Η διελκυστίνδα του έρωτα και του θανάτου

0
494

Σωτηρία Καλασαρίδου.

 

Μια διελκυστίνδα επικράτησης ανάμεσα στον έρωτα και τον θάνατο ή απλά ένα ερώτημα που αιώνες τώρα αιωρείται στο κενό: είναι ο έρωτας ανίκητος στον θάνατο; Ο Δημήτρης Αγγελής επιχειρεί να αναδείξει σκοτεινές πλευρές της ατέρμονης μονομαχίας μέσα από την καινούρια του ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πόλις (Οκτώβριος, 2015). Οι δεσπόζουσες της συλλογής που επικαθορίζονται από το προαναφερθέν νευραλγικό ερώτημα μας δίνουν τροφή για να επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τον καλειδοσκοπικό, ποιητικό κόσμο του Αγγελή, αντίστοιχα, πολυπρισματικά: συμβολοποίηση προσώπων και στιγμών της Ιστορίας, μνημική κατάδυση, αρχετυπικές λειτουργίες της συνείδησης, μια ανθρωπογεωγραφία που συνιστά ένα σύμπαν υπό διαπραγμάτευση και όλα αυτά σε μια καινούρια ποιητική γλώσσα. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Είναι μια αίσθηση που καθορίζει τον αναγνώστη, όταν διαβάζει πολλά από τα κομμάτια της συλλογής: η Ιστορία άλλοτε μέσα από αναφορές σε πρόσωπα, άλλοτε μέσα από γεγονότα, παραμονεύει, έρπει ανάμεσα στις χαραμάδες των στίχων για να ανοίξει χώρο στο σκιώδες παρόν. Στις δηλητηριώδεις στιγμές του παρελθόντος ο ποιητής αναμετράται με τον θάνατο και τον έρωτα, αλλά κυρίαρχα αναγνωρίζει και βυθομετρεί το εξίσου τοξικό παρόν. Στα πατρόν της Ιστορίας ιχνογραφεί τις κρυφές συμμετρίες του σήμερα, χαρτογραφώντας την ίδια στιγμή τις εκλεκτικές του συγγένειες: Διαβάζουμε: « (…) Απόψε, η παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζί σου/ δεν είναι γιορτή στη μεγάλη πλατεία. Είναι / οι τράπεζες που μας πνίγουν κι ένα σώμα – οδόφραγμα. / Είναι το μουχλιασμένο ψωμί της Αχμάτοβα./ Είναι εκείνο το λευκό ελάφι που δακρύζει / πάνω στο κρεβάτι μου. /».

Στο ποιητικό σύμπαν του Αγγελή πρωταγωνιστούν κατά το μάλλον ή ήττον διάσημα πρόσωπα της λογοτεχνίας, της διανόησης, της Ιστορίας, της Αγίας Γραφής, περσόνες που έρχονται από διάφορες γωνιές του πλανήτη και του χρόνου, συνθέτοντας μια ανθρωπογεωγραφία με χαρακτηριστικά Βαβέλ. Η πινακοθήκη των προσώπων του έργου του, ωστόσο, εξυπηρετεί πάντα την ίδια την ποιητική του στον βαθμό που τα πρόσωπα παίζουν σε πολλά ταμπλό: συμβολοποιούνται και συνομιλούν με το ποιητικό υποκείμενο και με το παρόν του ανακαινίζοντάς το, μετατρέπονται σε οδοδείκτες της ποιητικής γραφής, συντείνοντας στην απέκδυση των στοιχείων εκείνων που θα μπορούσαν να οξύνουν τον ποιητικό ναρκισσισμό, γίνονται τόσο ισθμός όσο και δίαυλος επικοινωνίας με τον αναγνώστη: «Λοιπόν, καημένε Τράκλ, μη μου πουντιάσεις το χειμώνα/ Η στέγη μας πάντα θα γέρνει στη μεριά σου/ Να φυγαδεύονται οι στίχοι που δεν πρόλαβα/ Κι οι θυμωμένες μέρες πού φοράω/». Συνδεδεμένα εντέλει τα πρόσωπα από τον ποιητή στο άνυσμα του χρόνου, ξετυλίγουν έναν μίτο που μεταλλάσσουν τον ποιητικό λαβύρινθο σε φιλόξενη κατοικία του αναγνώστη.    

Παράλληλα, η μνημική κατάδυση σπονδυλώνει γερά την ποιητική του πότε μέσα από την αποκάλυψη κρυπτών και εγκυστώσεων της Μνήμης και άλλοτε πάλι μέσα από τη διέγερση ενός μηχανισμού αρχέγονου άλγους που αφορά στο σχήμα: έρωτας ― θάνατος ― λύπη. Ο προαναφερθείς άξονας των αρχετυπικών λειτουργιών της συνείδησης παίρνει διάφορες μορφές στα ποιήματα της συλλογής ανάλογα με τις ζεύξεις και το πλέξιμο των πόλων του τριπτύχου, εξυφαίνοντας το ποιητικό νήμα κάποτε με βάση το αντιθετικό δίπολο «έρωτας vs θάνατος», άλλοτε θεμελιώνοντας σχέσεις αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στη λύπη και τον έρωτα, κάποτε πάλι προσγράφοντας στον έρωτα τη ματαίωση. Σταχυολογούμε: « (…) Έσταζε αίμα το μαντήλι μου κι οι ταύροι με μουγκρίζαν/ που χτύπησα την πόρτα σου και πάλι δεν σε βρήκα/ μόνο συρτάρια ανοιχτά και έπιπλα σπασμένα/ παλιές εφημερίδες έσερνε ο βοριάς στο χωματόδρομο/ τα γράμματά σου/ άδεια επιστρέφανε τα κάρα/ κυπαρισσόμηλα έφερναν/ για χαιρετίσματά σου./».

