Ο «μογιλάλος» Γιάννης Πάνου (ΙΙ)

0
747
Του Αριστοτέλη Σαΐνη.
 
 
 «Η (αυτο)-βιογραφία ενός Αθάνατου»
 Γιάννης Πάνου (1943 – 11 Οκτωβρίου 1998) Β΄ μέρος
 

«εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;»

Κατά Ιωάννην, 21: 21-22

 

 

Υπάρχουν πολλοί τρόποι εισόδου σ’ ένα μυθιστόρημα σαν την Ιστορία των Μεταμορφώσεων. Μπορεί κανείς να ξεκινήσει από το εξώφυλλο (βλ. εδώ: «Αναγνώστης», 11 Οκτωβρίου 2014 – http://www.oanagnostis.gr/o-mogilalos-giannis-panou-1943-11-oktovriou-1998/) ή και ν’ ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία. Με την ελπίδα ότι αποτελεί ένα από τα κλειδιά του κειμένου, διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου την παράγραφο που εικάζω ότι στην περίπτωση ενός συγγραφέα τόσο προσεκτικού με το περικείμενο των βιβλίων του, αποτελεί επιλογή του ίδιου και όχι του εκδότη. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο, όπου περιγράφεται η συνάντηση του Χάραλντ με τη μυστηριώδη παρουσία που θα στοιχειώσει μετέπειτα τη ζωή του:

 

«Η πρώτη φορά που τον συνάντησα ήταν στα Ιεροσόλυμα, όταν ξαφνικά ένιωσα γύρω μου το μυστηριώδη κυματισμό που προκαλούσε η φωνή του. […] Δεν ήταν ένας από τους συντρόφους μου, κι όμως ίππευε ανάμεσά μας σιωπηλός με μια φαρδιά κουκούλα πάνω από το κράνος, που του κάλυπτε το πρόσωπο και τα μάτια, αφήνοντας να ξεχωρίζει πότε πότε μια γωνιά από το πηγούνι του, που άλλοτε είχε το σφρίγος ενός εφήβου και άλλοτε σκεπαζόταν με ένα θαμπό γκριζόλευκο γένι. Τον κάλεσα να δειπνήσει μαζί μου όταν θα φτάναμε στο μέρος που θα περνούσαμε τη νύχτα. Μου απάντησε με τη σκονισμένη μορφή ενός πολύ γερασμένου ανθρώπου, θαμμένου κάτω από την ευγένεια αιώνων» (197).

Και συνεχίζω, εντός του κειμένου πλέον: «Πέρασα τη νύχτα ξάγρυπνος συλλογιζόμενος τα μάτια του. Δεν είχα καταφέρει να συναντήσω το βλέμμα του, μα είμαι σίγουρος ότι μια πίκρα παλιά και αβάσταχτη όσο κι ο χρόνος που κύλησε από τότε, πρέπει να είχε καθίσει πάνω σε αυτά τα βλέφαρα της αιώνιας αγρύπνιας» (198).

Δε χρειάζεται να προχωρήσω στις επόμενες μεταμορφώσεις αυτής της περίεργης φιγούρας που διασχίζει το κεφάλαιο. Αρκεί να υπενθυμίσω ότι αρνήθηκε την πρόσκληση του Χάραλντ, γιατί, όπως μαθαίνουμε αμέσως μετά από τον ίδιο, εδώ και πολύ καιρό είχε:   «υποσχεθεί στον Αρμένιο Αρχιεπίσκοπο να περάσει αυτό ακριβώς το βράδυ μαζί του συζητώντας για θεολογικά ζητήματα, κυρίως πάνω σε ορισμένες απορίες που ανέκυψαν στην τελευταία Σύνοδο, σχετικά με την αντιμετώπιση του σωματικού πόνου από την ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού κατά την ώρα του Μαρτυρίου και έχω βέβαια μακρύ δρόμο να διανύσω ως την Αρμενία και να φτάσω εγκαίρως για το δείπνο».

