Μύθοι και λατρείες στους Λειψούς

0
361

 

Της Άννας Λυδάκη (*).

Πεδίο της έρευνας της Μαριλένας Παπαχριστοφόρου είναι οι Λειψοί, η Λειψία των ελληνιστικών χρόνων, η Λειψώ, όπως αναφέρουν βυζαντινά έγγραφα του 11ου αιώνα. Λειψώ από την Καλυψώ; Τη θεά που κατοικούσε το νησί – καταφύγιο πριν το κατοικήσουν οι άνθρωποι; Ή από το ελλειπτικό σχήμα του νησιού που νομίζει κανείς ότι τείνει να ενωθεί με την απέναντι Πάτμο; Η συγγραφέας μας λέει ότι τα κενά στην ιστορία γεμίζουν από ένα πλήθος βιωματικών προσλήψεων και το αόριστο παρελθόν του τόπου γεμίζει ανθρώπινες παρουσίες που μετασχηματίζονται σε σύμβολα. Στο βιβλίο της Μύθος, λατρεία, ταυτότητες «στο νησί της Καλυψώς» γίνεται φανερό πως γεγονότα –μυθικά ή ιστορικά- μεταπλάθονται σε προφορική ιστορία και θρύλους, υιοθετούνται από όλους και αποτελούν εν τέλει μέρος της ταυτότητάς τους.

Η μελέτη της Παπαχριστοφόρου επικεντρώνεται στην ανάλυση προφορικών αφηγήσεων με τις παράλληλες λατρευτικές εκδηλώσεις και αναδεικνύει το πώς η ιστορία –πραγματική, μυθική, κατασκευασμένη, δεν έχει σημασία- κυριαρχεί στη συλλογική μνήμη και συγκροτεί την κοσμοθεωρία των ανθρώπων που κατοικούν στο νησί της Καλυψώς..

Στις αφηγήσεις που παρουσιάζει η συγγραφέας σπηλιές, πηγές, βλάστηση, θαλασσοπούλια, στοιχειωμένα κτιριάκια, το αβαθές Κουσάλι, το Κάστρο (απ’ όπου μπορεί να ελέγξει κανείς τη θάλασσα γύρω), ενδύονται με μύθους για τον Οδυσσέα, τους κρυμμένους θησαυρούς πειρατών, τους Αράπηδες, τη χρυσή γουρούνα με τα γουρουνάκια της… Όλα πλάσματα που για να φανερωθούν απαιτούν σιωπή ή αίμα.

Στην προφορική ιστορία του τόπου κυριαρχούν μορφές όπως ο γέρο-Λιος, ο αδελφός του, τα παιδιά του, οι Κρητικοί που ήρθαν εδώ κυνηγημένοι από τους Τούρκους, οι ασκητές σαν τα σαράντα καλογεράκια που έριχναν τα ράσα τους στη θάλασσα και ξαπλωμένοι επάνω έλαμναν με τα χέρια τους ως την Πάτμο, οι πειρατές που παντρεύονταν Λειψιώτισσες προσφέροντας γι’ αντάλλαγμα προστασία στους κτηνοτρόφους και στους αγρότες του νησιού, κι άλλοι «μυθικοί κατεργάρηδες», απόγονοι του Οδυσσέα.

Και το τοπίο, όμως, η ύλη φαίνεται πως είναι ζώσα, έχει φωνή και «αφηγείται». Υπενθυμίζει ιστορίες παλιές, περασμένα συμβάντα, στιγμές που στιγμάτισαν κάθε πέτρα. Οι στοιχειωμένες εξοχές, ο έξω χώρος, ο χώρος των ξωτικών, των νεράιδων, των δαιμόνων έχει εξημερωθεί από καλόγερους που τους νίκησαν, από αγίους που έκαναν θαύματα… Όλα αυτά πέρασαν στην προφορική παράδοση του νησιού ως βιωματικές ιστορίες ή ως ιστορικές πληροφορίες, που επιβιώνουν ακόμη ή λανθάνουν των δηλούμενων και απαιτούν ερμηνεία για να αναδυθούν και να «ακουστεί» ο λόγος του τόπου.

