύουν, όταν συντελείται η ιερή Συνάντηση ανάμεσα στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.

Όλη η συλλογή αναπαριστά το τελετουργικό αυτού του χορού.

Στον διάλογο, που αποτελεί το κυρίως σώμα της συλλογής, η Γυναίκα πενθεί. Η Σελήνη ερωτεύεται τον Ενδυμίωνα και παρακαλεί τον Δία να τον αφήσει να κοιμάται για πάντα τον αγέραστο ύπνο, ώστε να μην τον χάσει ποτέ. Η γυναίκα αποτυπώνει τα παλαιά μυστήρια στο χαρτί. Τις λέξεις κουβαλούν Πέρσες Ιερείς σε μία ιερή πομπή από πίσω προς τα μπρος και από το τώρα στο τότε.

Ο Χορός μέσα από τα μάτια της Πανσέληνου, τραγουδά και χορεύει

Εν δυο/ Εν δυο/ με βήμα/σημειωτόν/.  Όπως η γυναικεία θεότητα Σελήνη, έτσι κι αυτός μιλά για το εφήμερο και ρευστό των ανθρώπινων πραγμάτων, για τον αέναο κύκλο, για την ροή του παντός, για τον πόλεμο, για το αίμα, για την συγχώρεση.

Η Ποιήτρια καταδύεται στο πηγάδι, εκεί αναπολεί, αναβιώνει, επιστρέφει, κάνει την ανασκόπηση της. Η θάλασσα της Καρπάθου ακόμα μέσα της. Σ’ αυτήν βουτάει πάντα κατά την διάρκεια του χορού της.

Ο Χορός θα περιγράψει το ταξίδι της. Θα τραγουδήσει για το μικρό κορίτσι του τότε, που προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει την γνώση του στα άλλα παιδιά που δεν έχουν μυηθεί στις μεταμορφώσεις της Σελήνης, που δεν ακούν τον μακρόσυρτο ήχο που κάνει τα βράδια, που δεν είναι ήδη ποιητές.

Η Γυναίκα διεκδικεί την θέση του φύλου της στα προκαθορισμένα ήθη και έθιμα μίας πατριαρχικής κοινωνίας. Αντιπαλεύει τα μη και τα πρέπει στην μεταμόρφωσή της σε ποιήτρια. Αρνείται να φορέσει το στενό σακάκι που προσπαθούν να της επιβάλλουν. Θα σπάσει τους κανόνες της υπακοής που την δεσμεύουν. Είπαμε, η θάλασσα της Καρπάθου, ελεύθερη και γαλάζια ήδη κυματίζει μέσα της. Όταν η πόρτα χτυπά, κάποιοι θέλουν να παραβιάσουν την είσοδο στο Ιερό.

Μην μπείτε,

είπα

αυτή η πόρτα

είναι μόνο είσοδος.

Η Γυναίκα προσκρούει στις παρενθέσεις και στις αγκύλες που προσπαθούν να την περιορίσουν, αντιστέκεται στην μοίρα, στις επιταγές της κοινωνίας και μέσα στον Λαβύρινθο βρίσκει την Θηλυκή της Δύναμη, την χαρά να είναι αυτό που είναι.

Να έχεις το σθένος να γίνεις

Αυτό που είσαι

με όλα τα συστήματα

γονίδια-κοινωνία

μοίρα-μερίδιο

να σε αντιμάχονται

Η Γυναίκα γνωρίζει τον σπόρο της σιωπής από την φύση της, γνωρίζει πώς να τον κυοφορεί με γαλήνια εγκαρτέρηση και να τον αφομοιώνει στο κορμί και στην ψυχή της. Γνωρίζει την συνέχεια, από κόκκο σε κόκκο, από σιωπή σε σιωπή, από νότα σε νότα της επτάχορδης λύρας του σύμπαντος.