Στα Chronica Majora, ένα από τα πιο σημαντικά μεσαιωνικά χειρόγραφα χρονικά, καταγράφεται από τον Matheus Paris για πρώτη φορά η περίεργη ιστορία του Αρμένιου Αρχιεπίσκοπου που επισκέφθηκε το αβαείο του St. Alban και διαβεβαίωσε τους εκεί μοναχούς ότι γνώριζε προσωπικά τον Ιωσήφ Καρτάφιλο, εκείνον τον θυρωρό του Πιλάτου που είχε πετάξει τον Σωτήρα έξω από το Δικαστήριο, διότι αυτός ο άνθρωπος επισκεπτόταν συχνά την Αρμενία, και λίγο πριν απ’ το ταξίδι του είχαν συμφάγει. Πρόκειται, φυσικά για μια από τις πρώτες αναφορές στο Μύθο του Περιπλανώμενου Ιουδαίου, του ρωμαίου φρουρού που καταδικάστηκε να περιπλανάται αιώνια στη Γη και, κάθε εκατό χρόνια, να ξαναγίνεται τριάντα ετών.

Πρόκειται για ένα μύθο που στοίχειωσε το δυτικό φαντασιακό για αιώνες, ξεκινώντας από μιαν αμφίσημη περικοπή του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου που αφορούσε τον πιο αγαπημένο μαθητή του Χριστού. Τον 17ο αιώνα, η μορφή του Καρτάφιλου αναμειγνύεται με τη μορφή του εβραίου παπουτσή Αχασβήρου, αθάνατου μάρτυρα της θείας φύσης του Ιησού, συναιρώντας έτσι την περιπλάνηση με την αθανασία. Οι αλλεπάλληλες επαναναγνώσεις του μύθου επέφεραν νέες μεταμορφώσεις, και η φιγούρα του περιπλανώμενου Ιουδαίου έγινε προοδευτικά ακόμα πιο περίπλοκη μέσω της ταύτισής της με άλλους μυθικούς ήρωες, περιπλανώμενους ή εξόριστους: τον Κάιν, τον Προμηθέα, τον Φάουστ, ακόμα και τον Δον Ζουάν. Ο ρομαντισμός, απομακρύνοντας το μύθο από το αρχικό χριστιανικό του νόημα, τον μετέτρεψε σε σύμβολο της ανθρώπινης κατάστασης εν γένει. Ό,τι παρέμεινε ήταν ένα αχανές σύμβολο, η αίσθηση μιας ατέλειωτης αναζήτησης για το απόλυτο, τη γνώση, την αλήθεια, την τέχνη και, φυσικά, το θάνατο… Όσο για την ανάγνωση του Τζόις, είναι γνωστό ότι η κατάρα της εξορίας και η ανεστιότητα έκανε τον Περιπλανώμενο Ιουδαίο σύμβολο του καλλιτέχνη, και ο μύθος μόλυνε τον Οδυσσέα του σαν μακρινός απόηχος του βαγκνερικού Ιπτάμενου Ολλανδού, της θαλασσινής εκδοχής του μύθου.

Αλλά και στον Μπόρχες ο Περιπλανώμενος Ιουδαίος γίνεται σύμβολο του Παγκόσμιου Συγγραφέα και ο Ιωσήφ Καρτάφιλος ταυτίζεται με τον ίδιο τον Όμηρο. Ο Αθάνατος του Μπόρχες (όπως εξάλλου και ο Οδυσσέας του Τζόις) είναι μια επανάληψη της Οδύσσειας κι ένα ταξίδι στη λογοτεχνία. Εκεί αλληγορείται η ιστορία της λογοτεχνίας (και της ανθρωπότητας, που σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο) ως ο ατέρμων κοχλίας, η ιστορία ενός και μόνο Πνεύματος. Οι εκάστοτε φορείς αυτού του Πνεύματος δεν είναι παρά παραδειγματικές ενσαρκώσεις Του, που συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου των γραμμάτων, του ποιητή, του φιλοσόφου και του προφήτη· σε τελική ανάλυση, του Δημιουργού. Μακρινό αρχέτυπο όλων αυτών είναι, βέβαια, για τον Δυτικό πολιτισμό ο τυφλός ποιητής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