Οι τόποι των αρχαίων θεών γίνονται τόποι αγίων της χριστιανικής θρησκείας, μέσα από ιεροφάνειες και θαύματα που αφηγούνται οι Λειψιώτες. Η  Παναγία, ο Άγιος Χαράλαμπος (για τη χαρά που λάμπει), ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Θεολόγος οι προστάτες άγιοι συνδιαλέγονται με τους κατοίκους που έχουν μια σχέση μαζί τους βιωματική, ανθρώπινη –συνομιλούν- και το κοσμικό εμπλέκεται με το ιερό, όπως η επίσημη ιστορία μετουσιώνεται σε αφήγηση με προσαρμογή στα καθημερινά και ανθρώπινα.

Μέσα από το έργο της Παπαχριστοφόρου φαίνεται πως οι Λειψιώτες ακούνε τη φωνή των όντων και βιώνουν σε μη συνειδητό ίσως επίπεδο τη χαμένη ενότητα ανθρώπων και φύσης: Τη νύχτα του Αγίου Αντρέα, τότε που φτιάχνουν λουκουμάδες, τα ζώα μιλούν, πιστεύουν στους Λειψούς. Ζώα που ο ιδρώτας τους θεωρείται ιερός, γι’ αυτό και δεν πετούν το παλιό υνί, αλλά το βάζουν στα εικονίσματα. Και οι άγιοι που φροντίζουν το ζευγάρι των ζώων, που βοηθά στην καλλιέργεια και τη γέννηση των καρπών, είναι οι ίδιοι που φροντίζουν για την τεκνογονία των ανθρώπων.

Ειδικά η Παναγία η Μεσοσπορίτισσα, η Παναγία του Κουσελιού (που κατοικεί τώρα στο λουτρό της αρχαίας θεάς), η θαυματουργή και  παντοδύναμη Παναγιά του Χάρου (που αντί να κρατά το βρέφος στην αγκαλιά της κρατά τον Εσταυρωμένο Γιο Της και δεσπόζει στην ευρύτερη περιοχή κοντά στο Κάστρο της Καλυψώς), η κάθε Παναγία συνδέεται στενά με τον κύκλο της ζωής και του χρόνου και την καρποφορία. Η γονιμοποιός δύναμή της και η «αειζωία» της, που έχει γονιμικά και χθόνια χαρακτηριστικά της λαϊκής λατρείας, παράλληλα με εκείνα που αφηγούνται τα θρησκευτικά κείμενα, προφανώς έχει συμβάλει στην αναβαθμισμένη θέση της γυναίκας γι’ αυτό και στους Λειψούς δεν ρωτούν μόνο «τίνος είσαι;» αλλά και «ποιανής είσαι;», παρατηρεί η συγγραφέας.

Η Παπαχριστοφόρου δεν αρκείται στις λατρευτικές τελετουργίες και στις συνακόλουθες αφηγήσεις, αλλά μελετά και την καθημερινότητα των ανθρώπων, τις κουβέντες στο ουζερί, στα σπίτια, στους φούρνους, στο καρνάγιο, την επιστολική ποίηση, τα παραμυθιακά μοτίβα, τους χορούς και τα γλέντια, τα μεταξύ τους αστεία. Προσεγγίζει το θέμα της ερμηνευτικά και η ανάλυση λόγου δεν μένει στα δηλούμενα, αλλά αναζητά τα λανθάνοντα νοήματα, γνωρίζοντας πως η σχέση γλώσσας, κοσμοθεωρίας και πολιτισμού είναι αναμφισβήτητη και ότι το ήθος των ανθρώπων δομείται μέσα από τον λόγο και την πράξη.

Στο βιβλίο Μύθος, λατρεία, ταυτότητες «στο νησί της Καλυψώς»  αναδεικνύεται το πώς θεωρίες και πρακτικές συνδέονται προσβλέποντας τόσο στη ρύθμιση των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους όσο και στην αντίληψη και τη διευθέτηση, κατά το δυνατόν, των φυσικών φαινομένων, δημιουργώντας  εν τέλει τον πολιτισμό μιας κοινωνίας. Και η ποιητικότητα του λαϊκού πολιτισμού αποτυπώνεται σ’ αυτό με τον τρόπο που της αρμόζει, καθώς το συναίσθημα εξισορροπεί επιτυχώς με την επιστημονική ερμηνεία.

 

 

 

INFO: Μαριλένα Παπαχριστοφόρου, Μύθος, λατρεία, ταυτότητες «στο νησί της Καλυψώς», Παπαζήση, Αθήνα 2013.

(*) Η Άννα Λυδάκη είναι καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here