Νίκος Καρούζος: Η καθημερινότητα και η απογοήτευση ως αίσθηση

0
1475

 

Fernanda Lemos de Lima (*)

Από την αρχαιότητα, όλους αυτούς τους αιώνες της ζωής της ελληνικής γλώσσας, αυτός ο καταπληκτικός πολιτισμός, μάς έχει δώσει ποίηση, μυθιστοριογραφία, μια ατελείωτη λογοτεχνία γεμάτη ομορφιά και βαθιά σκέψη, η οποία από τον Πίνδαρο μέχρι τώρα, μιλά για  την ανθρώπινη κατάσταση. Και όταν αυτή η  λογοτεχνία επιλέγει να ασχοληθεί με την κατάσταση του θανάτου απέναντι στην απεραντοσύνη του χρόνου και τους πόνους της εφήμερης ζωής, δεν μιλά μόνο             εκ μέρους των Ελλήνων, αλλά εκπροσωπεί ολόκληρο τον κόσμο, και μέσω των στίχων φθάνει στο βάθος της συνείδησης μας. Αυτό συμβαίνει στην ποίηση του Νίκου Καρούζου, η οποία έχει την δύναμη να υπερβαίνει τα τοπικά χρώματα και τις εικόνες και να αγκαλιάζει την καθολικότητα της ύπαρξής μας, ακόμη και όταν μας περιγράφει τους δρόμους της Αθήνας  ή το βλέμμα του Οιδίποδα ή ακόμα και το θαύμα του αυτοκινήτου και της καθημερινότητας.

Σ’ αυτήν τη μελέτη επιχειρώ να διερευνήσω την καθημερινότητα ως σημαντικό θέμα στην ποίηση του Νίκου Καρούζου. Το θέμα αυτό εκφράζεται στις αντιθέσεις των συναισθημάτων μπροστά σε αυτό που κερδίζουμε και σε αυτό που χάνουμε, εξαιτίας της ταχύτητας της νεωτερικότητας της ζωής και του κενού νοήματός της.

Ο Καρούζος είναι ο ποιητής που έχει την ποίηση ως τρόπο ζωής, δεν έγραψε μόνο ποίηση αλλά ζούσε με την ποίηση πάντα, όπως λέει o ίδιος: ‘Ο ποιητής είναι απ` το πρωί έως το βράδυ μέσα στο πρόβλημα της ποίησης και εγώ είμαι έτσι απ` το πρωί έως το βράδυ είμαι αυτό το πράγμα’.

Σήμερα θα ήθελα να σκεφτούμε αυτό το ποιητικό βλέμμα του ποιητή της Αργολίδας στον οποίον φαίνεται μια δυνατή και βαθιά συνείδηση του καιρού που έζησε και στον οποίον ακόμα εμείς – οι αναγνώστες – ζούμε. Σε αυτά τα ποιήματα μπορούμε να δούμε πως ο Καρούζος εμπνέεται από απλές ημερήσιες καταστάσεις – όπως η ταχύτητα, τα γαλάζια φώτα, οι άδειες συναντήσεις – που αποτελούν τα υλικά για να δημιουργήσει μία ποιητική τέχνη που καταγγέλλει τη μοναξιά της ζωής στις τεράστιες μητροπόλεις, με τις γρήγορες μηχανές  που έχουν δημιουργηθεί για να γίνει η καθημερινότητα πιο εύκολη και με περισσότερο ελεύθερο χρόνο.  Η ποιητική φωνή είναι ικανή, βλέποντας το θαύμα της μηχανής της νεωτερικότητας, να καταλάβει ότι η σημασία της μηχανής είναι μηδενική, όταν διαπιστώνει τι έχει μένει από όλα αυτά στην άδεια ζωή του ανθρώπου.

Το ποίημα πάνω στο οποίο θα ήθελα να προβληματιστούμε μαζί, είναι αυτό που βρίσκεται στο βιβλίο ‘Οιδίπους τυρανούμενος και άλλα ποιήματα`  και έχει ως τίτλο `Οι μεγάλες ταχύτητες`[1].