Από τέτοιες άυλες υπάρξεις κατοικείται και ο κόσμος της Ιστορίας των Μεταμορφώσεων, όπως η μορφή του καταραμένου να διηγείται την ίδια ιστορία Γέρου Ναυτικού του Κόουλριτζ που κάνει αδιόρατα την εμφάνισή της στο πρώτο κεφάλαιο, ή ο περίφημος Κόμης του Σεν-Ζερμέν που προΐσταται στο δια-μυθοπλασιακό συμπόσιο του δεύτερου κεφαλαίου, ενώ μια τέτοια ασώματη ύπαρξη συνιστά και ο ιδιοφυής πλην δαιμονικός φιλόσοφος από το ομότιλο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου.

Ο Σάθας σημείωνε στην πρώτη έκδοση των έργων του βυζαντινού φιλοσόφου, σχολιάζοντας τα προβλήματα που είχαν προκύψει από την έλλειψη βιογραφικών πληροφοριών: «και πραγματικώς ως ανατομικόν σπάραγμα εις χείρας ανατόμων παρίσταται μέχρις υμών ο ατυχής εκείνος φιλόσοφος […] νεώτεροι βιογράφοι ελεήσαντες το Ψελλικόν σπάραγμα ενεφύσησαν εν αυτώ πνεύμα ζωής ή μάλλον αθανασίας, και ο φιλόσοφος του Βυζαντίου αναστάς εκ του τάφου […] εβίωσε μαθουσάλιον βίον επί τρεις όλας εκατονταετηρίδας…» και ο Γιάννης Πάνου επεμβαίνει στις πηγές του και κεντάει πάνω στα κενά της επίσημης ιστορίας, «αφού, όπως συμβαίνει πάντα με την Ιστορία, η αλήθεια βρίσκεται αλλού».

Έτσι, παρόλο που αρχικά τα έργα και οι μέρες του Μιχαήλ Ψελλού φαίνεται ότι αποτελούν το δομικό υπόβαθρο του κεφαλαίου, παρόλο που ένας τεράστιος όγκος της σχετικής βιβλιογραφίας έχει χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία ενός αναγνωρίσιμου ιστορικού πλαισίου, προοδευτικά η συνείδηση που αυτοβιογραφείται χάνει το περίγραμμά της, δεν μπορεί ν’ αποδοθεί μονοσήμαντα σε ένα ιστορικό πρόσωπο, και καταλήγει ένα απρόσωπο «εγώ». Οι αλλεπάλληλες επιστρώσεις στο διακειμενικό corpus του κειμένου απεγκλωβίζουν τον μονολογιστή από τα δεδομένα του πραγματικού ιστορικού χρόνου, καθώς γνωρίζει πράγματα που προηγούνται ή έπονται της εποχής του, φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας και τον αποπροσωποποιούν… Το κελί του Μοναχού και το σπουδαστήριο του Φιλοσόφου γίνονται αλχημικό εργαστήριο, ο Ψελλός (1018-1096) μεταμορφώνεται στον χριστιανό καββαλιστή Heinrich Khunrath (1560-1601), γνωρίζει τις θεωρίες του Παράκελσου (1493-1541), χρησιμοποιεί τους αραβικούς αριθμούς σαν να ήταν ο Γεώργιος Παχυμέρης (1242-1310), υιοθετεί το «μηδέν» σαν να ήταν ο Μάξιμος Πλανούδης (1260-1310), γνωρίζει τις κριτικές καταθέσεις του Krumbacher ή του Κωνσταντίνου Σάθα, ή τις απόψεις ενός «σλάβου σοφού» (N. Iorga) για το έργο του. Πράγματι, όπως δηλώνει ο ίδιος, μεταφέροντας αυτολεξεί λόγια του Μιχαήλ Ψελλού, «τον λόγο του κοσμούν οι αρετές όλων. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά  τα έργα μου, θα αναγνωρίσει πολλούς να ξεπηδούν από την ίδια ρίζα».

