H ελπίδα ξεψύχησε νωρίς (του Άριστου Τσιάρτα)

0
250

 

του Άριστου Τσιάρτα.

Στη νουβέλα της Κωνσταντίας Σωτηρίου με τον πολύσημο τίτλο «Φωνές από Χώμα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2017)  το προσωπικό και οικογενειακό χρονικό των λογοτεχνικών  χαρακτήρων σφραγίζεται από τις οδυνηρές περιπέτειες του τόπου. Οι μνήμες και η ιστορία είναι διαρκώς παρούσες, όχι για να υπηρετήσουν απλά τη μυθοπλασία αλλά για να αναδείξουν τον καθοριστικό  ρόλο τους όταν τέμνονται με προσωπικές διαδρομές, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια στη ζωή και την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων.

Δύο χρόνια μετά την έκδοση του βραβευμένου μυθιστορήματος της «Η Αϊσιέ πάει διακοπές» η συγγραφέας επανέρχεται μ’ ένα νέο πολυπρισματικό αφήγημα που αποτελεί αφορμή για να ξανασκεφτούμε την πρόσφατη ιστορία του τόπου, η οποία κουβαλά  μέχρι σήμερα τα αιματοβαμμένα ίχνη του παρελθόντος. Αυτή τη φορά, με  το λόγο των γυναικών που ηχεί σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, προσεγγίζει λογοτεχνικά μια σκοτεινή εποχή διaκοινοτικής βίας στην οποία  αποδόθηκε ο  καθόλου κατατοπιστικός όρος «φασαρίες».

Η  τουρκοκύπρια Τζεμαλιγιέ και οι δώδεκα ελληνοκύπριες γυναίκες  συνθέτουν αντιπροσωπευτικά την κυπριακή κοινωνική πραγματικότητα της δεκαετίας του 60: από την ονοματολογία και την κοινωνική καταγωγή μέχρι τους αφηγηματικούς και δραματικούς χώρους της δράσης τους. Όλες  κουβαλούν ένα απολύτως προσωπικό τραύμα το οποίο σχετίζεται με τις ταραχώδεις στιγμές  των πρώτων χρόνων τού κυπριακού ανεξάρτητου βίου. Μέσα από τις αφηγήσεις τους φιλτράρουν μια σχέση εξάρτησης και επιτήρησης από  συζύγους και πατεράδες. Υπηρετούν, όμως, μια προσωπική δεοντολογία, αναγνωρίζοντας, κάτω από  δύσκολες συνθήκες, τις αλήθειες της άλλης πλευράς. Η κάθε μια μοιάζει να μονολογεί, να μετεωρίζεται, με οδύνη και ένταση, μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, ωσάν η ατομικότητα να είναι κάτι εσωτερικό και λανθάνον που βρίσκεται σε  αναντιστοιχία  με το γύρω κόσμο.

Η Κωνσταντία Σωτηρίου  έδωσε στο έργο την ατμόσφαιρα μιας εποχής με διάχυτη την οσμή της βίας, της μισαλλοδοξίας  και του θανάτου. Έφτιαξε ένα έργο πυρετικό, σκληρό, άγριο και συνάμα  τρυφερό. Η καθημερινή και οικεία γλώσσα,  η πρωτοπρόσωπη αφήγηση,  η παραστατική ζωντάνια,   μέσω της αμεσότητας και της προφορικότητας της κυπριακής διαλέκτου, βοήθησαν στο  ξετύλιγμα της μνήμης και στην ανάδειξη σκληρών βιωμάτων.

