Παιδική λογοτεχνία και ιδεολογία

0
778

της Λίλας Κονομάρα. (Κλασικό εφηβικό βιβλίο, Β΄Μέρος)

 

Ο πύργος του Θόρνφιλντ, η “τρελή στη σοφίτα”, η φωτιά που έκαψε τα πάντα, η παγωνιά και οι απάνθρωπες συνθήκες στο ορφανοτροφείο του Λόγουντ στοίχειωσαν πολλές νύχτες τα όνειρά μου όταν πρωτοδιάβασα στα εννιά μου χρόνια την Τζέιν Έυρ. Φαίνεται όμως πως η μαγεία του κειμένου ήταν τέτοια που κατάφερε να υπερβεί τον τρόμο κι έτσι το μυθιστόρημα αυτό έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία της παιδικής μου ηλικίας. Το διάβασα και δεύτερη φορά, πιθανόν και τρίτη, πράγμα που συνέβαινε συχνά τότε που η τηλεόραση ακόμα σπάνιζε, τα κομπιούτερ δεν υπήρχαν και τα βιβλία δεν πουλιόνταν στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Εκ πρώτης όψεως, εντούτοις, η κατάταξη του μυθιστορήματος αυτού στην παιδική λογοτεχνία μοιάζει σκανδαλώδης.

Η Σαρλότ Μπροντέ εκδίδει την Τζέιν Έυρ το 1847 με το ανδρικό ψευδώνυμο Currer Bell και γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις σε κοινό και κριτικούς, οι οποίες πριν προλάβουν να καταλαγιάσουν αναζωπυρώνονται λίγους μήνες αργότερα από την έκδοση ενός άλλου συγκλονιστικού μυθιστορήματος, γραμμένου από την αδερφή της Σαρλότ, Έμιλυ: τα Ανεμοδαρμένα ύψη. Το 1858, η βασίλισσα Βικτωρία γράφει στο ημερολόγιό της πόσο απολαμβάνει το μυθιστόρημα της Σαρλότ Μπροντέ μέχρι αργά τη νύχτα, ενίοτε δε διαβάζει και ορισμένα αποσπάσματα στον σύζυγό της.

Αρχικά, το μυθιστόρημα φέρει τον τίτλο Τζέιν Έυρ, Μια αυτοβιογραφία, λογοτεχνική σύμβαση που προέρχεται από τον Ροβινσώνα Κρούσο του Ντεφόε. Σύμφωνα επίσης με μια άλλη σύμβαση της εποχής, η αφηγήτρια απευθύνεται από το πρώτο κεφάλαιο ως το τελευταίο στον αναγνώστη.

Το μυθιστόρημα φέρει τα χαρακτηριστικά του τυπικού ρομαντικού-γοτθικού μυθιστορήματος μα και της προτεσταντικής κοινωνίας: απλός, ανεπιτήδευτος τρόπος ζωής σε αντιδιαστολή με τη διαφθορά και τις εκκεντρικότητες της αριστοκρατίας, βίαιες εκρήξεις συναισθημάτων, ενδοσκόπηση, μελαγχολία απ’ τη μια, και από την άλλη αυτοσυγκράτηση καταστολή και πειθαρχία, αγάπη για το μυστήριο, το υπερφυσικό, τα κάστρα, τις δυνατές συγκινήσεις και τον τρόμο, σύγκρουση του καλού και του κακού, πίστη στην έννοια της προόδου και της κοινωνικής ανέλιξης μα και θυσία της ζωής σε κάποιο ιδεώδες, ηθική ακεραιότητα, αφοσίωση. Ταυτόχρονα η Τζέιν Έυρ είναι ένα κλασικό Bildungsroman που παρακολουθεί την εξέλιξη της ηρωίδας από τα παιδικά της χρόνια έως την ενηλικίωση, εστιάζοντας στα ηθικά και ψυχολογικά ζητήματα που την απασχολούν και την διαμορφώνουν.