Η μύηση στα γράμματα, η πορεία στην γνώση, το μυστήριο της λευκής σελίδας, τα στάδια της ποιητικής διαδικασίας, το αιώνιο Ποίημα που γράφεται και ξαναγράφεται, αυτός είναι ο χορός των λέξεων, τα βήματά του προσπαθεί να αποτυπώσει το ποιητικό υποκείμενο, η Ποιήτρια, και εμείς οι αναγνώστες βαθμιαία αρχίζουμε σιγά σιγά να εκτελούμε μία πιρουέτα και να χορεύουμε μαζί της.

Το πρόβλημα των φτερών. Πολύ μικρά για να πετάξεις, πολύ μεγάλα για να τρέξεις. Το πρόβλημα της ανυπαρξίας σε μία ζωή χωρίς ζωή. Το πρόβλημα των τρένων που έρχονται και φεύγουν, το πρόβλημα του αμείλικτου χρόνου, η διάσταση ανάμεσα σ’ αυτό που είσαι εσύ και στον άλλο απέναντι, η προσπάθεια συμφιλίωσης με τον άλλο που είσαι εσύ, εγώ ένας άλλος λέει ο Ρεμπώ. Αλήθεια, πώς χορεύεται η αιωνιότητα;

Στην συλλογή κυκλοφορούν άγγελοι, από τις ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε, ο άγγελος Ντάμιελ από την ταινία «τα φτερά του έρωτα» του Βίμ Βέντερς, άγγελοι όχι μόνο ως μεσολαβητική βαθμίδα ανάμεσα στο υπερφυσικό και στο κοσμικό, αλλά γυναίκες ποιήτριες, όντα που τελικά τα φτερά τους μεγάλωσαν τόσο, ώστε κάποια στιγμή πέταξαν μέσα στην σιωπή, γιατί το μυστήριο εξελίσσεται πάντα στην σιωπή, αυτή είναι η μαγεία του. Η ποίηση, μας λέει η Ζωή Σαμαρά, είναι αγγελική υπόθεση, αγγίζει το Άρρητο, το Ανείπωτο, το Ιερό.

Και ενώ τα μέλη του Χορού είναι πάνω στην σκηνή, με κοθόρνους και μάσκες που καλύπτουν το πρόσωπο, κρατώντας ένα μικρό κερί στο χέρι που η φλόγα του τρεμοσβήνει, ενώ η Γυναίκα κατεβαίνει με ένα ασανσέρ όλο και πιο βαθιά, ο χρόνος αναφλέγεται στο άρμα του Φαέθοντα και η Ποιήτρια έρχεται σε επαφή με το τρομερό πρόσωπο του Θανάτου. Ο ακέφαλος άντρας,

η άλλη όψη του νομίσματος στα δόντια, ο δρόμος για τον Γολγοθά, η Νύχτα που προβάλλει, ο ποταμός Αχέροντας,, οι λέξεις στήνουν χορό πάνω στον τάφο. Και η απώλεια αποκτά ένα όνομα. Η Μπα-ίλα έχασε το παιδί της. Και ο πόνος ενσωματώνεται, γίνεται αιωνιότητα, άβυσσος, σιωπή.

Πώς χορεύεται ο πόνος;

Ο Χορός, η Γυναίκα, η Ποιήτρια επιστρέφουν στην θάλασσα από όπου όλα ξεκίνησαν.

 

Όταν θα φύγω με τα σύννεφα του Νότου

δεν θέλω να γίνω φως

το φως περίσσεψε

 

θέλω να

φυτέψεις

ένα δέντρο

στον τάφο μου

 

…….

 

Να γίνει

Ένα πελώριο κατάλευκο χαρτί

Να ΄χουν να γράφουν οι νέοι ποιητές

 

Όταν οι υπολογιστές

Θα’ χουν σωπάσει

 

Στο τέλος της συλλογής είναι ο Λόγος. Όμως «εν αρχή ήν ο λόγος».  Η ή αρχή και το τέλος είναι δύο σημεία στο Σύμπαν που συμπίπτουν και ο κύκλος κλείνει;

Για όσους χάθηκαν /για όσους δεν μπόρεσαν ποτέ να γεννηθούν.

INFO: ΕΙΔΑ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ, της ΖΩΗΣ ΣΑΜΑΡΑ, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2015

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here