O Σταύρος Ζουμπουλάκης ως αναγνώστης (της Αθηνάς Βογιατζόγλου)

0
1660

 

 

 

της Αθηνάς Βογιατζόγλου (*).

Πέρα από τα ποικίλα μελετήματά του για φιλοσοφικά, θεολογικά, πολιτικά και εκπαιδευτικά ζητήματα, ο Ζουμπουλάκης έχει γράψει συχνά για τη λογοτεχνία, συνηθέστερα για την πεζογραφία, αλλά ενίοτε και για την ποίηση, καθώς και για τη λογοτεχνική κριτική. Δυο πολύ πρόσφατα βιβλία του είναι το Υπό το φως του μυθιστορήματος (2015), με μελέτες για ξένους μυθιστοριογράφους, και Ο στεναγμός των πενήτων (2016), με δοκίμια για τον Παπαδιαμάντη, ενώ μόλις κυκλοφόρησε, και πάλι από τις εκδόσεις Πόλις, ένα βιβλίο του για τον Τάκη Παπατσώνη, ποιητή δύσκολο και ελάχιστα μελετημένο, με έντονες θρησκευτικές ανησυχίες, όπως οι περισσότεροι λογοτέχνες που έλκουν το ενδιαφέρον του Ζουμπουλάκη. Επιπλέον, έχει δημοσιεύσει κείμενα για πολλούς δημιουργούς μας, από τον Σικελιανό μέχρι τον Σεφέρη και από τον Ξενόπουλο μέχρι τον Βαλτινό, τα περισσότερα στη Νέα Εστία – ένα αιωνόβιο, πλέον, λογοτεχνικό περιοδικό το οποίο στα δεκατέσσερα χρόνια κυκλοφορίας του υπό τη διεύθυνση του Ζουμπουλάκη (1998-2012) έζησε τη χρυσή του περίοδο. Τέλος, έχει προλογίσει πολλούς τόμους λογοτεχνικών έργων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει το λαμπρό μελέτημά του στην έκδοση της Φόνισσας από τις εκδόσεις Εστία.

Δεινός φιλόλογος, μεταξύ άλλων, ο Ζουμπουλάκης δεν γράφει όπως γράφουν συνήθως οι φιλόλογοι. Αποφεύγει τις υποσημειώσεις, τον απρόσωπο και βαρύ αναλυτικό λόγο, την πάσης φύσεως μεμψιμοιρία. Το ύφος του είναι απόλυτα διαυγές, συζητητικό αλλά και πειστικό χωρίς διδακτικότητα, απλό και συγχρόνως ηδύ· τόσο απλό και τόσο ηδύ που νιώθει κανείς ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα αίνιγμα της συγγραφικής τέχνης. Η λύση του αινίγματος δεν βρίσκεται, νομίζω, στον χώρο της ρητορικής, του συντακτικού ρυθμού ή οτιδήποτε παραπλήσιου, ούτε απλώς στο ταλέντο του Ζουμπουλάκη (ο οποίος μάς έχει δώσει και ένα ‘λογοτεχνικό’ κείμενο, το συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό αφήγημα Η αδερφή μου). Η λύση βρίσκεται στην προσωπικότητα του γράφοντος: στη θέρμη, την ειλικρίνεια, τη βιωματικότητα, την όχι άκοπα κατακτημένη σοφία του. Όσο κι αν μοιάζουν παλιομοδίτικες μερικές από αυτές τις λέξεις, ισχύουν στην περίπτωσή του στο ακέραιο, και έτσι διαβάζοντάς τον επιστρέφουμε σε ορισμένες σταθερές αξίες με ανακούφιση και, θα έλεγα, με ευγνωμοσύνη. Όχι μόνο γιατί κερδίζουμε αναγνωστική απόλαυση, γνώση, εκλεκτό στοχασμό, αλλά και γιατί αισθανόμαστε ότι αυτός που γράφει νοιάζεται για μας. Τα γραπτά του διαποτίζονται από μια διάθεση αγαπητική.