Η Τζέιν Έυρ είναι μια ορφανή κοπέλα σε αναζήτηση ταυτότητας, η οποία θα αντιμετωπίσει πολλές περιπέτειες στη ζωή της. Η θεία της που την αντιπαθεί, την στέλνει στο ορφανοτροφείο του Λόγουντ. Λίγα χρόνια αργότερα προσλαμβάνεται στον πύργο του Θόρνφιλντ ως γκουβερνάντα της Αντέλ, της προστατευόμενης του πυργοδεσπότη κυρίου Ρότσεστερ. Ο έρωτας που αναπτύσσεται μεταξύ τους δεν έχει αίσιο τέλος αρχικά, αφού την ημέρα του γάμου τους αποκαλύπτεται ότι ο Ρότσεστερ είναι ήδη παντρεμένος με την Μπέρθα Μέισον, μια τρελή γυναίκα που βρίσκεται κλεισμένη στη σοφίτα του πύργου. Η Τζέιν Έυρ εγκαταλείπει το Θόρνφιλντ και βρίσκει καταφύγιο στο Μόρτον, στο σπίτι ενός πάστορα, του Σαιν Τζον. Διδάσκει σε φτωχά κορίτσια και είναι έτοιμη να ακολουθήσει τον Σαιν Τζον στην Ινδία για να τον βοηθήσει στο ιεραποστολικό του έργο, όμως ο έρωτάς της για τον Ρότσεστερ την ωθεί να επιστρέψει στο Θόρνφιλντ και να τον αναζητήσει.

Η Τζέιν Έυρ δεν διαθέτει ιδιαίτερη ομορφιά, ούτε περιουσία, ούτε οικογένεια στην οποία να μπορεί να στηριχτεί. Δεν έχει παρά μόνο  εσωτερική δύναμη για να τα βγάλει πέρα σ’ έναν κόσμο διόλου εύκολο για τις γυναίκες. Επιλέγει τον δρόμο της μόρφωσης που θα της επιτρέψει να είναι ανεξάρτητη. Το κόκκινο δωμάτιο στο οποίο την κλείδωνε η θεία της όταν ήταν μικρή – τραυματική εμπειρία η ανάμνηση της οποίας αναδύεται κάθε φορά που η ηρωίδα υποφέρει – συμβολίζει όλα όσα η Τζέιν πρέπει να υπερβεί για να βρει την ελευθερία, την ευτυχία και την αίσθηση του ανήκειν. Κοινωνικά αποκλεισμένη και αναγκασμένη να δέχεται συνεχείς επιπλήξεις και απορρίψεις, πρέπει να αγωνιστεί για να κατακτήσει την αγάπη και τη θέση της στην κοινωνία. «Δεν αντέχω να είμαι μόνη και να με μισούν, Έλεν» λέει στη φίλη της. «Κοίταξε εδώ, προκειμένου να κερδίσω την αληθινή αγάπη, τη δική σου ή της μις Τεμπλ ή οποιασδήποτε άλλης αγαπώ πραγματικά, θ’ άφηνα ευχαρίστως να μου σπάσουν το χέρι ή να βάλουν να με χτυπήσει ταύρος ή να σταθώ πίσω από άλογο που κλοτσάει και να το αφήσω να με πετύχει κατάστηθα με την οπλή του»

Κατά τη διάρκεια των περιπετειών της, θα έρθουν συχνά σε σύγκρουση μέσα της σώμα και πνεύμα, αγάπη και αίσθημα του καθήκοντος. Παρότι αγαπάει τον Ρότσεστερ, δεν γίνεται ερωμένη του γιατί δεν θέλει να χάσει την αυτοεκτίμησή της. Στο Μόρτον, αντίθετα, είναι ανεξάρτητη και αισθάνεται χρήσιμη διδάσκοντας τους φτωχούς, ωστόσο δεν παντρεύεται τον Σαιν Τζον γιατί δεν είναι ερωτευμένη μαζί του.

Την εποχή που κυκλοφόρησε το βιβλίο, κάποιοι κριτικοί σοκαρίστηκαν από την ανάλυση της Μπροντέ σχετικά με τη βικτωριανή κοινωνία και την αυστηρή ιεραρχία που τη διέπει. Ειδικά ο ρόλος της γκουβερνάντας την εποχή εκείνη είναι εξαιρετικά αμφίσημος. Οι τρόποι και η μόρφωσή της παραπέμπουν στην αριστοκρατία, ως πληρωμένη υπάλληλος όμως αντιμετωπίζεται όπως και το υπηρετικό προσωπικό. «…Υπάρχουν χίλιοι λόγοι για τους οποίους δεν πρέπει να επιτρέπονται ούτε στιγμή οι σχέσεις ανάμεσα σε γκουβερνάντες και δασκάλους σ’ ένα αξιοπρεπές σπίτι: ο κίνδυνος ν’ αποτελέσουν κακό παράδειγμα για τα αθώα παιδιά, το ξεμυάλισμα και άρα η αδιαφορία για τα καθήκοντά τους, η συμμαχία μεταξύ τους και η αμοιβαία εμπιστοσύνη, οι επακόλουθες εκμυστηρεύσεις και η αυθάδεια και το ξεσήκωμα. Και γενικά τα μυαλά όλων παίρνουν αέρα». Με τον Ρότσεστερ, η Τζέιν Έυρ είναι πνευματικά ίση, αλλά όχι κοινωνικά, πράγμα που το αντιλαμβάνεται και την απασχολεί. «Δεν έχεις καμιά σχέση με τον κύριο του Θόρνφιλντ», μονολογεί, «εκτός από το μισθό που παίρνεις επειδή διδάσκεις την προστατευόμενή του, και από την ευγνωμοσύνη για το σεβασμό και το καλό του φέρσιμο, που έχει δικαίωμα να περιμένεις αφού κάνεις το καθήκον σου. Να είσαι βέβαιη ότι μόνο αυτό το δεσμό αναγνωρίζει εκείνος ανάμεσα σε σένα και στον ίδιο. Γι’ αυτό, μην τρέφεις ωραία αισθήματα για εκείνον, μην ενθουσιάζεσαι, μην αγωνιάς κτλ. κτλ. Δεν είναι της σειράς σου».