 

Είμαστ` ερωτευμένοι με τ` αυτοκίνητα

Είμαστ’ υποχρεωμένοι να παίρνουμε το αεροπλάνο.

Είν `αλήθεια πως το σύμπαν είναι τρέξιμο

Είν` αλήθεια πως το φως ακόμη τρέχει

Και θα τρέχει πάντα με φρενίτιδα.

Είν` αλήθεια πως απλώνει το μυαλό μας

Είν` αλήθεια πως χαϊδεύουμε τ `αστέρια.

Και μας έρχονται χιλιάδες οι αλήθειας όπως όταν

Η Άνοιξη δοξάζεται με τ` αμέτρητα

Πουλιά και τ` αφάνταστα άνθη. Μα όμως

Αυτή η τόση εποχή

Δεν  έχει χρόνο

Να ζυγίσει και τον πόνο του θανάτου.

 

Σε αυτή την πρώτη στροφή η ποιητική φωνή παρουσιάζει τα ερωτικά αντικείμενα αυτής της εποχής – τα αυτοκίνητα, με όλα τα νοήματα που συμπεριλαμβάνουν, ταχύτητα, μοντερνισμό, πλούτο, και το αεροπλάνο που `είμαστε υποχρεωμένοι να παίρνουμε`. Εδώ υπάρχει μια αντίθεση η οποία ευθύνεται για την περίεργη κατάσταση στην οποία ζει ο άνθρωπος και σήμερα ακόμα. Ο κόσμος, από τη μία μεριά, έχει την τεχνολογία για να βοηθά τα άτομα, από την άλλη μεριά όμως, η χρήση της είναι και κάτι υποχρεωτικό  και αυτή η δύσκολη σχέση δημιουργεί στην καθημερινότητα την ανάγκη να τρέχουμε. Όμως αυτό το τρέξιμο δεν έχει το ρυθμό της φύσης, του σύμπαντος, το οποίο, για παράδειγμα, δίνει το καταπληκτικό θέαμα της άνοιξης και των άλλων εποχών.  Ο ρυθμός της καθημερινότητας πλέον είναι τεχνητός.

Στην τρίτη στροφή, διαβάζουμε:

Μ` αρέσει η μυρουδιά της βενζίνης

Η εξάτμιση των αυτοκινήτων

Όπως αθροίζω γρήγορα τους αριθμούς τους ενώ τρέχουν

Και χαίρομαι να βγαίνει το άθροισμα επτά και εννέα

Καλός οιωνός!

Είναι κύμα ζωής τ` αυτοκίνητα, είναι το σήμερα

Που βιάζεται και δεν περιμένει. Μα όμως

Αυτή η τόση εποχή

Δεν  έχει χρόνο

Να ζυγίσει και τον πόνο του θανάτου.

 

Σε αυτές τις ταχύτητες τρέχει ο άνθρωπος χωρίς λόγο, χωρίς σημασία, και ούτε μπορεί ο ίδιος να καταλάβει την άδεια ζωή που ζει. Ζει μια ζωή με τον αυτοματισμό των μηχανών τις οποίες μεταχειρίζεται και στις δουλειές και στον κύκλο της ημέρας, όπως βλέπουμε και σε άλλα ποιήματα, παραδείγματος χάρη  στο ‘Αγγίζοντας αυτή τη νεότητα’. Η μυρωδιά είναι της βενζίνης και όχι πια των λουλουδιών, αυτή είναι η τυραννία του αυτοματισμού.

Μ` αρέσει να πηγαίνω στο αεροδρόμιο

Και να πίνω τον καφέ μου σαν ταξιδιώτης

Απολαμβάνοντας έρημος κι έρημος

Προσγειώσεις και απογειώσεις

Της μηχανής εκείνο το σκούξιμο που με αχρηστεύει.

Βρήκαμε μαγείες ισχυρές, είν` αλήθεια. Μα όχι

Αυτή η τόση εποχή

Δεν  έχει χρόνο

Να ζυγίσει και τον πόνο του θανάτου.

