Η σπείρα της μνήμης του Ν.Παναγιωτόπουλου

0
623

                               

Της Ειρήνης Σταματοπούλου.

Το πάθος της μνήμης δεν καταλαγιάζει παρά μόνο με μια πράξη που      δίνει τελικά στην ανάμνηση μια σταθερότητα ουσίας: το γράψιμο.

                                                                            Ρολάν Μπαρτ[1]
Γεννήθηκα 15 Απριλίου, Δευτέρα του Πάσχα. Η μάνα έλεγε πως παιδεύτηκαν να κατέβουν απ’ το Χαλάνδρι στην κλινική, κάπου στην Γ΄ Σεπτεμβρίου, γιατί εκείνη τη μέρα είχαν απεργία τα ταξί. Ήταν βέβαιη πως αυτός ο συνδυασμός λαμπρής αργίας και απεργίας συνιστούσε βαρυσήμαντο χρησμό, τον οποίο ωστόσο ποτέ δεν κατάφερα να αποκρυπτογραφήσω».

Με αυτές τις φράσεις «προλογίζει» ο Νίκος Παναγιωτόπουλος τη συλλογή διηγημάτων του «Γραφικός χαρακτήρας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο», σε ένα αυτοβιογραφικό εγχείρημα που υποβάλλει ευθύς εξαρχής την έννοια τού μη συντελεσμένου παρελθόντος και είτε προσπαθεί να αγκυροβολήσει τον λαβύρινθο της μνήμης σε μια διαχρονική ουσία μέσω της πράξης της γραφής, είτε να μοιραστεί την εν λόγω περιπέτεια της αποκρυπτογράφησης της «προπατορικής» του χρησμοδότησης με τον αναγνώστη. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η λογοτεχνική ζωογόνηση του παρελθόντος χρόνου σε ένα διαρκώς ανελισσόμενο παρόν και η απολαυστικά συνωμοτική μετοχή των δύο άκρων της επικοινωνιακής διαδικασίας σε ένα δαιμόνιο σχέδιο της σπείρας (ίντριγκας) του χρόνου με οδηγό τον γράφοντα.

«Το γεγονός ακριβώς ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε στο παρόν – επειδή το παρόν για μας είναι μέρος ενός ανολοκλήρωτου σχεδίου – μετατρέπει τις ζωές μας από χρονικά σε αφηγήσεις», διαπιστώνει ο Terry Eagleton,[2] και ο Παναγιωτόπουλος, μέσα από μια σειρά ιστοριών και μνημικών εικόνων της παιδικής του ηλικίας καταστρώνει μια απολυτρωτική μηχανορραφία εναντίον τού εαυτού του με κεντρικό πρωταγωνιστή τον αποδέκτη των εκμυστηρεύσεών του,  ξορκίζοντας μέσω του πολυπρισματικού του βλέμματος το πεπερασμένο.

Η μνήμη, κατά τον Μπερξόν, δεν αποτελεί την ικανότητα κατοχής και ανάσυρσης αναμνήσεων αλλά τον ιστό εκείνο που συνδέει με τους πιο περίπλοκους τρόπους τα στρώματα του παρελθόντος με τις προεκτάσεις της πραγματικότητας, αποτελώντας το σημείο συνάντησής τους[3] – το σημείο όπου για τον «γραφικό χαρακτήρα» του Παναγιωτόπουλου συνδέονται συνειρμικά ο τηλέγραφος με το skype, τα απλωμένα του ρούχα με την αρρώστια της μητέρας του και η στεφανιογραφία της με τους σχολικούς του ελέγχους, σε μια ταυτοχρονία της μνήμης που αναπαρθενεύει το παρελθόν, γονιμοποιεί το παρόν και παραδίδει την ενσυνείδηση του γράφοντος υποκειμένου στο μέλλον.

