Η διδασκαλία του Ολοκαυτώματος μέσα από τον κινηματογράφο

1
1560

                         

 

Της Παναγιώτας Μήνη(*).

Οι γνώσεις που αποκομίζουν οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για το Ολοκαύτωμα είναι ελάχιστες.  Στο βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Γυμνασίου, που καλύπτει από το Διαφωτισμό μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα, το Ολοκαύτωμα ενσωματώνεται αρκετά αποσπασματικά στο κεφάλαιο για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κεφάλαιο που εξετάζεται βιαστικά προς το τέλος της σχολικής χρονιάς.  Και ενώ το βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου περιλαμβάνει μία ξεχωριστή ενότητα με τίτλο «Τα εγκλήματα πολέμου κατά της ανθρωπότητας – Το Ολοκαύτωμα»,  η εστίαση των μαθητών της Γ΄ Λυκείου στην προετοιμασία για τις εισαγωγικές εξετάσεις εμποδίζει για άλλη μια φορά την ουσιαστική γνωριμία με το θέμα.  Έτσι, ίσως η καλύτερη ευκαιρία για τους εκπαιδευτικούς να μιλήσουν για το Ολοκαύτωμα να είναι οι επετειακές μέρες που διανύουμε.  Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αξιοποιήσουν τις πηγές από τα ίδια τα σχολικά βιβλία ιστορίας (προσωπικές μαρτυρίες, στοχασμούς διανοούμενων και φωτογραφίες), να βρουν υλικό στο διαδίκτυο και να προβάλουν ταινίες, επιλογή που γίνεται όλο και δημοφιλέστερη, καθώς οι κινηματογραφικές αφηγήσεις, με την αμεσότητα που τις διακρίνει και τη δύναμή τους να δημιουργούν συναισθήματα, τείνουν κάποτε να υποκαταστήσουν τα βιβλία.

Στο σημείο αυτό, τίθεται ένα ερώτημα, που τουλάχιστον στον αγγλοσαξονικό χώρο έχει βρει τη θέση του σε μονογραφίες και επιστημονικά άρθρα.  Ποιες κινηματογραφικές εικόνες συνίσταται να δείξουν οι δάσκαλοι στους μαθητές για το Ολοκαύτωμα;  Η απάντηση σε αυτό εξαρτάται κυρίως από το πώς αντιλαμβανόμαστε την εφηβική ηλικία και τι προσδοκάμε να προσκομίσουν οι νεαροί θεατές από μία σχετική κινηματογραφική προβολή.  Θα πρέπει, λοιπόν, να διευκρινίσω εξ αρχής ότι θεωρώ την ηλικία των 14 με 18 χρόνων απόλυτα κατάλληλη περίοδο να έρθει κανείς σε επαφή με σκληρές εικόνες από την πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος.  Αντί να  λυπηθούν, να ταυτιστούν ή να κλάψουν, ας δώσουμε στους μαθητές μία ευκαιρία να ταραχτούν.  Και ίσως έτσι συλλάβουν κάτι από την τραγωδία του Ολοκαυτώματος.

