O Thomas Pynchon στην Ελλάδα.

2
326

πιντσον 2

του Γιώργου Μαραγκού.

 

Ο Thomas Pynchon , γεννημένος σαν σήμερα , 8 Μαΐου 1937, αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση συγγραφέα· διαβόητος όχι μόνο για τους λεκτικούς λαβυρίνθους που χτίζει, αλλά και την προτίμησή του για απόλυτη απομόνωση από τα μέσα επικοινωνίας πέρα από προσεκτικά επιλεγμένες κατ’ ευφημισμόν εμφανίσεις –αφού δεν έχει δείξει ποτέ το πρόσωπό του–, έχει υπάρξει κεντρική μορφή των αμερικανικών γραμμάτων από την εμφάνισή του στα εκδοτικά δρώμενα με το V. το 1963 μέχρι και σήμερα που οι φήμες για το τελευταίο του μυθιστόρημα –που θα τιτλοφορείται Bleeding Edge και θα λαμβάνει χώρα στη Νέα Υόρκη πριν την επίθεση στους δίδυμους πύργους– αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες ειδήσεις των τελευταίων μηνών στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χώρο. Μετά το V. έχει εκδώσει έξι ακόμα μυθιστορήματα και μία συλλογή διηγημάτων: Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί, Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, Βραδείας Καύσεως (διηγήματα), Vineland, Mason & Dixon, Ενάντια στη Μέρα και Έμφυτο Ελάττωμα.

Το λογοτεχνικό έργο του Thomas Pynchon έχει μεταφραστεί εξ ολοκλήρου στη γλώσσα μας. Και αυτό δεν είναι η μόνη ένδειξη ότι το αναγνωστικό κοινό έχει ιδιαίτερη σχέση με τον αμερικανό συγγραφέα. Ο Pynchon στην Ελλάδα έχει αφιερωμένη σε αυτόν μία εξαιρετικά ενεργή ομάδα συζήτησης στο πανταχού παρόν facebook, ένα ηλεκτρονικό περιοδικό, το The Zone ( www.thezone.gr ), το οποίο ασχολείται με το έργο του, αλλά και με θέματα που αγγίζουν ευρύτερα τη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία, ενώ οργανώνονται κατά καιρούς και δρώμενα, όπως καλλιτεχνικές εκθέσεις και μαραθώνιοι ανάγνωσης, τα οποία χρησιμοποιούν ως εφαλτήριο το πυντσονικό σύμπαν. Η σχέση του με τον Έλληνα αναγνώστη είναι ασφαλώς ισχυρή και σίγουρα δεν οφείλεται μόνο στον πιθανό θαυμασμό του συγγραφέα για τη Ρόζα Εσκενάζυ (την οποία αναφέρει και στο Έμφυτο Ελάττωμα, αλλά και στο Ενάντια στη Μέρα, όπου και γράφει σε άψογα Greeklish μερικούς στίχους από το τραγούδι “Θα σπάσω κούπες”).

Προσπαθώντας να εξιχνιάσουμε τις αιτίες αυτού του φαινομένου, μιλήσαμε με δύο από τους μεταφραστές του Pynchon στα ελληνικά, το φιλόλογο και καθηγητή του τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, Δημήτρη Δημηρούλη, που πρότεινε, αλλά και ολοκλήρωσε, από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 ακόμα τη μετάφραση του σύντομου μυθιστορήματος Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί, και του μεταφραστή και μουσικού, Γιώργου Κυριαζή, που έχει μεταφράσει τέσσερα από τα μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων και το opus magnum, Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, αλλά και το Ενάντια στη Μέρα, για το οποίο πήρε το 2010 το βραβείο μετάφρασης από το (δυστυχώς καταργημένο πλέον) ΕΚΕΜΕΛ. Άνθρωποι παθιασμένοι με τη λογοτεχνία, παρασυρμένοι στην επαγγελματική ενασχόληση με τη γραφή και την τέχνη, αλλά πρωτίστως αναγνώστες, η πρώτη τους επαφή με τον Pynchon έμοιαζε περισσότερο με αποκάλυψη, παρά με γνωριμία. Τα λόγια τους φανερώνουν τη σπάνια περίπτωση η έκδοση ενός συγγραφέα να μην έχει ως πρώτο κίνητρο την αγορά και τα οικονομικά αποτελέσματα, αλλά την κάλυψη ενός κενού και τη διεξαγωγή ενός διαλόγου με την παγκόσμια λογοτεχνία που τα ελληνικά γράμματα έχουν πάντα ανάγκη. Το ίδιο άλλωστε δεν συνέβη με άλλους συγγραφείς της ίδιας γενιάς, των οποίων μόνο ένα μικρό μέρος του έργου τους έχει φτάσει μέχρι τη χώρα μας.