 

Στην τέταρτη στροφή έχουμε το αεροδρόμιο που παρουσιάζεται ως χώρος παρατήρησης, τον οποίον η ποιητική φωνή έχει διαλέξει σαν σημείο απόδειξης της κίνησης των αυτομάτων όντων. Ο ποιητής τώρα φορά την μάσκα του ταξιδιώτη ο οποίος είναι υποχρεωμένος να πάρει το αεροπλάνο που βάζει τον άνθρωπο σε κίνηση. ‘Όμως σαν κάποιος που δεν είναι ένας αναίσθητος σε τέτοια διαδικασία με μαγείες ισχυρές, η ποιητική φωνή λέει `όχι`. Η διαφορά στο βλέμμα του ποιητή είναι ευδιάκριτη, καθώς υποστηρίζει ότι ο αυτοματισμός είναι μια ανάγκη που σταματά τον άνθρωπο από το να νιώθει, να σκέπτεται και να ζυγίζει τον πόνο του θανάτου`.

Ο ποιητής εκφράζει την καθολικότητα των ανθρώπων που είναι  μέσα στην απάθεια και στην ταχύτητα του καθημερινού, στην  άδεια χαρά μπροστά στα αυτοκίνητα  και στις επαναληπτικές, χωρίς λόγο, κινήσεις, και θέτει υπό έλεγχο την ανθρώπινη ύπαρξη που υποκύπτει σε μια τέτοια κατάσταση που δεν της επιτρέπει να νιώθει.  Αυτή η αντίληψη ταυτίζεται με την ιδέα του Βάλτερ Μπένιαμιν στο βιβλίο του `Σαρλ Μπωντλαίρ – ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού`[2]. Η μελέτη του Γερμανού φιλοσόφου μάς βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τους μηχανισμούς του μοντέρνου καιρού  που ελέγχουν τις ζωές των ατόμων  στην κοινωνία της κατανάλωσης. Για τον Μπένιαμιν ο ποιητής με το λυρισμό και την τέχνη μπορεί να κάνει τον αναγνώστη να φύγει από τον αυτοματισμό του καθημερινού βιώματος και να καταδυθεί στην εμπειρία, την βαθιά εμπειρία η οποία επιτρέπει στο άτομο να νιώθει και να ζυγίζει τα πάντα και τον θάνατο.

Βήμα βήμα , στροφή, στροφή, ο ποιητής μάς οδηγεί στην απλή καθημερινότητα,  για να αντιληφθούμε με το δικό του βλέμμα, τι ζει ο άνθρωπος, χωρίς λόγο, στο καθημερινό τρέξιμο του κόσμου του αυτοκινήτου, του αεροπλάνου, των μηχανών.

 

Και σε αυτή την στροφή έρχεται η ερώτηση:

Μα όμως

Αυτή η τόση εποχή

Δεν θα `βρει χρόνο

Να ζυγίσει και τον πόνο του θανάτου;

 

Αυτή την ερώτηση θα απαντήσει ο ποιητής, με τα λόγια του Ποταμίου που λέει  `Εκείνος που νιώθει σταθερά το θάνατο προσθέτει ολοένα στη ζωή`.

Χρειάζεται να νιώθουμε για να ζήσουμε αληθινά. Χρειάζεται η εμπειρία, εκτός από το μηχανισμό της ταχύτητας της μοντέρνας ζωής (με τόσο glamour). Και σε αυτό το θέμα, ο ποιητής της Αργολίδας συνδιαλέγεται με τον Μπωντλαίρ, με τον Φερνάντο Πεσσόα,  και με άλλους ποιητές που μεταφέρουν στην ποίηση το σοκ απέναντι στον κόσμο της λατρείας του αυτοματισμού.

Στην έβδομη στροφή η ποιητική φωνή απαντά, τοποθετώντας την αγάπη και τον θάνατο ως τα βασικά υλικά για την αληθινή εμπειρία της ζωής.

 

Δε μιλώ για το φόβο του τάφου

Δε μιλώ για αισθήματα άχρηστα.