Με βάση τα παραπάνω, πιστεύω πως οι δύο γνωστότερες κινηματογραφικές αναπαραστάσεις στρατοπέδων συγκέντρωσης,  Η λίστα του Σίντλερ (Schindlers List, 1993) του Στήβεν Σπήλμπεργκ και H ζωή είναι ωραία (La vita è bella, 1997) του Ρομπέρτο Μπενίνι δεν ενδείκνυνται για χρήση στην εκπαίδευση.  Δεν ενδείκνυνται τόσο για εκείνα που παρουσιάζουν όσο και για εκείνα που παραλείπουν να τονίσουν.   Για να ξεκινήσω από τα δεύτερα.  Και στις δυο ταινίες, το Ολοκαύτωμα δεν ενσωματώνεται στην πορεία των ιστορικών εξελίξεων του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου.  Οι πλοκές αποφεύγουν να παρακολουθήσουν τον τρόπο με τον οποίο οι εξελίξεις εκτός των στρατοπέδων συγκέντρωσης συνδέονται με εκείνες μέσα σε αυτά.   Ως αποτέλεσμα, οι ταινίες  προσπερνούν το ευαίσθητο ζήτημα της συνεργασίας πολλών κατακτημένων με τον κατακτητή στον εντοπισμό Εβραίων˙ αδυνατούν να υπενθυμίσουν τις ευθύνες  ενός ευρύτερου (πέραν του γερμανικού) τρόπου σκέψης και ζωής που επέτρεψε να οδηγηθεί η ανθρωπότητα στην αθλιότητα˙ και προβάλλουν, έτσι, την γερμανική περίπτωση ως εξαίρεση στην πορεία της ιστορίας.  Εξίσου σημαντικό:  αποσιωπάται ότι ο διωγμός των Εβραίων ήταν το αποκορύφωμα διωγμών, που είχαν βάλει στο στόχαστρο κι άλλες ομάδες: άτομα με σωματικές ή διανοητικές ιδιαιτερότητες, Ρομά, κομμουνιστές, ομοφυλόφιλους.   Έτσι δεν δίνεται η δυνατότητα στον νεαρό θεατή να συνειδητοποιήσει ένα από τα τραγικότερα μαθήματα που μπορεί κανείς να διδαχτεί από το Ολοκαύτωμα.  Ότι ο κίνδυνος ριζώνει από την πρώτη στιγμή που ανεχόμαστε την αδικία και τη μισαλλοδοξία.

Σε ό,τι αφορά εκείνα που αναπαριστάνουν οι δυο ταινίες, κρίνονται επίσης ακατάλληλες για εκπαιδευτικούς σκοπούς.  Η Λίστα του Σίντλερ ξεκινά με μια αναφορά στην νίκη του γερμανικού στρατού στην Πολωνία το 1939 και στη συνέχεια εστιάζει στους Εβραίους που εξαναγκάζονται να μετακομίσουν σε πόλεις, με επίκεντρο της ταινίας την Κρακοβία.  Μετά την γνωριμία μας με τον πρωταγωνιστή, τον Γερμανό Όσκαρ Σίντλερ, μέλος του ναζιστικού κόμματος που ζει στη χλιδή, θα μάθουμε για το σχέδιό του να χρησιμοποιήσει Εβραίους ως επενδυτές και ως φθηνό εργατικό δυναμικό για τη λειτουργία ενός εργοστασίου σκευών εκστρατείας.  Στο πεντηκοστό περίπου λεπτό μεταφερόμαστε από τα γκέτο στο στρατόπεδο του Πλασόφ, προαστίου της Κρακοβίας, όπου έδρασε ο διαβόητος αξιωματικός των Ναζί Άμον Γκεθ.   Έκτοτε η ταινία επικεντρώνεται στον Σίντλερ που όλο και περισσότερο ευαισθητοποιείται με όσα συμβαίνουν στο στρατόπεδο μέχρι που τελικά δίνει όλη την περιουσία του για να σώσει περισσότερους από χίλιους Εβραίους.  Η τραγωδία των εκατομμυρίων της ιστορικής πραγματικότητας μετασχηματίζεται στο δράμα του ενός.  Ο θεατής ωθείται να μπει σε μια διαδικασία να μετρά μαζί με τον Σίντλερ πόσες ζωές μπορεί να σώσει ο πρωταγωνιστής, σαν να εξαρτάται η σωτηρία των ανθρώπων από την ευαισθησία και την μεταμέλεια ενός επιχειρηματία που πλούτισε ως μέλος του ναζιστικού κόμματος.  Και  οι χιλιάδες των Εβραίων της ταινίας γίνονται αφορμή να ικανοποιήσουμε – μέσω του κεντρικού ήρωα – τα φιλανθρωπικά αισθήματά μας.  Αρκεί να δει κανείς τη σκηνή όπου ο Σίντλερ παρακολουθεί τη μεταφορά των Εβραίων με τα τρένα και στρέφει κάνουλες νερού πάνω τους για να ξεδιψάσουν.  Ή την σκηνή που ο πρωταγωνιστής και ο λογιστής του προσπαθούν να θυμηθούν και να καταγράψουν όσους περισσότερους Εβραίους μπορούν για να τους σώσουν. Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Σίντλερ είναι μια εμβληματική φιγούρα για τους ίδιους του Εβραίους, αλλά από εκεί έως ότου να παρουσιάσουμε στους μαθητές το Ολοκαύτωμα ως χολιγουντιανό δράμα η απόσταση είναι τεράστια.  Την ίδια στιγμή, δεδομένης της ενδελεχούς ιστορικής έρευνας των δημιουργών της ταινίας, ορισμένες σκηνές της μπορεί να είναι χρήσιμες στον εκπαιδευτικό για τον σχολιασμό συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων. Σε μία διαφορετική αφήγηση για το Ολοκαύτωμα, ο εκπαιδευτικός θα μπορούσε, λ.χ., να χρησιμοποιήσει σκηνές όπως η εισβολή στα γκέτο τον Μάρτιο του 1943 ή οι πρακτικές του Άρον Γκεθ.