Κατ’ αυτή την έννοια, παρουσιάζοντας το παρελθόν ως κατοπτρικό είδωλο του ενεργού παρόντος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μοιάζει να αφηγηματοποιεί ένα σωρό οντολογικά ερωτήματα περί της φαινομενολογίας του χρόνου, υιοθετώντας στην εκάστοτε ι(Ι)στορία του διαφορετικές εκδοχές και αμοιβαιότητες τού ανατροφοδοτούμενου (φαύλου;) κύκλου της μνήμης: κάποια περιστατικά περιγράφονται μέσω της πνευματικής ωριμότητας του ενήλικου υποκειμένου με τη συναισθηματική χροιά της πραγματικής ηλικίας τού γράφοντα όταν τα ζούσε, κάποια άλλα αποδίδονται χρωματισμένα από την παρούσα διάθεση τού θυμικού έναντι του εξορθολογισμού τους από τον συγγραφέα όταν ήταν παιδί και κάποια άλλα αναμειγνύουν και τις δύο προοπτικές. «Όσο πιο βαθύ το παρελθόν τόσο μεγαλώνει κι η ανάγκη να κρατήσεις ζωντανά κομμάτια και θρύψαλα» ομολογεί ο συγγραφέας (σελ. 166), ενώ σημαίνοντα αντικείμενα (ένα βιβλίο, μια κιθάρα) ή φράσεις ταξιδεύουν στο χρόνο, μεταθέτοντας ερμηνείες, εναλλάσσοντας συναισθηματικές επενδύσεις και συμβολισμούς. Έτσι, η συγχρονική μνήμη άλλοτε αντικειμενικοποιεί τον υποκειμενικά βιωμένο χρόνο και άλλοτε αισθητοποιεί την παρελθούσα πραγματικότητα, εγγράφοντας τα σημαίνοντά της στο αρχείο του σώματος.

Όσο πιο βαθύ το παρελθόν τόσο μεγαλώνει κι η ανάγκη να κρατήσεις ζωντανά κομμάτια και θρύψαλα

«Το τελευταίο επίπεδο της μνήμης, η ακραία εικόνα, η κινητή αιχμή όπου το παρελθόν μας ωθεί ανά πάσα στιγμή στο μέλλον είναι το σώμα», μας διαβεβαιώνει ο Μπερξόν.[4] Και ο Παναγιωτόπουλος, συλλαμβάνοντας σε μια μοναδική ενόραση πολλαπλές στιγμές της έγχρονης εμπειρίας, αποδεσμεύεται από τη ροή των πραγμάτων, δηλαδή από τον ρυθμό της αναγκαιότητας, και φέρνει σε επαφή συνείδηση και ύλη, ψυχή και σώμα μέσα σε μία και μόνη παρούσα αντίληψη: όταν βλέπει έναν παιδικό τραυματισμό ως το μεταφυσικό σχέδιο να «τρυπώνει ο απόηχος του παρελθόντος στα λόγια του»[5] ή όταν η περιπέτεια ενός παλιού ρολογιού γίνεται η αφορμή για την από μέρους του ομολογημένη συνειδητοποίηση της «υλικής υπόστασης του ξοδεμένου χρόνου».[6]

Ο Παναγιωτόπουλος χρησιμοποιεί μια διάφανη γλώσσα όπου οι λέξεις είναι τόσο προσεκτικά επιλεγμένες ώστε να δίνουν την εντύπωση πως ξεπηδούν αυθόρμητα από τις παραστάσεις της συνείδησης, χωρίς τη διαμεσολάβηση της σκέψης, του ορθολογικού στοχασμού, δίχως καν την παρέμβαση των αναγκών πειθάρχησης της γραφής. Ωστόσο, με τη σαφέστατη αρέσκειά του στο (γλωσσικό) ολίσθημα και το λογοπαίγνιο, κλείνει το μάτι στον αναγνώστη και δίνει στα κείμενά του έναν αμφίσημο, υπαινικτικά ειρωνικό τίτλο που πλάι με την αποχρονολόγηση τού χρόνου αποκαλύπτει ως κύριο στόχο της σπείρας του τη συνολική υπονόμευση τού ίδιου τού λογοτεχνικού του εγχειρήματος, του συγγραφικού του προσωπείου, των γλωσσικών κωδίκων, την αποδόμηση και «εξάρθρωση» της γλώσσας εν γένει. Η ίδια η γλώσσα είναι εξ ορισμού μεταφορική, φαίνεται να υπονοεί με παιγνιώδη διάθεση ο «αυτοβιογραφούμενος», η τέχνη ως γνωστόν συνίσταται κατ’ εξοχήν σε μια μεταφορά, και το λογοπαίγνιο αποτελεί ακριβώς εκείνο τον τροπισμό που αναδεικνύει την ανεπάρκεια των γλωσσικών κωδίκων για την σκιαγράφηση της σκέψης, του νοήματος, του κόσμου.

