Όταν ο Μπόρχες συνάντησε τον Έλιοτ

0
379

Της Ειρήνης Σταματοπούλου.

(για την ποιητική συλλογή «Παιχνιδότοπος» του Γιώργου Αλισάνογλου, εκδόσεις Κίχλη).

«Ο χρονικός προσδιορισμός της πτώσης τού θεϊκού δημιουργού και της μεταμόρφωσής του σε καταδικασμένο (αργοπορημένο) Σατανά», γράφει ο Δημήτρης Δημηρούλης στην εισαγωγή στην Αγωνία της Επίδρασης τού Harold Bloom, «συνεπάγεται τον διαχωρισμό της ποιητικής ιστορίας σε δύο μεγάλες εποχές: στην προμιλτόνεια εποχή της παραδείσιας ταύτισης (ή έστω ειρηνικής συνύπαρξης) τέχνης και φύσης και στη μεταμιλτόνεια εποχή της σύγκρουσης, του άγχους και της ένοχης συνείδησης που υφίσταται τις συνέπειες τού οντολογικού ρήγματος μεταξύ πραγματικού και ιερού».[1] Αυτό σημαίνει πως ο μοντέρνος ποιητής είναι ο κληρονόμος μιας μελαγχολίας που γεννήθηκε στο πνεύμα του Διαφωτισμού εξαιτίας του σκεπτικισμού του προς τη δική του διπλή κληρονομιά – τον καλλιτεχνικό πλούτο των αρχαίων και των μεγάλων της Αναγέννησης. Ο Σέλεϊ ισχυρίστηκε, όπως επισημαίνει ο Bloom, ότι οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει. Ο Μπόρχες σημειώνει ότι οι ποιητές δημιουργούν τους προδρόμους τους. Και εάν οι νεκροί ποιητές, όπως επέμεινε ο Έλιοτ, αποτελούν την προωθημένη γνώση των επιγόνων τους, αυτή η γνώση εξακολουθεί να είναι δημιούργημα των επιγόνων, δημιούργημα που έγινε από ζωντανούς για τις ανάγκες των ζωντανών.[2] Κάθε ποίημα είναι παρερμηνεία ενός πατρικού ποιήματος και δεν συνίσταται σε μια υπέρβαση της αγωνίας αλλά σε αυτή την ίδια την αγωνία. «Η ποίηση είναι μαγεία της αιμομιξίας, πειθαρχημένη από την αντίσταση σε αυτή τη μαγεία».[3]

Ο Γιώργος Αλισάνογλου, στην ποιητική συλλογή του Παιχνιδότοπος που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη, ευαγγελίζεται τη λογοτεχνική του κληρονομιά ενώ την ίδια στιγμή επιχειρεί αυτή την πειθάρχηση της μαγείας της αιμομιξίας μέσω της επανεκδραμάτισής της. «Η μητέρα μου είναι μετανάστης», γράφει στο ποίημα του [Ulysses/Circe], «κρατάει στο μυαλό της την επινόηση/ενός ποιήματος/που πάντα έρχεται πολύ αργά/εγώ λέει είμαι υπόλοιπο μιας επινόησης/που δεν πραγματοποιήθηκε ακόμη/αν όμως κάποτε εμφανιστώ ως δημιούργημα/η μητέρα λέει θα είμαι ποίημα/μια ρωγμή στην απελπισία της/όμως πιθανόν τότε να μην έχω καμία/άλλη χρησιμότητα/γιατί συνήθως τα ποιήματα σε τίποτε/δεν χρησιμεύουν παρά μόνον/ως πρόσκαιρα αναχώματα/σε μια ήδη ξεπερασμένη/στιγμιαία σύγκρουση με τον εαυτό μας».

