O K. Ξ. Γιαννόπουλος για τον Μιχαήλ Μητσάκη (συνέντευξη στον Γ.Ν.Μπασκόζο)

0
244

 

Κύριε Γιαννόπουλε πρόσφατα εκδώσατε μια μυθιστορηματική βιογραφία  για τον Μιχαήλ Μητσάκη, έναν ξεχασμένο, ιδιαίτερο πεζογράφο.Γιατί επιθυμείτε να ξανασυστήσετε σήμερα τον Μιχαήλ Μητσάκη; Υπάρχει κάποιο άλλο ενδιαφέρον, πέρα από το φιλολογικό;

Πριν απαντήσω στην πρώτη ερώτησή σας, θα έπρεπε  να πω ότι αυτό το βιβλίο είχε μία περιπέτεια. Το έγραψα κατόπιν παραγγελίας μέσα σε εννέα μήνες, αλλά ο εκδοτικός οίκος έβαλε λουκέτο. Περίμενα οκτώμισι  χρόνια να εκδοθεί. Τώρα όσον αφορά το θέμα μας, τον Μιχαήλ  Μητσάκη τον διάλεξα γιατί, ενώ είναι από τις σημαντικότερες συγγραφικές φυσιογνωμίες της γενιάς του 1880, παρέμεινε ο πλέον παραγκωνισμένος, και έως πρόσφατα, τουλάχιστον,  ο πλέον παραμελημένος συγγραφέας από την κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Μιχαήλ Μητσάκης έκανε το «λάθος» να τα βάλει με τον νεαρό Παλαμά και το πρώτο Αθηναϊκό μυθιστόρημα του Ξενόπουλου. Αυτό, ο Παλαμάς και ο Ξενόπουλος δεν το ξέχασαν ποτέ και φρόντισαν να τον συκοφαντήσουν. Επομένως, τον  αδίκησαν κατάφορα, αντί να αδιαφορήσουν γι αυτόν. Πράγμα που θα ήταν προτιμότερο, ίσως.

Τοποθετείτε τον Μητσάκη μαζί με τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη. Υπάρχουν κοινά στοιχεία σε αυτούς τους τρεις;

Ο Μιχαήλ Μητσάκης είναι ισότιμο μέλος της  τριανδρίας Παπαδιαμάντης-Βιζυηνός-Μητσάκης. Αλλά είναι ο πλέον άγνωστος από τους τρεις. Ο Μιχαήλ Μητσάκης έχει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον, σε σχέση με τους δύο ομοτέχνους του, το οποίο βρίσκεται στο γεγονός ότι όταν μπαινόβγαινε στο Δρομοκαϊτειο, έγραψε ποιήματα στα γαλλικά, τα οποία χαρακτηρίζονται από Γάλλο μελετητή και μεταφραστή του ως προσουρρεαλιστικά. Ο Μιχαήλ Μητσάκης δεν έγραψε εκτενή διηγήματα όπως ο Βιζυηνός, ούτε  μυθιστορήματα όπως ο Παπαδιαμάντης, έχει μικρότερη λογοτεχνική παραγωγή από αυτόν και η πλειονότητα των έργων του είναι αφηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και Αθηναιογραφήματα. Είναι όλα εξαιρετικής ποιότητας και με ιδιαίτερο προσωπικό ύφος. Δύο δε από αυτά θεωρούνται πλέον αριστουργήματα:   Ο «Αυτόχειρ» και ο «Αόρατος». Όμως ο Μιχαήλ Μητσάκης δεν έχει κοινά στοιχεία, γλωσσικά και κειμενικά, με τους άλλους δύο.

Γράφετε ότι ήταν ευαίσθητος, ασυμβίβαστος, πικρόχολος και απελπισμένος. Ήταν προϊόν της εποχής του ή της ιδιοσυγκρασίας του;

Ήταν όλα  αυτά, αλλά όχι από την αρχή, όταν ξεκινούσε στην «Ακρόπολι» του Γαβριηλίδη και σε άλλα έντυπα της εποχής. Προϊόντος όμως του χρόνου, και των μύδρων που εξαπέλυε, όχι μόνον κατά των ομοτέχνων, αλλά και των νεοελληνικών ηθών της εποχής του,  συν το γεγονός ότι δεν κατάφερε να βγάλει βιβλίο, όπως και ο Παπαδιαμάντης φυσικά, άρχισε να απογοητεύεται και να οδηγείται αργά αργά προς την τρέλα. Είναι γεγονός, ότι είχε εκρηκτική ιδιοσυγκρασία, αλλά ήταν ιδιοφυής συγγραφέας και το ήξερε, οπότε δεν θα άντεχε τον αποκλεισμό αλλά και την ρετσινιά του τρελού που, ήταν μάνα εξ ουρανού γι αυτούς που ήθελαν να τον πλήξουν και να τον περιθωριοποιήσουν. Μην ξεχνάμε όμως, ότι από τους τρεις, ο μεν Παπαδιαμάντης ήταν μέθυσος, οι δε Βιζυηνός και Μητσάκης ήσαν τρόφιμοι ψυχιατρείου.