Τρεις από τις ιδιαιτερότητες του Ζουμπουλάκη ως αναγνώστη της λογοτεχνίας είναι, νομίζω, οι εξής:

1) Μολονότι διαθέτει οξυμένη αισθητική αντίληψη και παιδεία, αποφεύγει την έμφαση στη μορφική ανάλυση -οι σχετικές παρατηρήσεις του είναι λίγες αλλά πάντα καίριες. Συμβουλεύει μάλιστα τους καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης να κάνουν το ίδιο δεδομένου ότι, όπως υπογραμμίζει στο κεφάλαιο «Εννέα προτάσεις για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας» του βιβλίου του Για το σχολείο, η ανάγνωση της λογοτεχνίας καλλιεργεί αυτομάτως τη γλώσσα και το γούστο και «το σίγουρο, προσωπικό αισθητικό κριτήριο» δεν διδάσκεται ούτε κατακτιέται από όλους, «θα έρθει -αν έρθει- μόνο μέσα από το διάβασμα εκατοντάδων και χιλιάδων βιβλίων».[1] Ο Ζουμπουλάκης προτάσσει στα μελετήματά του την έγνοια για το περιεχόμενο των έργων, για την κατανόηση του οράματος των λογοτεχνών για τον κόσμο. Η ισχυρή πεποίθηση ότι η λογοτεχνία επηρεάζει θετικά τη ζωή μας αρδεύει τα σχετικά γραπτά του. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η λογοτεχνία δεν μπορεί να κάνει πολλά, ας μην της αναθέτουμε κάποια σωτηριολογική αποστολή. Δεν είναι όμως καθόλου λίγο αυτό που μπορεί, το να κατανοήσουμε δηλαδή τον εαυτό μας και τους άλλους, και μάλιστα με τη διττή σημασία της λέξης: να καταλάβουμε και να συμμεριστούμε. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη διδακτική αξία της».[2]

Πράγματι, αναλύοντας έργα ακόμη και ελάχιστα οικείων για την πολιτισμική μας παράδοση λογοτεχνών, όπως ο Εβραίος μυθιστοριογράφος Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, που έγραφε στα γίντις, ο Ζουμπουλάκης μας κάνει να «καταλάβουμε» και να «συμμεριστούμε» απόψεις, ιδέες, αισθήματα, βασίζοντας την πραγμάτευσή του σε θεολογικά και ηθικά ερωτήματα που ταλανίζουν τόσο τον ίδιο όσο και τους λογοτέχνες που μελετά. Μέσα σε λίγες, συνήθως, σελίδες μας μεταγγίζει έναν ολόκληρο λογοτεχνικό κόσμο, και ανοίγεται σε πλήθος ευρύτερων και πάντα ερεθιστικών ερωτημάτων, που αφορούν την κοινωνική και ιστορική μας υπόσταση, τους αδήριτους αλλά και πάντα επιδεκτικούς βελτίωσης εγκόσμιους όρους ζωής μας, καθώς και την ύπαρξή μας με την οντολογική έννοια, το νόημα της ανθρώπινης ζωής, την κοινή, θα έλεγα, μοίρα μας ως θνητών. Ο λεπτά υφασμένος ιστός των συλλογισμών του δεν παγιδεύει αλλά, παραδόξως, χειραφετεί τον αναγνώστη του. Διαβάζοντας τα κείμενά του νιώθει κανείς επιτακτική την ανάγκη να αναζητήσει το ίδιο το εξεταζόμενο λογοτέχνημα και να το διαβάσει για λογαριασμό του· αυτή είναι η πιο απτή, νομίζω, δικαίωση του κριτικού του εγχειρήματος.

2) Αν και αναδεικνύει αυτό που είδαμε ότι αποκαλεί «μεγάλη διδακτική αξία της λογοτεχνίας», ο Ζουμπουλάκης δεν γίνεται ποτέ διδακτικός χάρη σε τρεις, κυρίως παράγοντες: στον σεβασμό του προς τον αναγνώστη, στην επίγνωση της περιπλοκότητας των λογοτεχνικών κειμένων (και της ζωής) και, κυρίως, στη βαθιά αγάπη του για τη λογοτεχνία, αγάπη που εξουδετερώνει κάθε διδακτισμό και που πολύ γρήγορα μεταδίδεται σε όποιον τον διαβάζει. Γιατί, όπως γράφει στο Για το σχολείο,  «τίποτε δεν μπορείς να δώσεις στους άλλους αν δεν το έχεις εσύ ο ίδιος […] Μόνο ένας δάσκαλος που αγαπάει τη λογοτεχνία μπορεί να κάνει και τους μαθητές του να την αγαπήσουν».[3]

Πότε αγαπά κανείς στ’ αλήθεια τη λογοτεχνία; Μας το λέει σε διάφορα γραπτά του: «όταν περάσει λίγος καιρός χωρίς να έχεις διαβάσει ένα λογοτεχνικό βιβλίο» και αισθάνεσαι στέρηση[4]· ή, ακόμα, όταν «στα εφηβικά σου χρόνια ένιωσες σωματική αναστάτωση διαβάζοντας ένα ποίημα, κι ας μην ήσουν σε θέση ακόμη να κατακτήσεις το νόημά του».[5] Ο Ζουμπουλάκης την έχει αισθανθεί αυτή τη σωματική αναστάτωση, όπως μας λέει στο βιβλίο για την αδερφή του, διαβάζοντας, στα δεκαπέντε του χρόνια, την τρίτομη ποιητική ανθολογία του Μιχάλη Περάνθη.