Προβληματική θεωρώ και το Η ζωή είναι ωραία, ταινία που προτείνεται για μαθητική δραστηριότητα στο βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Γυμνασίου.  Να υπενθυμίσω ότι μόνο το δεύτερο μισό της ταινίας αφορά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την πρώτη ώρα θα ασχοληθούμε με τις χαριτωμένες περιπέτειες του Γκουίντο (Ρομπέρτο Μπενίνι) που φλερτάρει και τελικά παντρεύεται την αγαπημένη του.   Όταν αργότερα οι Γερμανοί οδηγούν τον ήρωα και το γιο του σε ένα απροσδιόριστο στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο πατέρας θα παρουσιάσει στο παιδί την ιστορία τους ως ένα παιχνίδι, το βραβείο για το οποίο θα είναι ένα τανκ. Την πρώτη φορά που βλέπουμε το στρατόπεδο, αυτό προβάλλει εσκεμμένα ως το σκηνικό ενός παραμυθιού.  Οι νεοφερμένοι Εβραίοι καταφτάνουν με το τρένο σαν συνηθισμένοι επιβάτες.  Οι έγκλειστοι του στρατοπέδου δείχνουν ελάχιστα ταλαιπωρημένοι και η εξαντλητικότερη εργασία που εκτελούν είναι  η μεταφορά βαριών πυρομαχικών, ενώ οι Γερμανοί παρουσιάζονται ως βραδύνοες κατακτητές.  Στο τέλος, ο πατέρας δολοφονείται χαμογελαστός που έδωσε ψεύτικη ευτυχία στο παιδί του και το παιδί πιστεύει πως κερδίζει το βραβείο – ένα τανκ με τον αμερικάνο στρατιώτη να το παίρνει αγκαλιά.  Ο ίδιος ο αφηγητής λέει στην αρχή της ταινίας: «Πρόκειται για απλή ιστορία, μα δύσκολο να ειπωθεί. Σαν ένα παραμύθι, υπάρχει πόνος, κατάπληξη και ευτυχία».  Και αναρωτιέται ο θεατής αν γίνεται να παρουσιάσει κανείς στους μαθητές τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σαν μία τέτοια ιστορία, ακόμα και αν παραδεχτεί τη δυσκολία τού να ειπωθεί μία αλήθεια σαν αυτή του Ολοκαυτώματος, ακόμα κι αν συμφωνήσει ότι μαζί με τον πόνο είναι αναγκαία η ελπίδα.