Ήταν ένας από τους λίγους σατιρικούς συγγραφείς. Γιατί δεν είχε επιγόνους; Ποια η γνώμη σας;

Όντως, ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς συγγραφείς της εποχής του, εφάμιλλος του Εμμανουήλ Ροίδη, ο οποίος έχοντας αναγνωρίσει την αξία του, θεωρούσε ότι δεν του «επιτρεπόταν» να «κάμει ύφος». Η σατiρική του φλέβα φάνηκε σε ένα πρωτόλειο διήγημα, το οποίο έστειλε στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Σε αυτό, μιλάει για έναν πατέρα ο οποίος αρνείται να βαπτίσει τον γιo του στην Αγία Σοφία, αν η Αγία Σοφία και ολόκληρη η Κωνσταντινούπολη δεν ξαναγίνει Ελληνική. Το διήγημα αυτό απέσπασε τον πρώτο έπαινο, καθώς και την προσοχή του Νικολάου Πολίτη και του Άγγελου Βλάχου, μέλη της κριτικής επιτροπής. Το γιατί δεν είχε επιγόνους, όχι μόνο στα σατiρικά έργα του, εντοπίζεται μάλλον, στο γεγονός ότι ήταν ιδιόρρυθμος και εξαιρετικά εκκεντρικός, και στην γραφή και στην ζωή του. Σε μία μόνη παράγραφο χώρεσε δεκαέξι ρήματα. Όπως καταλαβαίνει κανείς, το ύφος του ήταν αμίμητο. Και επομένως, δύσκολο να επηρεάσει επιγόνους, πολύ περισσότερο δε να δημιουργήσει σχολή. Το διήγημα που ανέφερα πιο πάνω ως αριστουργηματικού ύφους, ο «Αόρατος», είναι μοναδικό στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και όχι μόνο της εποχής του Μιχαήλ  Μητσάκη, αλλά και στην πεζογραφία του ίδιου. Το διήγημα αυτό θυμίζει έντονα το «Αντίστροφα» του Γιορίς Ισμάν. Όσο για τον «Αυτόχειρα», μπορούμε να πούμε ότι θυμίζει αμυδρά Έδγαρ Άλλον Πόε.

Ο συγγραφέας Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος

Λέτε ότι ήταν ακατάταχτος αλλά και επηρεασμένος από τους γάλλους , τον Ρεμπώ κ.ά. Τι ήταν τελικά;

Η παιδεία του Μιχαήλ Μητσάκη όπως και του Σολωμού, του Κάλβου, του Καρυωτάκη και του Βιζυηνού ήταν ευρωπαϊκή.  Κανείς από αυτούς δεν είχε σχέση με την παράδοση. Το ίδιο και ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο οποίος επίσης, κατά δική του μάλιστα ομολογία, δεν γνώριζε την Αρχαιοελληνική γραμματεία, πράγμα το οποίο θεωρώ ότι αποτελεί υπερβολή. Επί πλέον αντίθετα από τον Παπαδιαμάντη δεν είχε σχέση με την Ελληνορθόδοξη παράδοση, ούτε καν με τον Χριστιανισμό. Ήταν αγνωστικιστής. Ο Μιχαήλ Μητσάκης είχε μάθει μόνος του γαλλικά και μπορούσε να διαβάζει συγγραφείς, όπως ο Ζεράρ Ντε Νερβάλ, ο Μπωντλαίρ, ο Ρεμπώ και άλλους στο πρωτότυπο. Είχε επίσης σχέση με τον nonsense και το παράλογο του Λούις Κάρολ. Λέω χαρακτηριστικά στο βιβλίο, ότι αν ο Μπρετόν είχε διαβάσει τα γαλλικά του ποιήματα θα τον είχε συμπεριλάβει στην «Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ». Όσο για το γεγονός ότι ήταν ακατάτακτος,  αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας τα διαφορετικού ύφους πεζογραφήματά του, αρχίζοντας από την «Δεκαέτιδα» και φτάνοντας μέχρι τον «Αυτόχειρα». Παρ ότι το «Εις Αθηναίος Χρυσοθήρας» είναι διήγημα φαντασίας, ωστόσο βασίζεται στο ιστορικό γεγονός των Λαυρεωτικών. Η μοναδική του αυτή νουβέλα, διαφέρει και ως θεματολογία και ως διαπραγμάτευση από πολλά άλλα πεζά του. Πολύ σχηματικά θα μπορούσε να κατατάξει κανείς τα έργα του, στο είδος του αφηγήματος. Ο Μιχαήλ Μητσάκης άλλοτε φαντασιώνεται, άλλοτε σαρκάζει, άλλοτε μιλάει σπαρακτικά και πολλές φορές μετέρχεται ένα έντονα λυρικό ύφος.

Αν δεν είχε το σπέρμα της τρέλας του, τι θα ήταν κατά τη γνώμη σας;

Δίχως την ιδιορρυθμία αυτή, θα είχε ενδεχομένως κάνει μία επιτυχή καριέρα δημοσιογράφου, ίσως και πεζογράφου, αλλά θα απέφευγε τις κακοτοπιές, δεν θα ξεσπάθωνε εναντίον του Παλαμά, δεν θα λιβελογραφούσε εναντίον του  Ξενόπουλου και προφανώς, θα ήταν ένας σοβαρός επαγγελματίας, ο οποίος θα πρόσεχε πολύ τους ομοτέχνους του για να μην τον θίξουν. Θα ήταν δηλαδή με την πλειοψηφία των κομφορμιστών. Χωρίς το σπέρμα της τρέλας του ο Μιχαήλ Μητσάκης δεν θα ήταν ο Μιχαήλ Μητσάκης.

 

info: Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Στον φεγγίτη του μυαλού του Μιχαήλ Μητσάκη, εκδόσεις Λέμβος

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