Lady Cortisol: ιστορίες συντρίμμια του Μισέλ Φάις (της Κατερίνας Δ. Σχοινά)

0
886

 

της Κατερίνας Δ. Σχοινά (*).

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, συνεργάτης στη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων, επιμελητής εκδόσεων, κριτικός βιβλίων και δάσκαλος δημιουργικής γραφής, είναι, μεταξύ άλλων και εν ολίγοις, ο Μισέλ Φάις. Και λάτρης των μικροαφηγήσεων, μάλλον γιατί αυτές κινούνται στο όριο των λογοτεχνικών ειδών, ενσωματώνοντας συχνά ποικίλα στοιχεία τους στη μινιμαλιστική τους φόρμα. Επιπλέον, όμως, ο Φάις είναι, κατά τις δηλώσεις του, και μανιώδης, «λυσσαλέος» περιπατητής, με πρόγονο τον μπωντλαιρικό flâneur, δηλαδή τον δυαδικό καλλιτέχνη/ποιητή της νεωτερικότητας, που συνδυάζει τη μοναξιά με την περιπλάνηση στο πλήθος. Αντίστοιχα κι ο flâneur του Φάις περιδιαβαίνει τους αστικούς δρόμους, παρατηρεί αενάως μοναχικές υπάρξεις, γονατισμένους ανθρώπους, και ως «γραφιάς/φωτογράφος» (πάλι κατά δική του δήλωση) τους απαθανατίζει σε ασπρόμαυρα κάδρα ή τους κλέβει τις ιστορίες τους. Έτσι συντάσσει, μέσω του έργου του, τη βιογραφία του πλήθους, κάποτε μάλιστα  πολυδιασπασμένη, θρυμματισμένη, εξακτινωμένη στα πέρατα του πλανήτη (όπως συνέβη στο τελευταίο μυθιστόρημά του Από το Πουθενά). Η βιογράφηση των άλλων, ανωνύμων (π.χ. Το παγκάκι του κανένα) κι επωνύμων (του Καΐμη, του Ζαχαριάδη, του Βιζυηνού), είναι στην πραγματικότητα αυτοβιογράφηση δια της πλαγίας οδού, όταν η αυτοβιογράφηση δια της ευθείας δεν τελεσφορεί και μάλλον «σφίγγει περισσότερο» τους παιδιόθεν κόμπους.  Από το πρώτο του μυθιστόρημα, την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, μέχρι τα Κτερίσματα, 20 περίπου χρόνια μετά, ο Φάις δηλώνει «καταδικασμένος» να γράφει και να ξαναγράφει το βιβλίο του πατέρα και το βιβλίο της μητέρας, ακόμα κι όταν συντάσσει  την αυτοβιογραφία των άλλων. «Ζείτε μόνη ή με τους γονείς σας;» είναι η εναρκτήρια και ακροτελεύτια ερώτηση της νέας νουβέλας του Φάις με τίτλο Lady Cortisol. Η ερώτηση απαντάται στην αρχή με άλλη ερώτηση («κατά μία έννοια δεν μένουμε πάντα με τους γονείς μας;») και στο τέλος με την προσομοίωση μιας βαθιάς ανάσας, σαν την ανάσα του καταδυόμενου τη στιγμή που αναδύεται στην επιφάνεια του νερού.

