Jack Kerouac: ‘’Oι υποχθόνιοι’’

0
531

Του Σάκη Παπαδημητρίου.

 

          Λογοτεχνία, κινηματογράφος, μουσική. Ακούγεται ακαταμάχητη τριπλέτα, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε πολλά παραδείγματα επιτυχημένων αγώνων στους οποίους να συνδυάζονται και να αναδεικνύονται οι ικανότητες και των τριών παικτών. Το γιατί είναι προτιμότερο να το αναζητούμε και να το συζητούμε στην συγκεκριμένη εκάστοτε περίπτωση και όχι διατυπώνοντας αφορισμούς και κοινότοπες γενικεύσεις.

Η τριπλέτα υπάρχει, χωρίς όμως να λειτουργεί αποτελεσματικά, στην κινηματογραφική ταινία The Subterraneans.Oι παίκτες δεν συντονίζονται, δεν βρέθηκε το μαγικό σημείο επαφής και ας το πούμε από την αρχή ανοιχτά: η κακή απόδοση της ομάδος οφείλεται στο σέντερ φορ, ήτοι τον σκηνοθέτη. Οι άλλοι δύο καλά τα πήγαν και, ούτως ή άλλως, χειροκροτήθηκαν από τους θεατές, ακροατές και αναγνώστες.

 

Τα στοιχεία της τριπλέτας  The Subterraneans:

α. Κινηματογραφική ταινία του 1960, σκηνοθεσία του Ronald MacDougall με πρωταγωνιστές την Leslie Caron και τονGeorge Peppard.

β. Βιβλίο του Jack Kerouac που κυκλοφόρησε το 1958. Δύο ελληνικές εκδόσεις: «Οι υπόγειοι», μετάφραση Λευκής Γιαννοπούλου, εκδόσεις υπό σκέψη, Θεσσαλονίκη 1980 και «Οι υποχθόνιοι», μετάφραση Ιουλίας Ραλλίδη, εκδόσεις Πλέθρον 1982.

γ. Δίσκος ΑΚ 47486 Sony Music, επανέκδοση στη μορφή του CD τo 1991. O André Prevín έγραψε τη μουσική της ταινίας (πλην δύο κομματιών) για μεγάλη ορχήστρα, τρίο με τον ίδιο στο πιάνο και το συγκρότημα του Gerry Mulligan.

 

Εναρκτήριο λάκτισμα από τον  Jack Kerouac, ο οποίος, σημειωτέον, έπαιζε ποδόσφαιρο – έστω αμερικανικό. Άλλωστε, πρώτα διακρίθηκε για τις αθλητικές του ικανότητες και λόγω αυτών κέρδισε ‘’υποτροφία ποδοσφαίρου’’ στο πανεπιστήμιο Columbia. Στα βιογραφικά του στοιχεία διαβάζουμε ότι «ο Kerouac ονειρευόταν δόξα ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, αλλά ένα ατύχημα που είχε ως αποτέλεσμα να σπάσει το πόδι του και οι συνεχείς αντιδικίες με τον προπονητή του, τον οδήγησαν σε μια απόφαση που θα σημάδευε τη ζωή του: να αφιερωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο». Και βέβαια να μην ξεχνούμε την αγάπη του για την τζαζ η οποία τον επηρέασε τόσο πολύ ώστε να δηλώνει ‘’τζαζ συγγραφέας’’. Εντός παρενθέσεως μια παρατήρηση η οποία λαμβάνει υπ’ όψιν της και τοπικά φαινόμενα. Άρα ο JackKerouac δεν ανήκει στους ‘’λαπάδες’’, όπως αποκάλεσε τους ποιητές γνωστή πολιτική προσωπικότητα της Θεσσαλονίκης – η ίδια προσωπικότητα που προσέδωσε στην έννοια της τζαζ μια νέα ερμηνεία ως ‘’μουσική για ανθρώπους με ειδικές ανάγκες’’!

Το βιβλίο The Subterraneans θεωρείται ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά δείγματα του αυθόρμητου τρόπου γραφής. Η αφήγηση, παράλληλη με το άλλο βιβλίο του Jack Kerouac που τον έφερε στο προσκήνιο, το On the Road. Η νουβέλα The Subterraneans γράφτηκε το 1953, για την ακρίβεια μέσα σε ‘’τρείς νύχτες με την πανσέληνο του Οκτωβρίου’’, όπως ομολογεί ο ίδιος, υπό την επήρρεια μπενζεντρίνης ώστε να παραμένει ξάγρυπνος και να μην σταματήσει το γράψιμο. Φαίνεται ότι είχε μια ερωτική περιπέτεια με μια νεαρή μαύρη που κατέληξε στον χωρισμό, τροφοδοτώντας τον με εμπειρίες τις οποίες περιγράφει στους ΄΄Υποχθόνιους’’.