Έτσι προκύπτει η εικόνα μιας συνείδησης που «λάμνει» στο χρόνο σαν τον Περιπλανώμενο Ιουδαίο και που το ακόρεστο πάθος της για γνώση την οδηγεί στο πιο «πηχτό σκοτάδι». σε μια φαουστική αναμέτρηση με τα όρια του φυσικού και ηθικού κόσμου ή στην αποφασιστικότητα ενός σύγχρονου Προμηθέα, ενός Φράνκενσταϊν, που προσπαθεί να δημιουργήσει, ως alter Deus, «δύσμορφους, τερατικούς» υπηρέτες, είδωλα βέβαια του εαυτού του. Η όλη ανάμνηση του Φιλοσόφου (όπως και όλη η Ιστορία των Μεταμορφώσεων) δομείται εντέλει γύρω από εκτυφλωτικά, αποκαλυπτικά οράματα και άρρητες, άφατες εμπειρίες κοσμογνωσίας και αυτογνωσίας: «άλλη μια φορά δεν είμαι σε θέση να περιγράψω την εμπειρία εξαντλώντας τα όρια του λόγου, κι αυτή η αδυναμία μου ας μην εκληφθεί ως η υπεκφυγή ενός αγύρτη». Η αφήγηση του Φιλοσόφου, που συνιστά όπως και κάθε αληθινή φιλοσοφία μια «μελέτη θανάτου», αποτελεί ένα ταξίδι στα «βάθη της νύχτας», μια λογοτεχνική κατάδυση στο μυθολογικό υπόβαθρο όλης της λογοτεχνίας («στα βαθιά νερά του μύθου»), στο χώρο του ατομικού και του συλλογικού ασυνείδητου, στη «σκοτεινή νύχτα της ψυχής» των μυστικών, στις «αρχετυπικές εικόνες» του Γιουνγκ και, εντέλει, στην «καρδιά του σκότους», αφού, σύμφωνα με τον ίδιο τον Φιλόσοφο, «εκείνο που κάθε αφιερωμένος στο έργο αναζητά με όλο το πάθος της ύπαρξής του, φαίνεται να προέρχεται από μιαν υπέρφωτη και υπέρλαμπρη περιοχή ύψιστου τρόμου».

Ωστόσο, θ’ απαντούσα καταφατικά στο ερώτημα με το οποίο ο ίδιος ο Φιλόσοφος κλείνει τον μονόλογό του – πράγματι πέρασε απ’ το νου μου ότι κατά βάθος είναι και ποιητής. Ο Φιλόσοφος, που στο τέλος του  μονολόγου του αποφασίζει, κουρασμένος απ’ τις αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις του, να γλιστρήσει έξω από τους κύκλους του χρόνου,  που γεννήθηκε απαγγέλλοντας τα Ομηρικά έπη, που βασανίστηκε με τα όνειρα της τύφλωσης και συναντούσε τη γαλήνη της ψυχής του μόνο στους ελληνικούς μύθους, που «ήταν ένας συνθεμένος από πολλά σπαράγματα» και το έργο του αποδόθηκε σε «πλείονες ιστορικούς», θα μπορούσε ν’ αποτελεί μία απ’ τις διαδοχικές ενσαρκώσεις του Ομήρου, σαν αυτές που φαντάστηκε ο Μπόρχες στον «Αθάνατο». Και είναι ο Ψελλός φυσικά που στο επόμενο κεφάλαιο χαρίζει τα δύο μεγάλα βιβλία με τα κλειδωμένα επάργυρα καλύμματα που περιέχουν τα Ομηρικά Έπη στον σκάλδο που μπορεί να φέρει το όνομα του Χιόντουλφ αλλά αποτελεί κι αυτός ένα αμάλγαμα χαρακτηριστικών, έχοντας περισσότερα κοινά με το πρόσωπο του πατέρα της βόρειας ποίησης Σνόρι Στούρλουσον και ο δείχνοντας να γνωρίζει ότι οι στίχοι του «προορίζονται να εμπνεύσουν διάσημες σάγκες μέσα στους αιώνες». Πρόκειται για μια εικονογράφηση της συνέχειας του έπους από τον Όμηρο στην Επική Ποίηση της Βόρειας Ευρώπης και από κει στο σύγχρονο μυθιστόρημα, αφού η πιο διάσημη από αυτές είναι ο Οδυσσέας του Τζόις που αντλεί ταυτόχρονα και από τις δύο παραδόσεις.