Η καταβύθιση και σε αυτό το βιβλίο του Φάις είναι στον εαυτό, μια ενδοσκόπηση ασθματική, παραληρηματική, φρενήρης και υποβοηθούμενη από μία σειρά ερωτήσεων που κατατεμαχίζουν τον απαντητικό λόγο μιας γυναίκας προς τον ερωτώντα άνδρα. Η γυναίκα απαντά με δυσφορία στον καταιγισμό ερωτήσεων, οι οποίες μπορεί να είναι «ερωτήσεις αδιάφορες, προβοκατόρικες, καταχθόνιες»[1], ερωτήσεις που εκ των πραγμάτων σε αποσυντονίζουν και σε αποδιοργανώνουν. Συνδεδεμένη, καλωδιωμένη με τον διαχειριστή των ερωτήσεων άνδρα η γυναίκα επιχειρεί να αποσυνδεθεί, αλλά επανέρχεται σε άοκνες και άυπνες μνημονικές αφηγήσεις, με παλινωδίες και αυτοαναιρέσεις, τραγικές και γκροτέσκες, πυρετώδεις σε κάθε περίπτωση. Περί τίνος ακριβώς πρόκειται;  Ο μετακειμενικός σχολιασμός στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαδηλώνει και τον ερωτηματικό του χαρακτήρα: ποιοι οι δύο που συναντιούνται σε αυτή την αόριστη και οριακή συνάντηση; Σε ποιον τόπο συναντιούνται, σε ένα ψυχαναλυτικό ντιβάνι (όπως συνέβη, για παράδειγμα, με το ζευγάρι του προηγούμενου βιβλίου του Φάις Από το πουθενά), σε κάποιο ανακριτικό γραφείο, σε πειραματικό εργαστήρι, στο όνειρο, στην παραίσθηση, στην αλήθεια ή στο φάσμα της και σε ποιον χρόνο; Ποια είναι η ταυτότητα των δύο προσώπων που διαρκώς μεταβάλλουν ονόματα και προσδιορισμούς; Μπορεί οι δύο (ερωτών και ερωτώμενη) να είναι το ίδιο πρόσωπο, παραπληρώματα ο ένας του άλλου; Εξάλλου οι ερωτήσεις του ερωτώντος  είναι καταφανώς ερωτήσεις στον εαυτό του («αυτά που ήθελες να ρωτήσεις τον εαυτό σου. Ήθελες και δεν ήξερες πώς»), και οι απαντήσεις του δίνονται «δι’ αντιπροσώπου» («παίρνω το χέρι σου και το βουτάω εκεί που φοβάμαι να βουτήξω το δικό μου»), πρόκειται και στην περίπτωση του ερωτώντος για μια «προς εαυτόν απεύθυνση», μια «κατάκλιση με τον εαυτό»; Μήπως κι εδώ ο εαυτός επιδίδεται στο γνωστό, από τα βιβλία του Φάις, ειρωνικό παιχνίδι του πολλαπλασιασμού των εαυτών; Μήπως η γυναίκα στην πραγματικότητα δεν υπάρχει και αποτελεί απλώς επινόηση του άνδρα; Μήπως πάλι πρόκειται για μια ερωτική ένωση των δύο σιωπών μόνον για να γεννηθεί ζωή, να γεννηθεί ο χρόνος δια του λόγου («μάλλον σου ζητάει να προεκτείνεις τη σιωπή του με τη σιωπή σου. Να διεισδύσει η μια σιωπή μέσα στην άλλη.»);

Και γεννιέται ο λόγος, λοιπόν, κι έτσι ο άνδρας μπορεί  να γίνεται «διακινητής ιστοριών» (της γυναίκας), να κλέβει από τα χείλη της ιστορίες, ακόμα και «ιστορίες χωρίς ιστορία», προερχόμενες από μια γυναίκα που δεν ανήκει στην «κρίσιμη μάζα μιας κοινωνίας», νιώθει «ημιτελής», κυκλωμένη από «ξέφτια πραγμάτων, λέξεων» «υπεράριθμη και αυτοπαραγκωνισμένη», αδέξια, εκατέρωθεν αριστερόχειρ.

Η γυναίκα έρχεται «από το πουθενά», χρώμα της είναι το Φαιό (γεννήθηκε σε μια «πολύβοη τρύπα στη μέση του πουθενά, όπου ένα σταχτί φως έλουζε από το χάραμα ως το σούρουπο τα πάντα»), ζει προσωρινά συνδεδεμένη με τον άνδρα στο δυστοπικό, καφκικό «Γκρι Στούντιο», συνομολογώντας μαζί του πως «μόνο μιλώντας για την επικράτεια του γκρι θα ξεφύγεις από την επικράτεια του γκρι», δηλαδή δίνοντάς του «χώρο, χώρο ψυχικό, αφηγηματικό, ονειρικό». Γνωρίζουμε το όνομα αυτής της γυναίκας: Lady Cortisol, δηλαδή, Κορτιζόλη, σαν την ορμόνη του φόβου, του πανικού και της κατάθλιψης. Ανάμεσα στα πολλά της ονόματα που ανευρίσκονται στις σελίδες του βιβλίου το συνηθέστερο είναι το χαϊδευτικό Corti· με άλλα λόγια η Κορτιζόλη υποκορίζεται, η απόσταση γίνεται εγγύτητα, η οικείωση δηλώνεται μέσω υποκορισμού. Αυτός είναι, νομίζω, ο κοινός τόπος ολόκληρης της λογοτεχνίας του Φάις, από τις πρώιμες ως τις ύστερες εκφάνσεις της, να οικειωθεί τα φαντάσματά του, να συνοικήσει με τις φοβίες του, να προσεγγίσει, σχεδόν αγγίξει τη ρευστή φύση της κορτιζόλης, να εγκολπωθεί τη φωνή της, σπρώχνοντας τον λόγο στα όριά του, ένα στάδιο πριν από τη σιωπή. Και σε αυτό το βιβλίο οι λέξεις εγκαλούνται γιατί έχουν ξεχειλώσει και βαρύνει απελπιστικά. Ο λόγος αγωνίζεται να απογυμνώσει τις «μεταχειρισμένες», φθαρμένες λέξεις από τις εγκυστωμένες σημασίες τους ( «Να μας αδειάσει τη γωνιά το νόημά τους. Ουστ! Τίποτα»), επιθυμεί να αναδιφήσει τον «γυμνό εαυτό», αλλά και να συναντηθεί και να εννοηθεί από τον Κόσμο∙ ως τότε αρθρώνει ήχους στο χάος. Ο  Samuel Beckett αντιλαμβάνεται αυτή την αγωνία του καλλιτέχνη:  «Θα δημιουργηθεί μια καινούρια έκφραση στην τέχνη που θα  διαδεχτεί το χάος. Έργο του καλλιτέχνη σήμερα είναι να βρει μια έκφραση που να συνθέτει τα συντρίμμια.». Αυτό το δύσκολο εγχείρημα που αναφέρει ο Beckett προκαλεί άγχος, πυρετό και απόγνωση, επιχειρείται στην επικίνδυνη ζώνη της κορτιζόλης.