Βρισκόμαστε στο Σαν Φρανσίσκο, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Κυκλοφορούν καλλιτέχνες, ζωγράφοι και μουσικοί της τζαζ, παρέες που αναζητούν κάτι καινούργιο, άνθρωποι ανικανοποίητοι, όπως και ο Jack Kerouac. Μια γενιά που έχει τον δικό της κώδικα επικοινωνίας. Μια γενιά που τραβάει στο έπακρο την αυτοκατανάλωση της ζωής της, αρνείται τους θεσμούς του δυτικού κόσμου αναζητώντας αβέβαια νέες αξίες, κάνοντας απελπισμένες ενέργειες να φτάσει στην άλλη πλευρά της συνείδησης μέσα από τα ποτά και τα ναρκωτικά, τα πάρτυ και τα ξενύχτια στα τζαζ κλαμπ, τις βόλτες με ανοιχτές Μπιούικ και στραπατσαρισμένες Σεβρολέτ. Η μουσική τζαζ της εποχής, το bebop και η cool, είναι παρούσα σε ένα σημαντικό μέρος της beat λογοτεχνίας και ιδιαίτερα του Kerouac ο οποίος τρελαινόταν με τον CharlieParker και τον Gerry Mulligan. Ο φίλος του ποιητής Allen Ginsberg έλεγε ότι το γράψιμο του Kerouac είναι «bopπροσωδία», τονισμοί σαν τις φράσεις του bebop. Ο Charles Jarvis ή Κωνσταντίνος Ζιάβρας, γράφει στο βιβλίο τουVisions of Kerouac ότι τα κείμενα του Kerouac είναι σαν αυτοσχεδιασμοί πάνω στο θέμα ‘’ζωή’’. Σαν να είναι ο Kerouac ένας σαξοφωνίστας και αρχίζει να παίζει τη δική του μουσική, το σόλο του. Κάθε νότα που βγαίνει από μέσα του γεννιέται από την αρχή, δεν μπορεί να διαχωριστεί η σύλληψη από τη γέννηση του ήχου.

Η κινηματογραφική ταινία του Ronald MacDougall δεν μπόρεσε να πιάσει εις βάθος το κλίμα της εποχής και περιορίστηκε στα εξωτερικά σύμβολα: το ντύσιμο, τα μαλλιά, το υπογένειο, το περπάτημα, κάποιες συνθηματικές λέξεις και φράσεις, μια στάση παθητική. Οι καλύτερες στιγμές είναι οι σκηνές στο τζαζ κλαμπ ‘’Το κόκκινο τύμπανο’’ με τον Gerry Mulligan σε διπλό ρόλο, ηθοποιού και σαξοφωνίστα. Ο στόχος του παραγωγού Arthur Freed και της MGM ήταν να γίνει μια ξεσηκωτική ταινία για το νεανικό κοινό που να παρουσιάζει τη ζωή των μποέμ με άξονα μια μπερδεμένη ερωτική σχέση. Υποχθόνιοι, μποέμ, hip, και beat ταυτίζονται με επιφανειακούς χρωματισμούς. Μήπως οι Subterraneansδεν είναι άλλη μια λέξη για τους underground; Ποιος όμως ήταν ικανός να μεταφέρει στον κινηματογράφο το ιστορικό αυτής της γενιάς των αρχών της δεκαετίας του ’50;

Ο Kerouac αισθάνθηκε προδομένος και ταπεινωμένος από την κινηματογραφική εκδοχή της νουβέλας του. Ο χαρακτήρας που διαγράφεται ως Ginsberg έπεσε στα χέρια ενός μαλθακού και άνευρου ηθοποιού. Κι αυτό δεν είναι τίποτα. Η Mardou, η ηρωίδα, από μαύρη γίνεται λευκή! Και μόνο αυτό τα χαλάει όλα. Η Leslie Caron παίρνει τη θέση της. Λύση του παραγωγού γιατί ακόμη δεν είχαν εμφανισθεί στην οθόνη τολμηρές ερωτικές σκηνές μεταξύ ενός λευκού και μιας μαύρης. Σήμερα τίποτα ανάλογο δεν σοκάρει και τα διάφορα μαυρόασπρα ντουετάκια δίνουν και παίρνουν ώστε να εξασφαλίζονται περισσότερα ασπρόμαυρα εισιτήρια. Ίσως εκείνα τα χρόνια η Γαλλίδα να φαινόταν κάπως εξωτική, για τους εν ΗΠΑ θεατές εννοείται. Άλλωστε από το Παρίσι πηγάζει ο υπαρξισμός και ο τύπος του μποέμ που παρουσιάζει αναλογίες με τους  hip της Νέας Υόρκης ή του Σαν Φρανσίσκο.

Η μουσική της ταινίας, κράμα τζαζ και beat καθώς και ορισμένων κλισέ της χολλυγουντιανής άποψης – ο συνθέτης, πιανίστας και μαέστρος André Previn είχε ήδη στην κατοχή του βραβεία Grammy και Oscar. Κι όμως ο AndréPrevin είναι από  τις σπάνιες περιπτώσεις μουσικών που γνωρίζουν καλά τόσο την κλασική όσο και την τζαζ. Η συμφωνική ορχήστρα συμμετέχει σε αρκετά σημεία αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι μέσα από τα νεφελώματα των εγχόρδων ξεπροβάλλουν μικρά σόλο από το βαρύτονο ή το άλτο σαξόφωνο, την τρομπέτα και τα ντραμς. Σε τρία μικρά κομμάτια ακούμε το τρίο του συνθέτη – πιάνο, κοντραμπάσο και ντραμς – και σε άλλα τρία το συγκρότημα του  GerryMulligan, το πιο χαρακτηριστικό της West Coast Jazz, με εξαιρετικούς σολίστ, όπως ο Shelly Manne ντραμς, ο ArtPepper άλτο σαξόφωνο, ο Art Farmer και ο Jack Sheldon τρομπέτα και άλλοι. Επίσης ξεχωρίζει η ερμηνεία τηςCarmen McRae που ξεσκεπάζει μια μελωδία τύπου μπλούζ, Coffee Time. Σ’ αυτό το σημείο λοιπόν διάλειμμα, η ώρα του καφέ.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here