Η συνομιλία μας με το Δημήτρη Δημηρούλη δείχνει την αρχή αυτής της πορείας, όταν ελάχιστοι στην Ελλάδα γνώριζαν ποιος ήταν ο Thomas Pynchon.

 

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με τον Pynchon;

 

Δημήτρης Δημηρούλης: Περιπλανιόμουν σε μια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη στην Αγγλία αρχές της δεκαετίας του ’80, ζαλισμένος από την πολλή φιλολογία και κριτική, όταν έπεσα επάνω στο βιβλίο του Pynchon που κάποιος είχε εγκαταλείψει σε μια γωνιά. Κάτι είχα ακούσει γι’ αυτόν, κυρίως για την “αφάνειά” του, αλλά δεν είχα διαβάσει κείμενό του έως τότε. Με τράβηξε πρώτα το εξώφυλλο και μετά χάθηκα στο κείμενο του Crying of the lot 49, γοητευμένος από μια γραφή και από μια μορφή φαντασίας πρωτόγνωρες. Το επόμενο βήμα ήταν το Gravity’s Rainbow που θεωρείται από πολλούς ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα. Το διάβασα μονορούφι την πρώτη φορά και τη δεύτερη προσεκτικά, με σημειώσεις και παρατηρήσεις στα περιθώρια του βιβλίου. Τότε κατανόησα πλήρως το μέγεθος του Pynchon. Στη συνέχεια διάβασα όλα του τα βιβλία, παλαιά και καινούργια, οπότε εξοικειώθηκα περισσότερο με τον τρόπο της γραφής του και με τον κόσμο της μυθοπλασίας του. Για μένα ο Pynchon είναι η λογοτεχνία που πάει ανάποδα, όπως συμβαίνει σε έναν ήρωά του, όταν έρχεται καταπάνω του ένας δρόμος, που σε αιφνιδιάζει, που ανατρέπει τις κατεστημένες προσδοκίες, που σε κάνει να ξανασκεφτείς για τον κόσμο, τον άνθρωπο, την πραγματικότητα, για την ίδια τη λογοτεχνία.

 

ΑΝ: Πώς προέκυψε η επιθυμία να φέρετε το έργο του στην Ελλάδα και να το μεταφράσετε;

 

Δ.Δ.: Τα καλοκαίρια που ερχόμουν στην Ελλάδα μιλούσα με φίλους παθιασμένα για τα καινούργια πράγματα που θεωρούσα ότι γίνονταν στην Εσπερία. Όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις οι κόντρες ήταν πολλές και όχι πάντα καλοπροαίρετες. Σε τέτοιες περιστάσεις έτυχε να αναφέρω τον Pynchon αλλά δεν επέμεινα πολύ γιατί κατάλαβα ότι ήταν εντελώς άγνωστος, τόσο ώστε η δική μου παρέμβαση έμοιαζε ανοίκεια και φαινόταν άκαιρη. Έτσι είπα κάποια στιγμή να δοκιμάσω να τον μεταφράσω, Σε αυτό με παρακίνησε και το γεγονός ότι ο Pynchon είχε αποκτήσει ήδη παγκόσμια φήμη και όλα έδειχναν ότι πρόκειται για μεγάλο συγγραφέα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Αν ήξερα τότε σε πόσο δύσκολη περιπέτεια έμπλεκα ίσως να μην έπαιρνα τόσο εύκολα την απόφαση.

