Λαπαθιώτης: «Μόνος ήρθα, κάποιο βράδι, μόνος πόνεσα για λίγο»

0
735

 Του Βασίλη Λάζαρη.

 

Θα μου επιτραπεί να αρχίσω την παρουσίαση της έκδοσης «Απάντων των ευρεθέντων ποιημάτων» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη σε φροντίδα, προλογικές αναφορές και επεξηγηματικές σημειώσεις δύο διαλεχτών φιλολόγων του Γιάννη Η. Παππά και της Μαρίας Φωτίου, με το ερώτημα που διατυπώνουν οι δύο αυτοί εξαίρετοι επιμελητές, στο εισαγωγικό κείμενό τους: Μπορεί ο ποιητής αυτός να συγκινήσει τον σύγχρονο αναγνώστη; Μπορεί να διαβάζεται ο Λαπαθιώτης σήμερα-στην εποχή δηλαδή της ψηφιακής τεχνολογίας και της κυριαρχίας του τεχνικού πολιτισμού; Κι ας μου συγχωρεθεί να προσθέσω ένα παραπάνω ερώτημα: Δίνει με το έργο του ο Λαπαθιώτης απαντήσεις στα τωρινά ερωτηματικά, που γεννά η κρίση του συστήματος σήμερα;-πέρα βέβαια από τις αυτοκτονικές προτάσεις των αναχωρητών, που δεν ταιριάζουν ασφαλώς στους ανθρώπους των αγώνων.

Ίσως βρεθούν κάποιοι, που θα υποστηρίξουν, ότι δεν είναι απαραίτητο το οποιοδήποτε έργο Τέχνης να προβάλλει απόψεις γύρω από θέματα της κοινωνικής ζωής. Αν όμως ευσταθεί κάτι τέτοιο, τότε πρέπει να γίνει αποδεκτό, ότι η Τέχνη (συνεπώς και η ποίηση) δεν αποτελεί κοινωνική λειτουργία και επομένως η καταξίωσή τους δεν έχει καμιά σχέση με την ζωή των κοινωνικών ομάδων- η αποδοχή ωστόσο των ποικίλλων δημιουργημάτων των αληθινών θεραπόντων της Τέχνης από τον καθημερινό άνθρωπο μάς πείθει για το εντελώς αντίθετο.

Χρειάζεται λοιπόν η συνάντησή μας με τον Λαπαθιώτη μέσα από την απασχόλησή μας με το έργο του;- Αν τον πλησιάσουμε και ακροαστούμε τον πικρό του λόγο, θα ξεχωρίσουμε, όχι με κάποια ιδιαίτερη δυσκολία, την απελπισμένη επίκλησή του σε συγκεκριμένους στόχους του προς κάποιον απροσδιόριστο Θεό να τον λυπηθεί για την απόγνωσή του, για την φωτιά, που μάταια γύρω του άπλωνε, για τη ζωή του, που δεν είχε σκοπό. Κι ακόμη σε κάποιους στοχασμούς του θα διακρίνουμε να αντιστέκεται στο λογικό, γιατί, όπως υποστηρίζει, «το λογικό έχει κάτι το παγωμένο και το αποκρουστικό, που μας προδιαθέτει με στενοχώρια και με δυσφορία να το ακούμε».

Από πολύ νέος ο Λαπαθιώτης αναζητούσε διεξόδους, για να ξεφορτώσει τα πλούσια φορτία, που κουβαλούσε και θήρευε αγάπες, για να ηρεμήσει την μοναξιά του. Οι πρώιμες δημιουργίες του ήσαν γεμάτες με τις φλογερές εξορμήσεις ενός εκρηκτικού εφήβου, που τρόμαζε ωστόσο στο ενδεχόμενο να μείνει χωρίς συμπαραστάτες, αντικρυστός με μια φρικώδη μοίρα, που φανταζόταν, ότι τον περίμενε, για να τον συντρίψει. Ήταν τότε, που αγαπούσε τα φθινοπωρινά μελαγχολικά βραδινά, την ερημία των απόμακρων άστρων, τα χειμωνιάτικα σιωπηλά τοπία, που ποθούσε τον θείο βοριά και το χαλάζι, που ονειρευόταν τους λυσσώδεις ασπασμούς των αχαλίνωτων ερώτων.