Μια ακόμη διάσταση της εν λόγω συλλογής είναι η παρουσία αρκετών αυτοαναφορικών ποιημάτων, ενώ παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι τόσο ο αριθμός τέτοιων αναφορών αλλά κυρίως η ποιότητά τους. Εξηγούμαι. Η αυτοαναφορικότητα εν προκειμένω έχει διαφορετικά πρόσωπα που τα ενώνει αφενός η απουσία ποιητικού ναρκισσισμού αφετέρου η ίδια η λειτουργία της αυτοαναφορικότητας, καθώς ο λόγος περί ποιητικής ταυτίζεται απόλυτα με την ίδια την ποιητική. Οι περισσότερο ενδιαφέρουσες διαστάσεις αυτής της απόπειρας εδράζονται στη συνύφανση της αυτοαναφορικότητας με την ειρωνεία, η οποία προσεγγίζει κάποιες φορές τα σύνορα της χώρας του γκροτέσκου, αλλά ενίοτε και με την προσφυγή σε έναν ενστικτώδη, παιδικό κόσμο που τον καθορίζει εντέλει η αλήθεια: Διαβάζουμε: « ― Άλλο τίποτα δεν θυμάμαι, κύριε Φρόυντ, / δήλωσε ο ποιητής στην Αστυνομία/ των Διαψευσμένων Παιδικών Προσδοκιών./» ή και αλλού: « ‘Ρίξε ζαριά στο άπειρο ένα ποίημα’/ είπε διαβάζοντας τη μοίρα σου στο χέρι/ μα εσύ ’σαι μόνο ένας πίθηκος που ξέρει/ να γράφει· να προκαλεί με μιαν αδέξια ρίμα/ το σινάφι· της άθλιας κλίκας σου την μήνιν/ Πολλά υποσχόμενη η νύχτα σου ακόμη· γι’ αυτό, ας μείνει./».

Η μεγαλύτερη ωστόσο έκπληξη στην παρούσα ποιητική συλλογή κρύβεται στις ιδιοσυστασίες της γλώσσας του Αγγελή. Η ποιητική του γλώσσα σχηματίζει ένα υβρίδιο, καθώς οι υπερρεαλιστικές εικόνες διαπλέκονται αδιάρρηκτα με τον Συμβολισμό και ο ελεύθερος στίχος συνυπάρχει αρμονικά με τον έμμετρο, λειτουργώντας πολυσήμαντα: γίνεται το όχημα υποβολής της ειρωνείας, μετατρέπει τον παροξυσμό σε ντεκρεσέντο, αλλά και την ελάσσονα φωνή σε μείζονα, χωρίς ταυτόχρονα ίχνος υψηγορίας, εγκιβωτίζει τις κραυγές στη σιωπή, δημιουργεί από τις σιωπές κενά πλεονάζοντος υλικού, εξασφαλίζοντας πάνω από όλα την ανοιχτότητα στην κατανόηση μέσα από επάλληλες αναγνώσεις. Οι έμμετροι στίχοι του με τους εσκεμμένα διασαλευμένους ρυθμούς, τους διασκελισμούς, και τους παρατονισμούς τους κατατείνουν στην επίταση της ειρωνείας, ενώ την ίδια στιγμή οι ευφάνταστες ομοιοκαταληξίες ανεβάζουν στο ζενίθ τη συγκινησιακή θερμοκρασία των ποιημάτων. Θα ολοκληρώσω την κριτική μου, κάπως ιδιόμορφα, παραθέτοντας ένα ολόκληρο ποίημα από τη συλλογή που προσωπικά θεωρώ πως συμπυκνώνει την πεμπτουσία ολόκληρου του βιβλίου, στον βαθμό που τούτο το λεπτά δουλεμένο, «θλιμμένο τραγούδι» μας δίνει την απάντηση στο ερώτημα που έθεσα στην αρχή του κειμένου μου· μας δηλώνει απερίφραστα πως τα αινίγματα του κόσμου και του χρόνου, της Ιστορίας και της Μνήμης τα λύνει όλα η αγάπη.

 

Είμαστε ακόμη σ’ εκείνη την άδεια παραλία

που ’ναι στρωμένη απ’ άκρη σ’ άκρη κόκαλα σπασμένα

κι έτσι και σκάψεις γούβα με τα δάχτυλα στην άμμο

θα ξεχυθεί δυό μέτρ’ απόσταση απ’ το  κύμα μαύρο αίμα

και θα ’ρθει το σιδερόφραχτο άλογο να πιεί

το κόκκινο άλογο της Αποκάλυψης, το λυσσασμένο

που ’ναι δεμένο μ’ αλυσίδα αντί σκοινί· και κάθε νύχτα

μου τραβάει από τα πόδια το σεντόνι-

 

αυτό το όνειρο ποτέ του δεν τελειώνει

είμαστε πάντα σε μιαν άδεια παραλία

και λέω είμαστε και σου μιλώ με ένταση και αγάπη

κι όταν ρωτάω αν θα ’ρθεις, χιονίζει στάχτη.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here