Ο ποιητής είναι πάντα ένας Οιδίποδας που αποπειράται την επιστροφή στη μήτρα της μούσας του. Μόνο που ο Αλισάνογλου δεν συναντά εκεί παρά  μια πληγή και γι’ αυτό οι στίχοι του είναι αιμάτινοι. «Ανάμεσα στην τήξη και στην πήξη αναρριγεί ο χυμός της ψυχής», μας λέει ο Έλιοτ στα Τέσσερα Κουαρτέτα («Little Gidding»), και ο Αλισάνογλου στον Παιχνιδότοπο, ένα «τραύμα για 9 μήνες και 3 εποχές», στο πλαίσιο τού οραματισμού μιας ουτοπίας του πνεύματος, στήνει ένα παιχνίδι μεταξύ της διαχρονικότητας της λογοτεχνικής και πολιτιστικής του παρακαταθήκης και της μπερξονικής συγχρονικότητας της μνήμης όμοιας με εκείνο που κυοφορεί ο Έλιοτ στα Τραγούδια του Άριελ («Είχα δει γεννήσεις και θανάτους, είχα νομίσει όμως πως ήταν διαφορετικοί», Το ταξίδι των Μάγων)

Η ποίηση του Αλισάνογλου δεν είναι λυρική, δεν είναι «η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος», όπως έλεγε ο Σεφέρης για τον Έλιοτ, αλλά μια ποίηση δραματική και στοχαστική, που σαν το «όνειρο του Πέντρο Ενρίκες Ουρένια καθώς ξημέρωνε μια μέρα του 1946», «δεν την αποτελούν εικόνες αλλά αργές λέξεις»[4] και «αν και επινοημένη μπορεί να περιγράψει αρκετά καλά τη μοίρα όλων εμάς που για επάγγελμα έχουμε διαλέξει να μετατρέπουμε σε λέξεις τη ζωή μας».[5] Και ενώ στο επίκεντρο των κειμενικών διαδρομών τού Μπόρχες, που περνούν μέσα από τον Όμηρο, τον Πυθαγόρα, τον Σενέκα, τον Βιργίλιο, τον Βολταίρο, τον Δαρβίνο, τον Έμερσον, τον Μπράουνινγκ και τον Γουίτμαν, για να συνοψιστούν στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, βρίσκεται πάντα το νοσταλγικά επαναστατικό Μπουένος Άιρες, στον πυρήνα των  ευλαβικά πατροκτονικών περιπλανήσεων του Αλισάνογλου, που περνούν από τον Όμηρο, τον Φιλόδημο, τους επικούρειους, τον Καλλίμαχο,[6] τον Σέξπιρ, τον Γέητς, τον Μίλτον, τον Cioran και τον Τζόις, βρίσκονται τα σεφερικά ερείπια του σύγχρονου δυτικού – αθηναϊκού πολιτισμού ως απομεινάρια του ναυαγίου της νεωτερικότητας.

Ο Αλισάνογλου, σαν άλλος Μπόρχες, παίζει με τις έννοιες της τυφλότητας και της διαύγασης ([Να μπεις διασχίζοντας στο βλέμμα και να τυφλωθείς], [Το μαρτύριο της όρασης]) και χρησιμοποιώντας συχνά το μοτίβο της επανάληψης ως μορφικό στοιχείο («που γέννησε αίμα που γέννησε ροή που γέννησε βλέμμα/που γέννησε φωνή που γέννησε τρέλα που γέννησε γη/που γέννησε ψέμα που γέννησε φυγή που γέννησε ρέμα/που γέννησε εποχή»)[7] αλλά και ως μια αέναη επιστροφή στην αρχετυπική σκηνή, ανάγει το προπατορικό αμάρτημα της γραφής στις διαστάσεις ενός αλύτρωτου συμπαντικού πεπρωμένου. «Η κιρκεγκωριανή επανάληψη δεν συμβαίνει ποτέ», επισημαίνει ο Bloom, «αλλά εισορμά ή προβάλλει, αφού είναι ανάμνηση προς τα εμπρός, όπως η Δημιουργία του σύμπαντος από τον Θεό».[8] Ενώ ο Έλιοτ σημειώνει: «Ο ποιητής πρέπει να παρέχει και να αναπτύσσει διαρκώς τη συνείδηση τού παρελθόντος ως παρόντος, και εκείνο που γίνεται τότε είναι μια διαρκής εγκατάλειψη του εαυτού του της στιγμής σε κάτι περισσότερο άξιο. Η πρόοδος ενός καλλιτέχνη είναι μια διαρκής αυτοθυσία, μια διαρκής απόσβεση της προσωπικότητας».[9]