Επιπλέον των κοινωνικών ανισοτήτων, στο μυθιστόρημα τίθενται και θέματα φύλου: και οι τρεις άντρες – ήρωες είναι μισογύνηδες ως ένα βαθμό. Ο καθένας προσπαθεί να κρατήσει την Τζέιν υποταγμένη, μην αφήνοντάς την να εκφράσει σκέψεις και συναισθήματα. Αρχικά η ηρωίδα εξεγείρεται και φαίνεται να προσπαθεί να διατηρήσει την ανεξαρτησία της. Στην πορεία όμως, η εξέγερση καταπνίγεται από την ίδια, παύει να υπερβαίνει τους περιορισμούς που επιβάλλονται στην ομιλία της, να είναι «εκτός εαυτού», όπως λέει, και υποτάσσεται στις επιταγές της κοινωνίας.

Ιδιαίτερη εντύπωση κάνουν οι αναλογίες ανάμεσα στην πρώτη γυναίκα του Ρότσεστερ, η οποία βρίσκεται κλειδωμένη στη σοφίτα και την Τζέιν Έυρ. Και οι δύο φυλακίζονται σ’ ένα δωμάτιο. Και οι δύο συσχετίζονται με τη φωτιά, σύμβολο της σεξουαλικότητας: η Μπέρθα, άλλοτε, «άναβε φωτιές», η Τζέιν Έυρ είναι «φλογερή», η Μπέρθα βάζει φωτιά και καίει τον πύργο. Κάποιοι είδαν στο πρόσωπο της Μπέρθα ένα σύμβολο της καταπιεσμένης βικτωριανής γυναίκας που δεν επιτρέπεται να βγει απ’ το σπίτι και να εργαστεί, και της οποίας η  απομόνωση εντείνει τις νευρώσεις. Η Μπέρθα όμως, Γαλλίδα στην καταγωγή, συμβολίζει επίσης το φόβο των Βρετανών για τις άλλες κουλτούρες τις οποίες «φυλακίζουν» ή «εξοστρακίζουν» την εποχή του μεγάλου ιμπεριαλισμού. «Η ιδεολογία πάνω στην οποία θεμελιώνεται εδώ ο εθνικιστικός κώδικας», λέει η Τζίνα Πολίτη στο Περι-διαβάζοντας την αγγλική λογοτεχνία (εκδ. Άγρα), «είναι εκείνη που ταυτίζει την επανάσταση με την ξεδιάντροπη γυναικεία σεξουαλικότητα την οποία εκπροσωπεί ο τύπος της Γαλλίδας “θεατρίνας”, στο πρόσωπο της οποίας συμπυκνώνεται ο εκφυλισμός, η πορνεία, ο αθεϊσμός και η τρέλα». Έτσι ο κύριος Ρότσεστερ αποφασίζει να πάρει τη μικρή Αντέλ «μακριά από το βόρβορο και τη λάσπη του Παρισιού, ώστε να μεγαλώσει αμόλυντη στο καθαρό και υγιεινό έδαφος ενός εξοχικού αγγλικού κήπου». Σταδιακά η ελεύθερη ομιλία της Αντέλ, η οποία ρέπει «προς τη φλυαρία» καταπνίγεται από τον ίδιο και από την γκουβερνάντα της. «Στην Τζέιν Έυρ», συνεχίζει η Τζίνα Πολίτη, «κατασκευάζεται ένα νέο γυναικείο στερεότυπο: η αυστηρών αρχών μη ελκυστική γυναίκα, το άλλο της Γαλλίδας κοκέτας. Ο ρόλος της είναι να προστατεύει τους Άγγλους άνδρες ώστε να μην παρασυρθούν από τις “γαλλικές” συνήθειες. Έτσι μετατρέπεται, έμμεσα, σε στυλοβάτη του έθνους. Η Τζέιν, από γκουβερνάντα του παιδιού, γίνεται γκουβερνάντα του άνδρα και γκουβερνάντα του έθνους. Αυτός ο τύπος γυναίκας ταίριαζε απόλυτα στο ιμπεριαλιστικό, μιλιταριστικό πνεύμα της περιόδου».