Ύστερα, όταν ωρίμασε και έσμιξε βασανιστικά με την χυδαιότητα της ομοφυλοφιλίας και την καταστροφικότητα των ναρκωτικών, ήλθαν. Όπως ήταν φυσικό, οι μεγάλες απογοητεύσεις, η βασανιστική συνείδηση του χαμού των φίλων, οι απελπισμένες και ατελέσφορες αναζητήσεις της ηδονής μέσα στη νύχτα και οι ψευδαισθήσεις των τεχνητών Παραδείσων. Ήλθαν όλα αυτά και κυριάρχησαν επάνω του και τον προετοίμασαν για την μεγάλη του αναχώρηση-όμοια με την αναχώρηση του Δημοφώντα, του ανικανοποίητου μαθητή του Πλάτωνα και του Πρωταγόρα, που, όπως αναφέρει σε κάποιο πεζό του, επιζητούσε την Αλήθεια στην ασύλληπτη ολοκλήρωσή της και χάθηκε τελικά μέσα στα ακαταμέτρητα βάθη της κατασκότεινης αβύσσου.

Στις προλογικές αναφορές τους οι επιμελητές του παρουσιαζόμενου βιβλίου μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε, ότι ο Λαπαθιώτης δεν αποδεχόταν στην πραγματικότητα απαρχής το αναπόφευκτο της αυτοκαταστροφής του, ότι είχε την διάθεση να δράσει δημιουργικά μέσα στην κοινότητα και ότι πίστευε στην αναγκαιότητα της ανανέωσης των κοινωνικών πραγμάτων, αν και την σχετική επιδίωξη την λογάριαζε όχι ως μέσο για την επίτευξη κάποιου στόχου αλλά ως αυτοσκοπό, ανάλογων προς εκείνον του καβαφικού ωραίου ταξιδιού προς την Ιθάκη. Έγραφε συγκεκριμένα στους «Μονολόγους και στα Ερωτηματικά» του:

«Είμαι πάντα υπέρ κάθε νέου-οσοδήποτε και αν είναι ακαλαίσθητο. Κάθε νέο είναι μια αντίδραση προς κάτι παλαιό-επομένως κίνηση και ζωή. Και δεν μισώ παρά την σκοπιμότητα – είτε στις πράξεις, είτε στις ιδέες».

Όπως αναφέρουν στο χρονολόγιο της ζωής και του έργου του οι επιμελητές του βιβλίου που παρουσιάζουμε, ο πατέρας του ποιητή, που ήταν αξιωματικός, μετείχε στο προοδευτικό στρατιωτικό κίνημα του 1909 στο Γουδί και ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις του ως δημοκρατικού επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό και τον γιο του. Τον επηρέασαν μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε, αν και δεν είχαν ως αποτέλεσμα να συγκλονισθεί από την οκτωβριανή επανάσταση της Ρωσίας, ή από την μικρασιατική καταστροφή, του ανέπτυξαν πάντως την πολιτική σκέψη και τον οδήγησαν να δεχθεί την ορθότητα της κομμουνιστικής ιδεολογία, αν και με επιφυλάξεις, να δημοσιεύσει στο περιοδικό της Κομμουνιστικής νεολαίας «Νέοι Πρωτοπόροι» το 1932 το ποίημά του «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου» και να εξασφαλίσει στη γερμανική κατοχή σύνδεσμο με τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της περιοχής των Εξαρχείων, όπως τουλάχιστον μας διαβεβαιώνει ο Τάσος Βουρνάς.

O επαναστάτης Λαπαθιώτης υπήρξε βέβαια στην προκειμένη περίπτωση ιδιόρρυθμος και όχι αναγκαστικά επικίνδυνος για το κατεστημένο, το οποίο ωστόσο αναμφισβήτητα μισούσε. Έτσι, προσδιόριζε κατά τον εξής μεγαλόστομο και κάπως εγωιστικό τρόπο (με τον τρόπο των εστέτ εκείνης της εποχής) την επαναστατικότητά του σε μια επιστολή του προς την εφημερίδα Ακρόπολη, που αναφερόταν σε κάποιο μανιφέστο του κατά των παλιών λογογράφων, που είχε προκαλέσει τότε αρκετό θόρυβο και αντεγκλήσεις:

«Έχω μέσα μου αίμα ηρώων. Μην ακούτε όσα λένε οι μικροί. Είναι ανίδεοι από βίαιους πολέμους και ψηλά πετάγματα, κοιτούνε πολύ προς τα κείμενα τα καθιερωμένα. Την ψυχή τους δε σφυρηλάτησε τ’ Όνειρο, δεν καθαγίασε η Σκέψη. […]. Εμείς όμως, οι Τεχνίτες, οι Εμπνευσμένοι, τι ψηλά που στεκόμαστε, τι ευγενικά νοσταλγούμε, τι ηρωικά ποθούμε. Δύο φτερούγες απλωτές είναι μέσα μας και χτυπούν ρυθμικά[…]. Σφριγηλοί, ακόρεστοι, πλούσιοι από νιάτα, σκληροί, πατώντας και συντρίβοντας, όλοι αίμα, όλοι ρίγος, φρουροί κι εγγυητές των θησαυρών του Μέλλοντος, βασιλιάδες του Τώρα και του Πάντα, σαλπίζουμε το εγερτήριο Σάλπισμα που συνταράζει τους νεκρούς».