3) Συνδυάζει την αντικειμενική με την υποκειμενική ματιά, συνθήκη χάρη στην οποία, όπως σημειώνει στο Για το σχολείο, οδηγείται κανείς «σε μια προσωπική αλλά όχι ερμηνευτικά αυθαίρετη προσέγγιση του λογοτεχνικού κειμένου. Αυτός ο τρόπος είναι ο καλύτερος -και ο δυσκολότερος».[6]

Πράγματι, πλάι στους διακειμενικούς συσχετισμούς του, τα σχόλια για το σύνολο του έργου του συγγραφέα που μελετά, τα ιστορικά, εκδοτικά, βιογραφικά δεδομένα που κατά περίπτωση θέτει υπόψη μας (μόνο όταν συνδέονται απολύτως οργανικά με την ανάγνωση που επιχειρεί), ο Ζουμπουλάκης προσθέτει το θάρρος της υποκειμενικής ματιάς. Εξομολογείται μάλιστα ότι συχνά του προξενούν ισχυρή συγκίνηση ελάσσονα έργα, δείχνοντάς μας έτσι ότι δεν είναι κακό να επιτρέπουμε στο βιωματικό στοιχείο να παραμερίζει τα αισθητικά μας κριτήρια. Αντίθετα, το να συμβαίνει κάτι τέτοιο πιστοποιεί, νομίζω, ότι διαβάζει κανείς τη λογοτεχνία πάνω απ’ όλα ως ανθρώπινο ον και χωρίς να χρησιμοποιεί την όποια αισθητική παιδεία του ως ασπίδα προστασίας. Τέτοιες είναι, για παράδειγμα, στην περίπτωση του Ζουμπουλάκη, οι περιπτώσεις των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη «Υπηρέτρα» και «Πατέρα στο σπίτι» -και για τα δυο παραδέχεται ότι είναι κατώτερα πολλών άλλων του συγγραφέα τους, αλλά τον συγκινούν αδιάπτωτα και μας εξηγεί τους λόγους. Θα περιοριστώ στην περίπτωση του δεύτερου, στο οποίο ένα πεντάχρονο, ορφανό από πατέρα αγόρι ζητά χωρίς επιτυχία λίγο λάδι από τον μπακάλη. Αξίζει να σας διαβάσω την εξομολογητική παρατήρηση του Ζουμπουλάκη, με την οποία κλείνει μια εισαγωγή του σε τόμο διηγημάτων του Παπαδιαμάντη:

Θα ήθελα να με πιστέψουν πως, κλείνοντας τούτο τον τόμο με τις τόσες αριστουργηματικές σελίδες, εξακολουθεί να βουίζει στα αυτιά μου η σπαραχτική φωνή του μικρού αγοριού:»     Δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι!» Έχω συχνά την εντύπωση πως όλο το διηγηματογραφικό έργο του Παπαδιαμάντη προσπαθεί να απαντήσει στη φωνή αυτή.[7]

Μέσα στην υποκειμενικότητά του, ο Ζουμπουλάκης χτυπάει φλέβα, καθώς εντοπίζει την ‘καρδιά’, θα μπορούσε κανείς να πει, του παπαδιαμαντικού έργου, όπου «πατέρας» μπορεί να θεωρηθεί εντέλει και ο Θεός, που υπάρχει μεν στην καρδιά των περισσότερων ηρώων αλλά απουσιάζει από τη σκληρή καθημερινότητά τους.

*

Θα σταθώ λίγο στο μελέτημα του Ζουμπουλάκη για το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Το μυρολόγι της φώκιας». Ο μελετητής ξεκινά περιγράφοντας έναν ομόλογο με το διήγημα, όπως μας εξηγεί, πίνακα του φλαμανδού ζωγράφου Μπρέγκελ του Πρεσβύτερου, την «Πτώση του Ικάρου», συνεχίζει με την επίκληση ποιήματος του Ώντεν συναφούς με το θέμα, αλλά το οποίο αναφέρεται σε άλλο πίνακα του ίδιου ζωγράφου, ανακατεύει στίχους του Μπωντλαίρ, και εντέλει, εστιάζοντας διαφωτιστικά σε κομβικά σημεία του διηγήματος, φτάνει, θα λέγαμε, στον πυρήνα του, που είναι, με τα λόγια του Ζουμπουλάκη, «ο αδυσώπητος χαρακτήρας της ζωής που εξακολουθεί παρά τον πόνο και τον θάνατο του άλλου (και τον δικό μας), που εξακολουθεί χωρίς να τον παίρνει καν είδηση. Που είναι αναγκασμένη να εξακολουθεί ωραία, αβάσταχτα ωραία».[8]