 

ΑΝ: Πώς αντιμετώπισαν την πρότασή σας οι εκδότες;

 

ΔΔ: Σε αυτό ήμουν τυχερός. Είχα γνωρίσει τότε τον Θανάση Χαρμάνη, του Ύψιλον, από τον Δημήτρη Καλοκύρη που έβγαζε εκείνη την εποχή ένα εξαιρετικό περιοδικό, τον Χάρτη. Ο Χαρμάνης είχε δισταγμούς γιατί στην Ελλάδα ο Pynchon δεν σήμαινε κάτι. Κανείς στον αθηναϊκό εκδοτικό και συγγραφικό περίγυρο δεν γνώριζε το έργο του, οπότε ο δισταγμός ήταν απόλυτα δικαιολογημένος. Παρόλα αυτά δέχτηκε να εκδώσει τη μετάφραση και αυτό είναι προς τιμήν του. Εγώ ολοκλήρωσα τη δουλειά όντας στην Αγγλία, τα τυπογραφικά δοκίμια όμως με βρήκαν στην Αυστραλία. Εκεί έκανα τις τελευταίες διορθώσεις προτού κυκλοφορήσει το βιβλίο το 1986. Πέρασαν πολλά χρόνια έως ότου εξαντληθεί, εδώ και μια επταετία όμως δεν υπάρχει στην αγορά. Ελπίζω ότι σύντομα θα κυκλοφορήσει πάλι, από άλλον εκδότη αυτή τη φορά.

 

 

ΑΝ: Πού νομίζετε ότι οφείλεται το γεγονός ότι το έργο του έχει εκδοθεί εξολοκλήρου ενώ εκείνο άλλων σύγχρονών του συγγραφέων έχει μεταφραστεί αποσπασματικά;

 

ΔΔ: Σε δύο πράγματα, πιστεύω. Στη φήμη του ίδιου του συγγραφέα και στην τύχη. Ο Pynchon στάθηκε τυχερός με τους εκδότες και τους μεταφραστές του στην Ελλάδα. Είναι όντως αξιοπερίεργο που τα τελευταία χρόνια τα βιβλία του Pynchon μεταφράζονται στα ελληνικά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την πρώτη έκδοση στην Αμερική. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει συχνά. Είναι μεγάλη τύχη και σπουδαίο προνόμιο. Μοιάζει σαν να έχει στη διάθεση του φανατικούς οπαδούς, ένα είδος αίρεσης που αποτελείται από ακραιφνείς πυντσονιστές. Αλλιώς πώς;

 

 

Ο Γιώργος Κυριαζής, από την άλλη, εκπροσωπεί σήμερα μια γενιά μεταφραστών, με βαθιά γνώση για την ξένη λογοτεχνία, αλλά και με άποψη για το τι αξίζει να μεταφερθεί στα ελληνικά.

 

ΑΝ: Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σας με τον Pynchon;

Γιώργος Κυριαζής: Τον Pynchon τον «γνώρισα» το 1987 στο πανεπιστήμιο Αθηνών, σε ένα σεμινάριο για το μεταμοντέρνο μυθιστόρημα με καθηγητή τον Γιάννη Τσιώλη. Εκεί διαβάσαμε το Gravity’s Rainbow και γράψαμε από μια εργασία. Κάποιες από τις εργασίες, μάλιστα, μαζί με άλλο, πρωτότυπο, υλικό, εκδόθηκαν σε ένα βραχύβιο φοιτητικό περιοδικό (βγάλαμε μόνο ένα τεύχος). Δεν είναι τυχαίο ότι από εκείνο το σεμινάριο βγήκαν τρεις μεταφραστές του Pynchon: η Βίκυ Χατζοπούλου, που μετάφρασε τα διηγήματα στο Βραδείας Καύσεως (εκτός από την «Εντροπία»), ο Προκόπης Προκοπίδης, που μετέφρασε την «Εντροπία» και το V., κι εγώ. Αρκετά χρόνια αργότερα (το 1993, νομίζω), διάβασα σε μια εφημερίδα ότι ο εκδοτικός οίκος Χατζηνικολή είχε μόλις αγοράσει τα δικαιώματα για τα βιβλία του Pynchon. Πήγα λοιπόν στο γραφείο της κυρίας Ιωάννας Χατζηνικολή και με όλο μου το νεανικό θράσος τής ζήτησα το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας. Εκείνη μου είπε να διαλέξω ένα κομμάτι και να το μεταφράσω. Όταν της το πήγα, το κοίταξε, μου είπε ότι της άρεσε πολύ (παρότι είχα κάνει και ένα λάθος), και μου έδωσε το βιβλίο, κάτι για το οποίο θα την ευγνωμονώ αιώνια. Όταν βγήκε το Μέισον & Ντίξον, μου το έδωσε κι αυτό. Μετά, τα δικαιώματα τα πήραν οι Εκδόσεις Καστανιώτη, και μου έδωσαν να μεταφράσω τα επόμενα δύο βιβλία του Pynchon, το Ενάντια στη Μέρα και το Έμφυτο Ελάττωμα.