Πολύ καλύτερη επιλογή αποτελεί μία παλαιότερη παραγωγή, Η δίκη της Νυρεμβέργης (Judgment at Nuremberg, 1961, Στάνλεϋ Κράμερ).  Με την πλοκή να δραματοποιεί μία από τις δίκες στη Νυρεμβέργη (εκείνη ενάντια σε ανώτατους γερμανούς δικαστικούς που υπηρέτησαν το ναζισμό), η ταινία συνδυάζει την ενσωμάτωση εφιαλτικού υλικού από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (έτσι όπως αυτό παρουσιάζεται στη διάρκεια της δίκης) και τον στοχασμό για τις απαρχές της αθλιότητας και για την ατομική ευθύνη.  Η δίκη της Νυρεμβέργης επιμένει σε όσα προηγήθηκαν του Ολοκαυτώματος.  Σχολιάζει τις διώξεις κομμουνιστών και τις στειρώσεις όσων θεωρούνταν επικίνδυνοι για την κοινωνία.  Υπενθυμίζει τις διαπλοκές της διεθνούς διπλωματίας που ευνοούν την ανοχή στο φασισμό.  Και θέτει τα καίρια ζητήματα της πίστης σε έναν μισαλλόδοξο πατριωτισμό, των άνομων συνεργασιών και της συνενοχής.  Τα λόγια προς το δικαστήριο του ανώτατου γερμανού δικαστικού Ερνστ Γιάνινγκ (πρόσωπο μυθοπλαστικό που παραπέμπει σε πραγματικούς κατηγορούμενους) μπορούν να τροφοδοτήσουν ουσιαστικές συζητήσεις με τους μαθητές:

Υπήρχε ένας πυρετός σε όλη τη χώρα.  Ένας πυρετός ατίμωσης, ταπείνωσης,        πείνας (…).  Πάνω από όλα υπήρχε φόβος, φόβος για το σήμερα, φόβος για το         αύριο, φόβος για τους γείτονές μας και φόβους για τους εαυτούς μας (…). Ο    Χίτλερ μας είπε.  Σηκώστε τα κεφάλια σας. Να είστε περήφανοι που είστε     Γερμανοί. Υπάρχουν διάβολοι ανάμεσά μας, κομμουνιστές, φιλελεύθεροι,          Εβραίοι, Τσιγγάνοι.     Όταν χαθούν αυτοί οι δαίμονες, θα χαθεί και η μιζέρια          σας (…).  Και εκείνοι από μας που ήξεραν καλύτερα; Που ξέραμε ότι οι λέξεις             ήταν ψέματα και χειρότερες κι από ψέματα;  Γιατί μείναμε σιωπηλοί;          Γιατί αγαπούσαμε την πατρίδα μας.  Τι σημασία είχε αν κάποιοι πολιτικοί     εξτρεμιστές έχαναν τα δικαιώματά τους;  Τι σημασία είχε αν μερικές             φυλετικές μειονότητες έχαναν τα δικαιώματά τους;  Είναι     περαστικό.  Αυτό        που περνάμε είναι μόνο ένα στάδιο (…).  Και μετά, μία μέρα, κοιτάξαμε        γύρω μας και είδαμε ότι ήμασταν σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο (…).  Αυτό που επρόκειτο να είναι μια περαστική φάση είχε γίνει τρόπος ζωής (…).

Αφού παρουσιάσει με τα μελανότερα χρώματα τους συγκατηγορούμενους και πρώην συνεργάτες του, ο Ερνστ Γιάνινγκ θα πει για τον εαυτό του: «Και ο Ερνστ Γιάνινγκ.  Χειρότερος από όλους τους, γιατί ήξερε τι ήταν αυτοί και πήγε μαζί τους».  Το ζήτημα της ευθύνης θα υπογραμμίσει και ο πρόεδρος του δικαστηρίου στην τελευταία φράση που ακούγεται στην ταινία.  Όταν ο Γιάνινγκ του λέει με πόνο για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που αφανίστηκαν «Δεν ήξερα ποτέ ότι θα καταλήξει σε αυτό. Εσείς πρέπει να το πιστέψετε»,  ο πρόεδρος θα σχολιάσει:  «Χερ Γιάνινγκ, κατέληξε σε αυτό την πρώτη φορά που καταδικάσατε κάποιον σε θάνατο, ξέροντας πως είναι αθώος».