Ωστόσο, στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται το ζοφερό κλίμα που επικράτησε την επαύριο της ανεξαρτησίας το οποίο είχε ήδη διαπεράσει το κοινωνικό σώμα προμηνύοντας το αδιέξοδο και  δυσοίωνο μέλλον. Παρά τις αντιξοότητες οι σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων παρέμειναν ζωντανές, χωρίς όμως να μπορούν να ανακόψουν την πορεία των πραγμάτων. Το  κλίμα του φόβου, της σιωπής, της αδιέξοδης και παράλογης βίας διαθλάται και διαμορφώνει τις διαπροσωπικές και καθημερινές σχέσεις των απλών ανθρώπων, υψώνοντας ένα τείχος μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Στις συνθήκες αυτές κάποιοι  παγιδεύτηκαν στη δίνη του φανατισμού και της βίας.  Άλλοι που δεν τυφλώθηκαν από τους παραμορφωτικούς φακούς της μισαλλοδοξίας κράτησαν, με νύχια και με δόντια τις σχέσεις μεταξύ τουρκοκυπρίων-ελληνοκυπρίων σε καθημερινό επίπεδο. Άλλοι, όταν η ζήση και ο κόσμος  γύρω τους κατέρρεε, έστρεψαν τα νώτα στη βαρβαρότητα και αναζήτησαν, επί ματαίω,  ζωτικές διεξόδους επιβίωσης. Πάντως, ο  φαύλος κύκλος του αίματος  άφησε πίσω του μια εσωτερικά τραυματισμένη  Κύπρο με ψυχικά κουτσουρεμένους ανθρώπους και στις δύο όχθες, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Το έργο της Κωνσταντίας Σωτηρίου παρουσιάζει ένα κόσμο λαβωμένο συνειδησιακά και τραυματισμένο ηθικά, τόσο επειδή  η ελπίδα που γέννησε η κυπριακή ανεξαρτησία ξεψύχησε νωρίς όσο και λόγω της βίας που  ακολούθησε.

Στον πυρήνα του το έργο αναδεικνύει το αφανέρωτο και παρεξηγημένο, μέχρι σήμερα, πρόσωπο της Τζεμαλιγιέ. Ανυπεράσπιστη, εκτεθειμένη στη δίνη του περιθωρίου, της κοινωνικής αποστροφής και της οικογενειακής απόρριψης  έζησε στο μισοσκόταδο, εκεί όπου αντιμετώπισε τις πιο επώδυνες  κοινωνικές συμβάσεις και τις πιο ορατές και αόρατες εξουσίες: Οι “καθωσπρέπει” γυναίκες της εποχής αλλάζουν κατεύθυνση όταν την ανταμώνουν, η ευπρεπισμένη υποκρισία των  επώνυμων  πλούσιων πελατών  της νύχτας δεν επιτρέπει καν μια καλημέρα την επόμενη.

Το πρόσωπο και η φωνή της  Τζεμαλιγιέ, ο έρωτας της με τον Ζεκή, ένα νεότερο της άντρα, o οποίος συχνάζει σε πορνεία αναζητώντας διέξοδο από ένα συμβατικό γάμο, σε συνδυασμό με τη σκληρή μητρική απόρριψη και την κοινωνική περιφρόνηση, προσφέρουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη προσέγγιση στο ζήτημα της πορνείας ως μορφή εδραίωσης και διαιώνισης της πατριαρχίας.

Σε αυτές τις συνθήκες η Τζεμαλιγιέ αντιμέτωπη με τα προσωπικά της αδιέξοδα, εξαιτίας των άτεγκτων κοινωνικών στερεοτύπων και  του ημιτελούς έρωτά της με τον Ζεκή, αφήνεται στη σαγήνη του «ταξίμ[1]»: «Ζεκή, απόψε θα σου πω ένα τραγούδι στα τούρκικα, φτάνουν πια τα ελληνικά τραγούδια Ζεκή».  Έτσι η Τζεμαλιγιέ, το πρόσωπο του βιβλίου με το πιο μεγάλο τραγικό και ψυχολογικό βάθος,  μια λογοτεχνική περσόνα άρτια σχεδιασμένη που κρατά από το χέρι τον έρωτα, τη ζωή και το θάνατο, μοιάζει, προϊόντος του χρόνου να αδυνατεί να ισορροπήσει μεταξύ των διαφορετικών στερεότυπων ρόλων της. Κάθε της απεγνωσμένη κίνηση για να σωθεί την σπρώχνει όλο και πιο βαθιά στα αδιέξοδα και εντέλει στον ίδιο το θάνατο.