Τελικά πώς βιογραφείς την εποχή σου; Τι λογοτεχνία γράφεις σήμερα, «σε μια εποχή ακραία και μεταβατική», όπου η «κοινοποιημένη πραγματικότητα» του σύγχρονου διαδικτυακού μονολόγου είναι απεύθυνση στον εαυτό και καμιά ανάγκη δεν έχει από τις ιστορίες των άλλων; Μήπως οι ιστορίες προς εαυτούς και αλλήλους είναι ο μόνος τρόπος για να ξορκίσουμε τον θάνατο, για να παρατείνουμε τον χρόνο μας εδώ; Η συνομιλία, ένα χέρι απλωμένο για επικοινωνία, μια αναγκαία, αμοιβαία έκκληση για ζωή; Σε έναν τόπο στην άκρη του πουθενά, ερχόμαστε από το πουθενά και προσπαθούμε να υπάρξουμε λέγοντας και ξαναλέγοντας ιστορίες, με μια επαναληπτικότητα, κυκλικότητα, αγωνιζόμενοι κι εμείς σαν τον «αθλητή που σπάει τα πνευμόνια του τρέχοντας καθηλωμένος στο ίδιο σημείο». Ένα τέτοιο παιχνίδι, που συστήνει ο συγγραφέας στο έργο του, αναιρεί τον οικείο χάρτη του χώρου και τη γραμμικότητα του ιστορικού χρόνου, που, κατά παράδοση, μετέρχεται το μυθιστόρημα, και φέρνει εμάς τους αναγνώστες σε κατάσταση ιλίγγου, αφού διαρκώς γυρνάμε και ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Στη σιωπή;

Ο άνδρας και η γυναίκα, σαν δυάδα στο θέατρο του Beckett, συνυπάρχουν μόνον από την ανάγκη του ομού, του μαζί, χωρίς αποτέλεσμα, χωρίς λυτρωμό. «Πρέπει να συνεχίσεις. Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω», είναι οι τρεις τελευταίες φράσεις του μπεκετικού Ακατονόμαστου, όπου λακωνικά συνυπάρχουν η απογοήτευση, η ειρωνεία και η ελπίδα. Οι τρεις φράσεις θα μπορούσαν να προέρχονται από το στόμα της αινιγματικής δυάδας στη νουβέλα Lady Cortisol. Στο θέατρο της νουβέλας του Φάις ο τίτλος λειτουργεί τελικώς ως χρονοτοπικό σημείο, ως δραματική σκηνή στην οποία θα παιχτεί αυτή η φάρσα της ύπαρξης: δηλαδή στον ανεξερεύνητο, χαοτικό, εσωτερικό χρόνο του υπαρξιακού άλγους, στη δυστοπική, σκοτεινή επικράτεια της κορτιζόλης, όπου υπάρχουν ακόμα ιστορίες του γκρι που μπορούν να το φέρουν προς το μαύρο∙ ή προς το λευκό.

 

 

(*) Η Κατερίνα Δ. Σχοινά γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1962. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ και διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση.

info: Μισέλ Φάις, Lady Cortisol, Πατάκη, Αθήνα 2016, σελ. 125.

[1] Στο εξής οι φράσεις σε εισαγωγικά προέρχονται από το κείμενο του Φάις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here