Η αποδοχή του τρόπου με τον οποίο πορεύεται ο κόσμος είναι στον Παπαδιαμάντη «πονεμένη, όχι ευτράπελη ή ανάλγητη και κυνική. Η αποδοχή ενός ανθρώπου που δεν περιμένει πια τίποτε από αυτή τη ζωή».[9]

Και αυτό γιατί το διήγημα είναι του 1908, από τα τελευταία δηλαδή του Σκιαθίτη. Έχουμε λοιπόν την εύστοχη (αλλά, ως γνωστόν, για πολλούς θεωρητικούς μεθοδολογικά ύποπτη) σύνδεση του διηγήματος με το ψυχικό στίγμα του συγγραφέα του. Και έχουμε ακόμη, στο τέλος της μελέτης, μια πυκνή και πολυεπίπεδη προσέγγιση του οκτάστιχου ποιήματος με το οποίο τελειώνει το διήγημα. Για τον ποιητή Παπαδιαμάντη ο Ζουμπουλάκης α) επιφυλάσσει μια λεπτή συντακτική παρατήρηση που ρίχνει στους στίχους νέο ερμηνευτικό φως, β) εντοπίζει τον νεοτερικό χαρακτήρα του, καθώς το ποίημα είναι ελευθερόστιχο πολλά χρόνια πριν από την εμφάνιση της γενιάς του ’30, ακόμη και του εικονοκλαστικού Παπατσώνη, και γ) τολμά να «δογματίσει», όπως γράφει, καθώς «δεν έχει τρόπο -και ποιος έχει;- να αποδεικνύει την αξία ενός ποιήματος ούτε και να εξηγεί πειστικά τους λόγους για τους οποίους του αρέσει». Πλήρως απενοχοποιημένα, χαρακτηρίζει το οκτάστιχο αυτό «ένα από τα καλύτερα ποιήματα της νεοελληνικής ποίησης του 20ού αιώνα».[10] Όλα αυτά -ο διάλογος μεταξύ διαφορετικών ειδών τέχνης και διαφορετικών εθνικοτήτων δημιουργών, η ανάλυση του πεζού και του ποιητικού μέρους του διηγήματος, η ανάδειξη της ομορφιάς του και της κομβικής θέσης του στο μυθοπλαστικό σύμπαν του Παπαδιαμάντη, η ανίχνευση του φιλοσοφικού βάθους του, συντελούνται σε δέκα μόλις σελίδες. Αν η προσέγγιση που σας περιέγραψα πραγματοποιούταν με τον απαραίτητο ζήλο, θα μπορούσε να καθηλώσει μια τάξη μαθητών του Λυκείου.

Κλείνοντας, να πω μόνο ότι στον Σταύρο Ζουμπουλάκη χρωστάμε ορισμένες εξαιρετικές αναλύσεις ελληνικών και ξένων λογοτεχνημάτων, αλλά και το ζωντανό παράδειγμα ενός χριστιανού διανοούμενου που μας προσφέρει τα δώρα του στοχασμού και της συγκίνησής του χωρίς ίχνος πόζας και ηθικολογίας. Με τη στάση του ως συγγραφέα και ως ανθρώπου μάς δείχνει ένα δύσκολο αλλά γόνιμο τρόπο να δρούμε, να γράφουμε και να υπάρχουμε.

 

info: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Για το σχολείο, Πόλις, Αθήνα 2017

(*) Η Αθηνά Βογιατζόγλου είναι φιλόλογος, αν. καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Το δοκίμιο της για τον Γιώργο Κοτζιούλα «Ποίηση και Πολεμική» βραβεύτηκε από τον Αναγνώστη το 2016.

 

[1]     Ζουμπουλάκης, Για το σχολείο, Πόλις, Αθήνα 2017, σ. 106.

[2]     Ό.π., σ. 102.

[3]     Ό.π., σ. 110.

[4]     Ό.π., σ. 104.

[5]          Ζουμπουλάκης, Η αδερφή μου, Πόλις, Αθήνα 2012, σ. 13.

[6]     Για το σχολείο, ό.π., σ. 105.

[7]     Ζουμπουλάκης, Ο στεναγμός των πενήτων, Πόλις, Αθήνα 2016, σ. 51.

[8]     Ό.π., σ. 18.

[9]     Ό.π., σ. 20.

[10]   Ό.π., σ. 22.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here