Παρόλαυτα, το κέντρο βάρους της νουβέλας δεν είναι μόνο πολιτικό αλλά και μνημονικό. Έχοντας πλήρη επίγνωση των στρατηγικών που εφαρμόζει ερήμην μας, πολλές φορές, η μνήμη, η συγγραφέας διαπραγματεύεται, με τον τρόπο της λογοτεχνίας,  το ζήτημα της γυναικείας ταυτότητας και την άρρηκτη σύνδεσή της με την ιστορία και τη μνήμη. Στο πρόσωπο της Χρυσούλας, μιας χήρας ενός θύματος των ταραχών, συνοψίζεται η διαδρομή πολλών γυναικών, που κουβαλώντας τα τραύματα της βίας και του πολέμου,  ζουν στην επικράτεια της σιωπής, της ποικιλόμορφης βίας και των στερεότυπων ρόλων τους. Γύρω από αυτή την ιστορία η συγγραφέας αναδεικνύει ένα από τα σημαντικότερα  θεματικά μοτίβα της νουβέλας, την παράμετρο και το βάρος της  μνήμης. Μνήμη εξοντωτική  που αναμετριέται διαρκώς με το παρελθόν έτσι όπως το συνθέτει ο χρόνος, η ενοχή, το χρέος, το ειπωμένο και το ανιστόρητο. Στο πρόσωπο και την αφήγηση της Χρυσούλας η συγγραφέας μιλάει περισσότερο για τη δύναμη της γυναίκας  να συγκρατεί και να συγκροτεί τον κόσμο της, όταν η υπέρβαση του πένθους και της οδύνης αποτελεί επιτακτική αναγκαιότητα για συνέχιση της ζωής, παρά για κάποια αδυναμία ή κρίση ταυτότητας ή προσανατολισμού.

Η Κωνσταντία Σωτηρίου  επιστρέφει στη δεκαετία του 60 και με ύφος διακριτά αναγνωρίσιμο πραγματεύεται λογοτεχνικά μια εποχή από την πλευρά των γυναικών, αντλώντας αφηγηματικό υλικό από τον κόσμο της καθημερινότητας  και τον  ατελεύτητο κύκλο της βίας της πρόσφατης κυπριακής ιστορίας. Το επιτυγχάνει χρησιμοποιώντας μοντέρνα γραφή με προφανή  χαρακτηριστικά  το θραυσματικό και επαναληπτικό λόγο, την εναλλαγή αφηγηματικών προσώπων και εικόνων και την ώσμωση των διαδοχικών εκμυστηρεύσεων.

Η νουβέλα  «Φωνές από Χώμα», αναμοχλεύει  εθνικά τραύματα κατά τρόπο που οι  aπόψεις του Χόμπσμπαουμ αποκτούν εγκυρότητα : ότι δηλαδή  τα ιστορικά γεγονότα, δεν αποτελούν απλώς ορόσημα της ιδιωτικής ζωής αλλά επικαθορίζουν  την ίδια μας τη ζωή.   Πρόκειται για  ένα έργο  με πολυεδρικό προβληματισμό και πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης που υπερβαίνει τη συγκυρία και  τον ορίζοντα της εποχής του. Αν και συνομιλεί με το παρελθόν,  ανοίγει διάλογο με το παρόν και το μέλλον. Οι γεμάτες αμφισημίες,  αφηγήσεις των δεκατριών γυναικών δεν βαραίνουν βασανιστικά μόνο τη συνείδηση των γυναικών αλλά και όλων των κυπρίων. Τέμνουν και ξεπερνούν το άμεσο ιστορικό και θεματικό τους πλαίσιο ακουμπώντας, ταυτόχρονα, στη σημερινή συγκυρία υπενθυμίζοντας ότι η μισαλλοδοξία δεν  γνωρίζει νικητές. Tουναντίον. Αλλοτριώνει, αναπόφευκτα και μόνιμα, εαυτόν.

[1] Στα τουρκικά σημαίνει διχοτόμηση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here