Η σημερινή έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιώτη, καρπός κοπιαστικής και υπεύθυνης επιστημονικής εργασίας του Γιάννη Η. Παππά και της Μαρίας Φωτίου, πληρέστερη από εκείνη του 1964 του Άρη Δικταίου, είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες, που περιέχουν δημοσιευμένα και αδημοσίευτα ποιήματά του, τα πεζοτράγουδά του και τις μεταφράσεις έργων ξένων ποιητών- ενώ συμπληρώνονται με προλογικές αναφορές και με σχολιασμούς και πληροφορίες για κάθε ποίημά του. Στις προλογικές αναφορές ειδικά προσδιορίζεται ο Λαπαθιώτης ως ποιητής και μεταξύ άλλων τονίζεται η μεγάλη επίδραση που είχε ασκήσει πάνω σ’ αυτόν το λογοτεχνικό ρεύμα του αισθητισμού.

Όπως σημειώνουν οι επιμελητές, οι αισθητιστές αντιμετώπιζαν την Τέχνη ως αυτόνομη αξία και το ποίημα ως αυθύπαρκτο κόσμο, ως μια προσωπική δημιουργία, που δεν αποδέχεται ουσιαστικά, ούτε καν επιδιώκει, την καταξίωσή της από τους δέκτες της, δεδομένου ότι, κατά την γνώμη πάντα των εστέτ, σκοπό της δεν αποτελεί η τέρψη ή η διδαχή. Ο αισθητισμός, αναφέρουν οι επιμελητές, είχε ως βασικό του αξίωμα τη σύλληψη της ομορφιάς, που προβαλλόταν ως απόλυτο και μοναδικό ιδεώδες ζωής. Η αξία του κάθε καλλιτεχνικού δημιουργήματος δηλαδή βρίσκεται στην ομορφιά, που προσφέρει, και καθόλου δεν σχετίζεται με την παράλληλη ηθική του ωφελιμότητα.

Δεν θα επιχειρήσουμε εδώ την κριτική αντιμετώπιση αυτών των απόψεων, ούτε θα εγκύψουμε πάνω στο θεμελιακό πρόβλημα, αν ο Αχιλλέας υπήρξε για τον Όμηρο ή ο Όμηρος για τον Αχιλλέα. Αποφεύγοντας τον πειρασμό της τοποθέτησης πάνω στις αντιλήψεις των εστέτ για την Τέχνη αρκούμαστε να παρακολουθήσουμε τον Λαπαθιώτη στην αγωνιώδη προσπάθεια του στα ύστερα χρόνια της ζωής του να βρει το καταφύγιό του μέσα στο στοχασμό, μέσα στην μαγεία των λέξεων, στη φροντισμένη στιχουργία και στον συμβολισμό.

Ο Λαπαθιώτης δούλευε πάντα με πολλή φροντίδα τους στίχους του, όπως μας πληροφορούν οι επιμελητές, τους διόρθωνε συνεχώς, τους συμπλήρωνε ή σε ορισμένες περιπτώσεις τους απέρριπτε εντελώς. Επιζητούσε πάντα τον ισοζυγισμό της μορφής του συγκεκριμένου κάθε φορά έργου του με το περιεχόμενό του και τούτο πρόδιδε ίσως κάποιες αμφιβολίες από τον ίδιον για τις ανάλογες δυνατότητές του και ασφαλώς την αναμφισβήτητη υπευθυνότητά του  ως δημιουργού.

Ο συγκεκριμένος αυτός ποιητής, που μας απασχολεί, ενδιαφέρθηκε, κατά τον Μιχάλη Περάνθη, με τον δικό του τρόπο προφανώς, «για όλες τις δυστυχίες του περιβάλλοντός του, συγκινήθηκε ιδιαίτερα από το δράμα του θανάτου, ενώ εντρύφησε παράλληλα στο γοητευτικό πέρασμα της παιδικής ηλικίας, που η ρευστή από μνήμη και ολβιότητα ουσία της έτρεφε κάθε φορά τις ονειρολήσεις του. Οι ποιητικές του εμπνεύσεις υπήρξαν διακριτικά ελεγειακές, με ισορροπημένους τόνους, οι εξάρσεις συγκρατημένες στα όρια της ποιητικής αξιοπρέπειας, οι εικόνες του ήρεμες, η θλίψη του ψιθυριστή και μόλις διακριτή η ρομαντική του εγκαρτέρηση».