Μία σειρά άλλων γνωστών μυθοπλαστικών ταινιών αφορούν ειδικότερα θέματα, καθένα από τα οποία έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον.  Ο Πιανίστας (The Pianist, 2002) του Ρομάν Πολάνσκι, λ.χ., αν και δημιουργεί αμηχανία με τη χρήση της αγγλικής γλώσσας (όπως πολλές ακόμα ταινίες) για μία ιστορία που λαμβάνει χώρα στην Πολωνία, είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική κατά τις πρώτες σκηνές, όπου παρουσιάζονται οι διωγμοί κατά των Εβραίων.  Κατόπιν, η ταινία παρακολουθεί τον κεντρικό ήρωα που καταφέρνει να μην οδηγηθεί σε στρατόπεδο και κρύβεται, φτάνοντας στα όρια της ανθρώπινης αντοχής.   Στο Μουσικό κουτί (Music Box, 1989) του Κώστα Γαβρά ένας άντρας κατηγορείται για εγκλήματα κατά των Εβραίων την περίοδο του πολέμου.  Την υπεράσπισή του αναλαμβάνει η κόρη του, που όταν ανακαλύπτει ότι ο πατέρας της είχε πράγματι διαπράξει τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται, τον καταδίδει η ίδια στις αρχές, παρά την αρχική αθώωσή του.  Η Γκρίζα ζώνη (Grey Zone, 2001) του Τιμ Μπλέικ Νέλσον ξεχωρίζει για την εστίαση στους Σοντερκομάντο, τους Εβραίους που χρησιμοποιούσαν οι Ναζί για να οδηγούν τους κρατούμενους στους θαλάμους αερίων, και για την αναπαράσταση μίας από τις λίγες εξεγέρσεις που έγιναν σε στρατόπεδα.  Το Αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα (The Boy in the Striped Pyjamas, 2008, Μαρκ Χέρμαν), μέσα από την ιστορία  της οικογένειας ενός Γερμανού αξιωματικού που κατοικεί κοντά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, θέτει το ζήτημα του παραλογισμού και των ολέθριων συνεπειών των διακρίσεων, μοιάζοντας να απαντά κάποια στιγμή στο Η ζωή είναι ωραία.  Όταν ο οκτάχρονος Γερμανός ρωτά τον καινούριο φίλο του, τον μικρό Εβραίο στο κοντινό στρατόπεδο, αν οι αριθμοί στα ρούχα του είναι μέρος ενός παιχνιδιού, αυτός θα πει: «Στο είπα, δεν είναι παιχνίδι».

Σε ό,τι αφορά τα ντοκιμαντέρ, συχνά επιλέγονται για εκπαιδευτικούς σκοπούς ταινίες που βασίζονται σε προσωπικές μαρτυρίες.  Επειδή, όμως, τα εξαιρετικά αυτά ντοκιμαντέρ δύσκολα μπορούν να σχολιάσουν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, θα πρότεινα να επιλέξουν οι δάσκαλοι ένα διαφορετικό ντοκιμαντέρ, το οποίο και θεωρώ το καταλληλότερο υλικό που θα μπορούσε να δει ένας μαθητής: το Νύχτα και καταχνιά του Αλέν Ρενέ (Nuit et Brouillard, 1955).  Η ταινία ίσως αρχικά φανεί δύσκολη για τους μαθητές καθώς μέσα σε τριάντα περίπου λεπτά σχολιάζει ένα τεράστιο εύρος ζητημάτων.  Όμως,  με την κατάλληλη εξήγηση από τον εκπαιδευτικό και, γιατί όχι, με την προβολή σκηνών πάνω από μία φορά, οι νεαροί θεατές θα μπορέσουν να λάβουν ένα από τα συγκλονιστικότερα μαθήματα για το Ολοκαύτωμα.  Θα ταραχτούν με τις εικόνες.  Θα ακούσουν ονόματα γνωστών εταιρειών που πλούτισαν από την εργασία των Εβραίων στα στρατόπεδα.  Θα προβληματιστούν για τις ευθύνες των Γερμανών αλλά και εκείνων που συνεργάστηκαν μαζί τους.  Θα αναρωτηθούν — τι, άραγε, μπορεί να αποτυπώσει μια κινηματογραφική κάμερα και τι μπορεί να αντιληφθεί καθένας από μας για το δράμα που στην πραγματικότητα συντελέστηκε;  Και με την κάμερα να καταγράφει τα ερείπια ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης, θα ακούσουν, με συνοδεία τη μουσική του Χανς Άισλερ, τη συγκλονιστική φωνή του αφηγητή/Μισέλ Μπουκέτ να λέει:

Ποιος από εμάς παρακολουθεί από αυτό το παράξενο παρατηρητήριο για να           μας προειδοποιήσει για τον ερχομό των νέων δήμιων; Είναι πράγματι τα       πρόσωπά τους διαφορετικά από τα δικά μας; Κάπου, ανάμεσά μας,     υπάρχουν ακόμα τυχεροί Κάπο, αποκαταστημένοι αξιωματικοί, άγνωστοι   πληροφοριοδότες.

Υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται να πιστέψουν ή που πιστεύουν για λίγο    μόνο.

Υπάρχουν εκείνοι από μας που κοιτάζουμε ειλικρινά αυτά τα ερείπια, σαν να          βρίσκεται το γηραιό τέρας των στρατοπέδων νεκρό κάτω από τα            χαλάσματα.  Που προσποιούμαστε πως ξαναβρίσκουμε την ελπίδα καθώς η          εικόνα ξεθωριάζει, σαν να έχει θεραπευτεί η μάστιγα των στρατοπέδων.  Που        προσποιούμαστε πως      πιστεύουμε ότι όλα έγιναν μόνο μια φορά, σε            συγκεκριμένο χρόνο και σε συγκεκριμένο τόπο.  Που δεν σκεφτόμαστε να   κοιτάξουμε γύρω μας και δεν ακούμε την ασταμάτητη κραυγή.

 

 

 

(*) Η Παναγιώτα Μήνη είναι καθηγήτρια ιστορίας του κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης.

 

 

Σημείωση1. :   Οι κεντρικές ιδέες του κειμένου παρουσιάστηκαν στις 18/2/2014 με τίτλο «Το Ολοκαύτωμα στον κινηματογράφο» στο Στέκι Καθηγητών στο Ρέθυμνο, στο πλαίσιο του «Κύκλου συζητήσεων γύρω από το φασισμό» που οργάνωσε η Αντιφασιστική Ομάδα της ΕΛΜΕΡ. Εμπλουτίστηκαν από τις παρατηρήσεις των ακροατών, και ιδιαιτέρως της συντονίστριας Ελένης Φουρναράκη, Ιστορικού στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.  Τους ευχαριστώ όλους θερμά].

 

 

Σημείωση 2: Ενδεικτική βιβλιογραφία

Thomas D. Fallace, The Emergence of Holocaust Education in American Schools, Palgrave Macmillan, 2008.  Lucy Russell, Teaching the Holocaust in School History: Teachers or Preachers?, Νέα Υόρκη, Continuum, 2006.  David H. Lindquist, «Instructional Approaches in Teaching the Holocaust», American Secondary Education, 39:3 (Καλοκαίρι 2011), 117-128.  Gila Safran Naveh, «Glimmerings of the Gallows: Representing the Holocaust in Film and Fiction», Thomas Jefferson Law Review, 28:1 (Καλοκαίρι 2005),  29-42 (και στο: http://www.tjeffersonlrev.org/print/28/1/glimmerings-gallows-representing-holocaust-film-and-fiction).  Kathleen C. Martin,  «Teaching the Shoah: Four Approaches That Draw Students In», The History Teacher, 40:4 (Αύγουστος 2007),  493-502.  Rabbi Dr. Bernhard H. Rosenberg, «The Holocaust as Seen Through Film with Bibliography», στο: http://holocausthaggadah.com/uploads/The_holocaust_as_seen_through_film_WITH_BIB.pdf)

 

 

 

 

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Πολύ καλό άρθρο!! «Ο Πιανίστας» είναι κινηματογραφική μεταφορά της ζωής του Σπίλμαν, δεν είναι μυθοπλασία! Καλή συνέχεια! 🙂

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here