Υπάρχουν όμως αναλογίες ανάμεσα στην Τζέιν Έυρ και την ίδια τη συγγραφέα. Η νεαρή ηρωίδα ζωγραφίζει πορτρέτα προσπαθώντας να αποδώσει το χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου, όπως ακριβώς ένας συγγραφέας σκιαγραφεί χαρακτήρες. Κόρη πάστορα, η Σαρλότ Μπροντέ εργάστηκε επίσης ως γκουβερνάντα και ως δασκάλα σε οικοτροφείο. Οι δυο γνωστές φεμινίστριες κριτικοί λογοτεχνίας Sandra Gilbert και Susan Gubar υποστηρίζουν ότι η Μπέρθα εκφράζει όλη τη λύσσα και τον πόνο που είχε περάσει στη ζωή της η Σαρλότ Μπροντέ η οποία, μεταξύ άλλων, αναγκάστηκε να εκδώσει το βιβλίο της με ανδρικό ψευδώνυμο προκειμένου να μην πέσει θύμα των προκαταλήψεων της εποχής ως προς τις ικανότητες των γυναικών συγγραφέων. Η Μπέρθα μπορεί να κλειδώνεται, να αποσιωπάται η παρουσία της και να θεωρείται τρελή, κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί τη δύναμή της, την απίστευτη εξυπνάδα της, τη σεξουαλικότητά της. Φαίνεται πως αρχικά η Σαρλότ Μπροντέ θέλησε να υπερασπιστεί την καταπιεσμένη και στερημένη από κοινωνικά προνόμια γυναίκα της εποχής της και υποσυνείδητα το εξέφρασε σε διάφορες πτυχές του μυθιστορήματός της. «Οι γυναίκες υποτίθεται ότι είναι πολύ ήρεμες γενικά, αλλά και οι γυναίκες αισθάνονται ακριβώς όπως και οι αδελφοί τους. Υποφέρουν από τους πολύ αυστηρούς περιορισμούς, από την υπερβολική, την απόλυτη στασιμότητα ακριβώς όπως θα υπέφεραν και οι άντρες, και είναι στενόμυαλες όσες είναι περισσότερο τυχερές και λένε ότι ο προορισμός τους είναι μόνο να φτιάχνουν πουτίγκες και να πλέκουν κάλτσες, να παίζουν πιάνο  και να κεντούν τσαντάκια. Είναι επιπόλαιο να τις καταδικάζουμε ή να τις περιγελάμε αν προσπαθούν να κάνουν περισσότερα ή να μάθουν περισσότερα από όσα λέει το έθιμο ότι είναι αναγκαία για το φύλο τους».

Παρά τις αντιρρήσεις της όμως και την αντίθεσή της προς διάφορα κοινωνικά στερεότυπα, η Σαρλότ Μπροντέ δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τις ταξικές προκαταλήψεις της εποχής της. Η εξέγερση καταλήγει σε υποταγή. Με τη συνδρομή της θείας πρόνοιας, η Τζέιν Έυρ αποκτά μια κληρονομιά που την καθιστά και κοινωνικά ισότιμη με τον κύριο Ρότσεστερ και έτσι τώρα μπορεί να παντρευτεί τον “αφέντη” της, όπως τον αποκαλεί. Το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος ξεκινά με την πρόταση: «Αναγνώστη μου, τον παντρεύτηκα».

Μήπως λοιπόν τελικά η κατάταξη της Τζέιν Έυρ στην παιδική λογοτεχνία δεν είναι τόσο σκανδαλώδης όσο φαίνεται αρχικά; Μήπως τέτοιες επιλογές, όπως αντίστοιχα το Περηφάνια και προκατάληψη και άλλες διασκευές ανάλογων αναγνωσμάτων, στόχευαν στην παγιοποίηση των ταξικών προκαταλήψεων και στη διαπαιδαγώγηση των μελλοντικών κυριών της αστικής κοινωνίας, σύμφωνα με πολύ καθορισμένα πρότυπα: της σχετικά μορφωμένης και με καλούς τρόπους κοπέλας που χαρακτηρίζεται από συστολή, ηθική ακεραιότητα και συγκρατημένη σεξουαλικότητα και που έχει σαν στόχο να παντρευτεί και να υποταχτεί στον σύζυγο αφέντη;

 

Σαρλότ Μπροντέ

Τζέιν Έυρ

Μετ. Μ. Αλεβίζου

Εκδ. Πατάκη, Μάιος 2014

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here