Στους τελευταίους μήνες της ζωής του, όπως σημειώνει ο Τάσος Κόρφης              «κλεισμένος ο Λαπαθιώτης στο σπίτι του και αποφεύγοντας τους καθρέπτες, ήταν πια συμφιλιωμένος με καταστροφικές, απελπισμένες διεξόδους παραισθήσεων –μόνος, έρημος, απόκοσμος και πικραμένος. Φθινοπωρινές παρουσίες με μαραμένα λουλούδια, κύκνοι και παγωμένα παιδιά, κομμένα ρόδα και χλωμά πρόσωπα συνέθεταν τεχνητές εικόνες, πλάγιους τρόπους για να κρυφτεί πίσω τους η απόγνωση του ποιητή, που δίσταζε από άμετρο φόβο να ξεσκεπάσει τον καημό του. Ο υπεροπτικός έφηβος του παρελθόντος, με τα δυνατά και τολμηρά ερωτικά του ποιήματα, παραχωρούσε τώρα τη θέση του σε έναν απελπισμένο συμβολιστή».

Μέσα σ’ ένα ρημαγμένο αρχοντικό, στο αρχοντικό των πεθαμένων πια γονιών του, με τα νυχτερινά σιωπηλά περάσματα των φαντασμάτων, μέσα στο δικό του το σπίτι, το γυμνό από έπιπλα και βιβλία, πουλημένα μισοτιμής για την εξασφάλιση της «δόσης», δεν μπορούσε τίποτε άλλο να πράξει ο Λαπαθιώτης, παρά να προσκαλέσει τον θάνατό του, που ωστόσο την σκοτεινή υπόστασή του αδυνατούσε και τώρα να συλλάβει. Είχε μάλιστα γράψει άλλοτε ο ίδιος για τον αδυσώπητο αδελφό του Ύπνου:

«Αυτό, που με πτοεί και με συντρίβει, που μου δίνει ίλιγγο και θάμπος, το Δέος και το Ρίγος της Αβύσσου, και που ήδη ζωντανό με εκμηδενίζει, στη σκέψη μου, που κάνω για τον θάνατο, είναι, ότι αυτό, που λέμε θάνατος, είναι κάτι το πολύ μεγαλύτερο, το άπειρα αποκαλυπτικότερο, το απροσμέτρητο και το καταπληκτικότερο, το ριζικά διαφορετικό από ό,τι τώρα είναι δυνατό με την ανθρώπινη νόησή μας να φανταστούμε».

Ο Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε, όταν ο λαός πολεμούσε να λυτρωθεί από την τυραννία του φασισμού. Ήταν μια επιλογή του, που οι ανείπωτες συντριβές του μας υποχρεώνουν να την αποδεχθούμε. Πέθανε τριγυρισμένος από ερείπια πια ονείρων και από σιωπηλούς θρήνους, λυτρωμένος πάντως από τα βάσανα της ζωής, όπως οι νεκροί αρχαίοι δούλοι. Έμεινε ωστόσο το έργο του, που επιβεβαιώνει ως ξεχωριστό ποιητή- και μέσα στο έργο του, αυτό το «μικρό τραγούδι του»:

 

Θυμάμαι πάλι τον καιρό που σ’ ηύρα στο στρατί.

Μοσχοβολούσαν οι βραγιές. Ήταν χαρά του Απρίλη.

Κάποια στιγμή είχα αφαιρεθεί και κοίταζα το δείλι.

Με ρώτησες; Γιατί;

 

Το καλοκαίρι πέρασε. Δεν είναι πια το δείλι.

Το δείλι; Πόσο; Το πολύ μιαν ώρα δεν κρατεί.

Σκοτείνιασε. Χειμώνιασε. Δεν είμαστε πια φίλοι.

Δεν ρώτησα: Γιατί;

 

 

 

 

_____________

Το κείμενο διαβάστηκε στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου που έγινε στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πάτρας, το Σάββατο 28 Μαρτίου 2015. Ο Βασίλης Λάζαρης είναι ιστορικός-φιλόλογος

 

 

 INFO:

Ναπολέων Λαπαθιώτης

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΥΡΕΘΕΝΤΑ

 

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Γιάννης Η.Παππάς

Με την συνεργασία της Μαρίας Φωτίου

Εκδόσεις Ταξιδευτής Αθήνα 2015

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here