 

ΑΝ: Γιατί νομίζετε ότι ο Pynchon έχει μεταφραστεί εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, ενώ άλλοι σύγχρονοί του συγγραφείς εκπροσωπούνται μόνο από επιλογή των έργων τους;

Γ.Κ.: Νομίζω πως ο βασικός λόγος είναι το μεράκι της Ιωάννας Χατζηνικολή. Πριν πάρει εκείνη τα δικαιώματα, είχε κυκλοφορήσει μόνο η Συλλογή των 49 στο Σφυρί, από τις Εκδόσεις Ύψιλον, σε μετάφραση Δημήτρη και Χαράς Δημηρούλη. Οι Εκδόσεις Χατζηνικολή έβγαλαν άλλα 5 βιβλία, ό,τι δηλαδή είχε κυκλοφορήσει ως τότε ο Pynchon, προφανώς γιατί πίστευαν στην αξία του συγγραφέα, και όχι γιατί προσδοκούσαν μεγάλες πωλήσεις, και το 2007 τα δικαιώματα τα πήραν οι Εκδόσεις Καστανιώτη, με το ίδιο σκεπτικό. Δυστυχώς, μετά ήρθε η κρίση.

Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν αρκετοί Αμερικανοί συγγραφείς, της ίδιας περίπου γενιάς, πολύ αξιόλογοι, που δεν έχουν μεταφραστεί πλήρως, ή και καθόλου. Αυτό που λείπει είναι, νομίζω, ένας εκδότης που θα πιστέψει στο έργο τους και δεν θα νοιάζεται αν τα βιβλία τους θα μπουν ή όχι στις λίστες με τα «ευπώλητα»· πράγμα που, στην τωρινή οικονομική συγκυρία, είναι κάτι που μάλλον θα μείνει στη σφαίρα της φαντασίας.

 

ΑΝ: Ποιες είναι οι μεγαλύτερες μεταφραστικές προκλήσεις που παρουσιάζει το έργο του;

Γ.Κ.: Δύο πράγματα: η γλώσσα, και τα πραγματολογικά στοιχεία. Σφιχτοδεμένη αλλά λαβυρινθώδης σύνταξη, συνεχείς αλλαγές ύφους, ιδίως στους διαλόγους, χρήση αργκό που ποικίλλει ανάλογα με τον τόπο και το χρόνο στον οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή, αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα πραγματικά και φανταστικά, ιδιαίτερη προσοχή στην ιστορική και γεωγραφική λεπτομέρεια, ξένες λέξεις και φράσεις, πολλά τοπωνύμια, και μια αφήγηση που σου αλλάζει αμετάκλητα τον τρόπο που σκέφτεσαι.

Προηγούμενο άρθροΔιημερίδα για την κρίση του βιβλίου
Επόμενο άρθροΒιβλιοπωλεία ΙΑΝΟΣ Best seller :25 Απριλίου – 2 Μαϊου 2013

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Να λοιπόν που ποτε δεν είναι αργά… Εννοώ για τους αναγνώστες

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here