 

***

 

Επιστρέφω στην αρχή. Όπως κάθε μεγάλη αφήγηση, τόσο η Remington όσο και η Ιστορία των Μεταμορφώσεων αρχίζουν «παρά θίν’ αλός», με άκουσμα τον παφλασμό των κυμάτων… Στη Remington, ο αφηγητής, παρατηρώντας την «παλιά» κίνηση του νερού, προσπαθούσε ν’ αφομοιώσει αυτό το «θαυμάσιο πηγαινέλα» και να κατακτήσει αυτή την «όμορφη ταλάντωση πάνω από τα πράγματα» σε μια προσπάθεια να συλλάβει την πρωτεϊκή φύση του ήρωά του. Τώρα, στην Ιστορία των Μεταμορφώσεων, η αφηγηματική φωνή που ανοίγει το πρώτο κεφάλαιο (ο Κόσμος) και ακούγεται κάποια στιγμή ως απόηχος εκείνης της ίδιας φωνής, αποτελεί η ίδια μια τέτοια πολυπρισματική φύση, κι ο μονόλογός της απεικονίζει την επιθανάτια ή, μάλλον, μεταθανάτια αγωνία μιας εξουθενωμένης συνείδησης που, ριγμένη σ’ έναν κόσμο λόγων και ιδεών, σ’ έναν ωκεανό παραθεμάτων και «μισοθαμμένων στίχων», και με τα «κοχύλια των αυτιών να αντιβουίζουν ψελλίσματα αλλοτινών ήχων», αποπειράται ένα ταξίδι κοσμογνωσίας και αυτογνωσίας… Το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό, όπως δηλώνει η παραβολή-επίλογος του μπορχικού Ποιητή: «Κάποιος άνθρωπος βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με επαρχίες βασίλεια βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα, και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την αυτοπροσωπογραφία του».

Η Ιστορία των μεταμορφώσεων συνιστά ένα πραγματικό μυθιστορηματικό Άλεφ, το πρώτο γράμμα της εβραϊκής αλφαβήτου αλλά και το σημείο αυτό στο χώρο «όπου συνυπάρχουν ταυτόχρονα, δίχως να συγχέονται, τα πάντα… το ασύλληπτο σύμπαν» που αντίκρισε ο αφηγητής του ομότιτλου διηγήματος του Μπόρχες και στο οποίο αναφέρεται (σαφώς ειρωνικά) ένας ήρωας του δεύτερου κεφαλαίου. Για τον Μπόρχες, όπως και για τον Γιάννη Πάνου, το να είσαι συγγραφέας σημαίνει να συμμετέχεις σ’ ένα Άλεφ συγγραφικότητας. Μ’ άλλα λόγια, όλοι οι συγγραφείς είναι ενσαρκώσεις ενός Παγκόσμιου Συγγραφέα, άχρονου και ανώνυμου, και όλα τα βιβλία είναι ένα Βιβλίο ή η Βίβλος.