Μα για κάθε στιγμή που ο θάνατος απλουστεύει

Κι αν τον δούμε κατάματα

Κάτι μέσα μας, αλήθεια, ζεσταίνει

Και δεσπόζει στην κάθε ταχύτητα

Η αγάπη.

Που μπορεί να μας δείξει πως είναι μονάχη της

Η καλύτερη φύση στη φύση.

 

Η ποιητική φωνή η οποία πριν φόρεσε την μάσκα του ταξιδιώτη και μίλησε για το θαύμα των μηχανών της νεοτερικότητας, τώρα  μιλάει για `μας` , και για την σημασία του θανάτου, όχι μόνο ως συνώνυμο του φόβου και της απώλειας, αλλά σαν μία κατάσταση που κυριαρχεί σε  κάθε μας στιγμή, λόγω της βεβαιότητας του τέλους που πάντα μας περιμένει. Εξαιτίας λοιπόν της ενατένισης του θανάτου, εμείς μπορούμε να δοκιμάσουμε αληθινά την αίσθηση της ζωής.  Ο ποιητής  μάς προσκαλεί να το καταλάβουμε και να δοκιμάσουμε τα πάντα στην φύση και όχι μόνο τις μεγάλες, χωρίς νόημα,  ταχύτητες.

Ο ποιητής τελειώνει αναφερόμενος στους δύο κανόνες στο παιχνίδι που καταλαβαίνουμε ως ζωή: Αγάπη και Θάνατος.

 

Δεν υπάρχει στις λέξεις μου πρόβλημα

Κι αν το δούμε της μοίρας ελεύθερα το παιχνίδι.

Και σ` αυτό το παιχνίδι δυο κανόνες υπάρχουν/

Η αγάπη και ο θάνατος.

Που σημαίνει για μένα για σένα

Είμαστε με ό,τι ανεβάζει τους ανθρώπους

Είμαστε με τους καημούς τους

Είμαστε με τα όνειρά τους

Και τούτο

Καθώς ο πιο μεγάλος ήλιος του καλοκαιριού

Είναι η ερημική τιμή μας.

 

Στην τελευταία στροφή η ποιητική φωνή δεν μιλάει μόνο στον πρώτο  ή στο τρίτο πρόσωπο, αλλά χρησιμοποιεί το ‘είμαστε’ – εμείς και ο ποιητής είμαστε μαζί να νιώθουμε, να έχουμε μαζί την εμπειρία των καημών και των ονείρων των ανθρώπων, ως άνθρωποι που είμαστε. Και στην απλή αίσθηση του ηλίου στο δέρμα μας `είναι η ερημική τιμή μας`.

Ο ποιητής και η τέχνη του έχουν την δύναμη να ξαναγράψουν τον κόσμο και την καθημερινότητά του, μακριά από τα προγράμματα των μεγάλων ταχυτήτων της νεωτερικής ζωής μας. Σε μια άλλη προοπτική ο ποιητής βλέπει και αντιλαμβάνεται την κίνηση σαν τρέλα η οποία οδηγεί σε μια ύπαρξη χωρίς νόημα. Όμως η ποίηση και οι υπόλοιπες τέχνες σώζουν την ζωή. Και με τον Καρούζο εμείς έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε την εμπειρία των διαφόρων συναισθημάτων της ύπαρξης, καθώς σπάμε τα δεσμά και γινόμαστε ελεύθεροι από τον αυτοματισμό της άδειας καθημερινότητας της εποχής μας.

 

(*)

Ή Φερνάντα Λέμος ντε Λίμα είναι καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και θεωρίας της λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου διευθύνει και τον τομέα Ελληνικών Σπουδών.Η διδακτορική της διατριβή αφορούσε την ποίηση του Καβάφη. Έχει δημοσιεύσει μελέτες για την την αρχαία ελληνική λογοτεχνία.

 

 

 

[1] ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Νίκος. ‘Οιδίπους τυρανούμενος και άλλα ποιήματα. Αθήνα: Ίκαρος, 2014, σελ. 146-148.

[2] ΜΠΕΝΙΑΜΙΝ, Βάλτερ. Σαρλ Μπωντλαίρ – ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2002, σελ. 132-136.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