Χρησιμοποιώντας ειδικά την μεταφορά του παιχνιδιού για να αναλύσουν τη λειτουργία της λογοτεχνίας, κάποιοι θεωρητικοί μοιάζει να περιγράφουν την αφηγηματική σύλληψη τού Παναγιωτόπουλου εν γένει: «Κατά τη διάρκεια κάθε ανάγνωσης», επισημαίνουν, «η λογοτεχνική αφήγηση επιχειρεί μια εισβολή στη χωρο-χρονική συνέχεια άλλων πράξεων ή λόγων. Εξ αυτού μετέχει σε μια δύναμη που είναι εκείνη της τελετουργίας και του παιχνιδιού. Κάθε πράξη, κάθε εμπειρία κινείται μέσα στην ίδια της τη χρονικότητα. Αλλά ο χρόνος μιας συνηθισμένης εμπειρίας συγχωνεύεται με εκείνον άλλων εμπειριών και μαζί συνιστούν την κοινή εμπειρία του χρόνου». Κατ’ αυτή την έννοια, η λογοτεχνική εκφορά προσομοιάζει με τη λειτουργία του παιχνιδιού, εφόσον «το παιχνίδι, όπως και η τελετουργία, είναι ουσιαστικά μια ξεχωριστή απασχόληση, απομονωμένη προσεκτικά από το υπόλοιπο της ύπαρξης και ολοκληρωμένη μέσα στα καθορισμένα όρια της δικής της χρονικότητας, μιας ιδιαίτερης χρονικότητας η οποία επεμβαίνει και παρενθετοποιεί τον ρου των συγχρονισμένων γεγονότων, ξεφεύγοντας από τον καταναγκαστικό χρόνο άλλων, εξωτερικών πράξεων».[7]

Και για να ολοκληρώσω επιστρέφοντας στην αρχή: Όταν ξεκίνησα να διαβάζω τον «Γραφικό χαρακτήρα», η πρώτη λέξη που μου ήρθε στο νου για να περιγράψει τις ιστορίες του είναι μια λέξη παλιομοδίτικη, παρωχημένη, που πάντα θεωρούσα κάπως άχαρη, πρόχειρη και αδόκιμη για να την εντάξω στη γλώσσα μου, τουλάχιστον στο πληθυντικό, μια λέξη που ίσως θα χρησιμοποιούσε η «μάνα» των αφηγήσεων του Παναγιωτόπουλου που δεν γίνεται ποτέ «μάνα μου», και που την εκφέρω τώρα για πρώτη φορά σίγουρα στον γραπτό λόγο: «θύμησες» – «Μου φέρνει χίλιες θύμισες», έλεγε συχνά η γιαγιά μου κι εγώ αναρωτιόμουν πάντα γιατί δεν λέει «αναμνήσεις», «μνήμες» και επιμένει σ’ αυτή την έκφραση – λάθος. Οι αφηγήσεις τού Παναγιωτόπουλου, λοιπόν, είναι θύμησες. Δεν είναι αναμνήσεις, δεν είναι μνήμες, δεν έχουν τίποτα το επαναληπτικό και χρονικά απομονωμένο σε ένα δυσπρόσιτο παρελθόν, και μοιάζουν έτσι, με ένα ουσιαστικό καθαρό και άμεσο που ακούγεται σαν ρήμα, να απευθύνονται στον αναγνώστη σε δεύτερο ενικό.

 

INFO: για τη συλλογή διηγημάτων «Γραφικός χαρακτήρας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου (εκδ. Μεταίχμιο)

[1] Ο βαθμός μηδέν της γραφής, μτφρ. Κατερίνα Παπαϊακώβου, Αθήνα: εκδ. Ράππα, 1983, σελ. 132.

[2] Μετά τη θεωρία, μτφρ. Πέγκυ Καρπούζου, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2003, σελ. 298.

[3] Βλέπε: Ερρίκος Μπερξόν, Η δημιουργική εξέλιξη, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Γιάννης Πρελορέντζος, Αθήνα: Πόλις, 2005.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια αναλυτική εκτίμηση του χρόνου και της μνήμης που εδράζεται στην οντολογική μελέτη του Αγίου Αυγουστίνου (Εξομολογήσεις) και στη έννοια της «διέκτασης ψυχής» (“distention animi”).

[4] Ύλη και μνήμη, μτφρ. Πολυξένη Ζινδριλή, Δημήτρης Υφαντής, Αθήνα: Ροές, 2013, σελ. 273.

[5] Γραφικός χαρακτήρας, σελ. 12,

[6] Ό.π., «Σουβενίρ».

[7] Βλέπε: Maurice Delcroix, Fernand Hallyn, Εισαγωγή στις σπουδές της λογοτεχνίας, μτφρ. Ι.Ν. Βασιλαράκης, Αθήνα: Gutenberg, 2000, κεφ. 4ο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here