Ας πάρουμε, λοιπόν, πολύ σοβαρά την προειδοποίηση της αρχής του μυθιστορήματος κι ας σκύψουμε με προσοχή πάνω από «τήδε τη Βίβλω» του Γιάννη Πάνου.    Από το «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» της Πεντατεύχου (που έχει τόσα βιβλία όσα και τα κεφάλαια της Ιστορίας των Μεταμορφώσεων) της Παλαιάς Διαθήκης -του άγνωστου ή άγνωστων συγγραφέων της, ώς το κοσμολογικό υπόβαθρο του πρώτου κεφαλαίου η απόσταση δεν είναι μεγάλη.   Από τη γραφίδα του Ευαγγελιστή Ιωάννη στο εξώφυλλο του βιβλίου και από τον προλογικό ύμνο «Εν αρχή ην ο Λόγος» του Κατά Ιωάνννη Ευαγγελίου στο «Ανοίγω τα μογιλάλα χείλη μου» της Ιστορίας των Μεταμορφώσεων, πάλι η απόσταση δεν είναι μεγάλη.        Μήπως  λοιπόν, η Ιστορία των Μεταμορφώσεων δεν αποτελεί παρά μια αληθινή Κιβωτό της Διαθήκης, από το εσωτερικό της οποίας, πίσω από «αδιαπέραστα παραπετάσματα από υάκινθο, βύσσο, πορφύρα και κόκκινο»,  κάποια στιγμή ακούγεται εγκιβωτισμένη η φωνή του πρώτου κεφαλαίου; Μήπως,  λοιπόν, η Ιστορία των Μεταμορφώσεων δεν συνιστά παρά μια επανεγγραφή της Βίβλου ή των τεσσάρων Ευαγγελίων και της Αποκάλυψης, μια πορεία από τη Γένεση του Κόσμου στην ενσάρκωση και από την ενσάρκωση στην Αποκάλυψη;

Όπως και να έχει ας μείνουμε στον πρόλογο του Κατά Ιωάννην (Ι,14) «και ο λόγος σαρξ εγένετο». Σάρκα, λοιπόν, άνθρωπος και Iστορία. Και όπως γράφει και πάλι ο Μπόρχες στο ποίημά του «Κατά Ιωάννην Ι, 14»:

 

«Εγώ ο Ην, και ο Ων και ο ερχόμενος,

συγκατατίθεμαι και πάλι στον λόγο

που είναι χρόνος αλλεπάλληλος και σύμβολο».

 

 

ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Γιάννης Πάνου, …από το στόμα της παλιάς Remington…, Μυθιστόρημα, Τρίτη Έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1998.

Γιάννης Πάνου, Ιστορία των Μεταμορφώσεων, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1998.

 

Κώστας ΒούλγαρηςΘωμάς ΣκάσσηςΜισέλ ΦάιςΤάσος Χατζητάτσης, 25 χρόνια μετά – Γιάννης Πάνου …από το στόμα της παλιάς Remington…,  πρόλογος: Παναγιώτης Μουλλάς – φιλολογικό επίμετρο: Αριστοτέλης Σαΐνης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006.

«Αφιέρωμα στον Γιάννη Πάνου»,  επιμέλεια Κώστας Βούλγαρης, Εφημερίδα «Αυγή»,  17/9/2006 – και  24/9/2006 [Γράφουν: Γιάννης Δάλλας, Λήδα Καζαντζάκη, Δημήτρης Δημηρούλης, Δημήτρης Αγγελάτος, Μάσσιμο Κατσούλο, Τζίνα Πολίτη, Κώστας Βούλγαρης, Γιώργος Μπλάνας, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Λίζυ Τσιριμώκου, Στέφανος Ροζάνης, Τιτίκα Δημητρούλια, Αλέξης Ζήρας, Χριστίνα Αγγελίδη, Κώστας Γαβρόγλου].

Τζίνα Πολίτη, «Σε Αναζήτηση του χαμένου κλειδιού (Η Ιστορία των Μεταμορφώσεων του Γιάννη Πάνου)», περιοδ. Νέα Εστία, τεύχ. 1714 (Ιούλιος-Αύγουστος 1999), σελ.: 8-32 [=Τζίνα Πολίτη, Η ανεξακρίβωτη σκηνή, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2001, σελ.: 191-231].

George K. Anderson, The legend of the Wandering Jew, Brown University Press, 1991 [1965].

Timothy P. Martin, «Joyce, Wagner, and the Wandering Jew», Comparative Literature, 42.2. (1990), p. 49-72.

Ronald Christ, The Narrow Act. Borges’ Art of Allusion, Lumen Books, New York, 1995 [1968]

 

Προηγούμενο άρθροΗ πρώτη επαφή με το Αμαζόνιο
Επόμενο άρθροΙστορίες ερώτων και θανάτων

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