Κατ’ αυτό τον τρόπο, το αποκαλυπτικό όραμα της «αυτοθυσίας» ως συγχρονικότητα, στον Παιχνιδότοπο («πορευόμαστε μεταξύ τελειότητας και φθοράς/λες και υπήρξαμε/λες και δεν υπήρξαμε νεκροί/του κόσμου τούτου»)[10] καταλήγει «να δίνει μορφή και σημασία στο απέραντο πανόραμα ματαιότητας και αναρχίας που είναι ο σύγχρονος κόσμος»,[11] όπως έγραφε και πάλι ο Σεφέρης για τον Έλιοτ, και σκιαγραφεί αυτό τον κόσμο ως μια κατάσταση ανάμεσα στην κόλαση και το πουργατόριο.

Ο Αλισάνογλου είναι ένας ποιητής αφηγηματικός, σαν τον μεγάλο αργεντίνο δάσκαλό του, και ένας ποιητής ελεγειακός σύμφωνα με τον ορισμό που έδινε ο Σίλερ στον όρο, για τους δημιουργούς εκείνους για τους οποίους η λύπη εκπηγάζει από τον ενθουσιασμό που γέννησε το ιδεώδες.[12] Οραματιζόμενος μια ρήξη του ιστορικού συνεχούς, ως ένας προφήτης στραμμένος προς τα πίσω, ως πατροκτόνος και αιμομίκτης ποιητής είναι καταδικασμένος να βιώνει τις πιο δημιουργικές εκλάμψεις του μέσα στη μελαγχολική τυφλότητα της ιστορικής του καθυστέρησης.

Ο συγγραφέας του Παιχνιδότοπου καταστρώνει εν τέλει ένα ημιτελές έπος της δικής του ήττας την οποία ταυτόχρονα εξιστορεί, μαρτυρεί και μνημειώνει. Και ως μάρτυρας ενός θεού που έχει από καιρό πεθάνει, σημειώνει στο τέλος της [Επωδού] του: «Κι από την άλλη/ούτε ένα ερωτικό σονέτο απόψε/να υπογράψει/την αιωνιότητά μας».

 

 


[1] Halold Bloom, Η αγωνία της επίδρασης, εισαγ.μτφρ. Δημήτρης  Δημηρούλης, Αθήνα: Άγρα, 1989, σελ. 15.

[2] Ό.π., σελ.  57.

[3] Βλέπε: Η αγωνία της επίδρασης, ό.π.

[4] Χόρχε Λουί Μπόρχες, «Το όνειρο του Πέντρο Ενρίκες Ουρένια», Το εγκώμιο της σκιάς.

[5] Το εγκώμιο της σκιάς, «Το φεγγάρι».

[6] Ο Καλλίμαχος ήταν Αλεξανδρινός ποιητής που μεγάλο μέρος της ζωής του δούλευε στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και θεωρείται ο πρώτος καταλογογράφος στην ιστορία της βιβλιοθηκονομίας.

[7] [Πριν, ήταν πληγή]

[8] Η αγωνία της επίδρασης, σελ. 122.

[9] Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, Αθήνα: Ίκαρος, Α΄τόμος, σελ.  43.

[10] [Να μπεις διασχίζοντας στο βλέμμα και να τυφλωθείς]

[11] Δοκιμές, ό.π., σελ. 353.

[12] Fr. Schiller, Περί αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως, Αθήνα: στιγμή, 1985, σελ. 65.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here