Φόνος στο σταθμό του Μονάχου

0
304

Της Έλενας Χουζούρη.

 

Στα πρώτα της βιβλία η Μαρλένα Πολιτοπούλου φλέρταρε με το γαλλικό nouveau roman και προπαντός με την Μαργκερίτ Ντυράς. Θυμάμαι τους «Εραστές δίπλα»,[Λιβάνης] «Η γυναίκα στο νησί» [Εξάντας] «Ο ήχος της σαύρας» [Καστανιώτης], «Οίκος ενοχής» [Κέδρος]. Εσωτερικά τοπία, ερωτικά η οικογενειακά με εγγενείς παθογένειες, υπαινικτική,  υποβλητική ατμόσφαιρα, χαμηλοί τόνοι με υποφώσκουσες εντάσεις. Αυτή η φόρμα όμως είναι περιοριστική. Λειτουργεί περισσότερο σε βάθος. Δεν σου επιτρέπει να προχωρήσεις σε μεγάλες συνθέσεις και να αναμετρηθείς μαζί τους. ‘Ετσι η Πολιτοπούλου αποτόλμησε δειλά και κάπως αμήχανα στην αρχή να ανοιχτεί σ’ ένα είδος που  της πρόσφερε την ευκαιρία να εκφραστεί με άλλη συγγραφική άνεση: Το αστυνομικό μυθιστόρημα.  Μια εποχή που στην Ελλάδα το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα δεν είχε ακόμα κάνει το σημερινό μπουμ. Αν εξαιρέσουμε την «ΑΓΡΑ» και την από τότε εξαιρετική της σειρά με τους Γάλλους εκπροσώπους του νεοπολάρ, τον Ελρόυ  και τον Τάιμπο ΙΙ από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι δεν είχαν ακόμα ανακαλύψει συγγραφείς που είχαν υπερβεί τα όρια του κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος και είχαν ανοιχτεί σε κοινωνικά, ιστορικά και πολιτικά πεδία που έθιγαν καυτά ζητήματα, σημερινά αλλά και ξεχασμένα. Σε μας ο Πέτρος Μάρκαρης υιοθέτησε πρώτος και με μεγάλη επιτυχία αυτήν την πολυπρισματική οπτική. Αποστολίδης και Φιλίππου τον ακολούθησαν, αν και χωρίς την ίδια επιτυχία. Σ’ αυτόν τον σχετικά καινούργιο ακόμα χώρο μπαίνει η Πολιτοπούλου το 1999 με το μυθιστόρημα «Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά» [εκδ. Λιβάνης, σήμερα από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο»}.

Ένα μυθιστόρημα με αστυνομική μεν ίντριγκα, με πρώτη εμφάνιση [δημιουργία] ενός «κουλτουριάρη»  ερευνητή, του κάποτε αρχιτέκτονα και νυν σκιτσογράφου της αστυνομίας Παύλου Γ., με ύφος όμως και ατμόσφαιρα των προηγούμενων βιβλίων της. Θα το χαρακτήριζα ένα μυθιστόρημα μετάβασης από το ένα είδος στο άλλο. Στο αμέσως επόμενό της μυθιστόρημα «Δώδεκα θεοί, τρεις φόνοι»[εκδ. Κέδρος] – που κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο  και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί εκδόθηκε σε σχήμα τσέπης- η Πολιτοπούλου δείχνει πια συγγραφικά αποφασισμένη να μείνει δυναμικά σ’ αυτό το είδος. Ωστόσο η εκτίναξή της πραγματοποιείται με το τρίτο της μυθιστόρημα  «Η μνήμη της Πολαρόιντ»  [εκδ. Μεταίχμιο} που κυκλοφορεί το 2009. Σ’ αυτό η Πολιτοπούλου δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τα εμφυλιακά πάθη και τις παρενέργειές τους που αγγίζουν και τις επόμενες γενιές. Η ιστορική  μνήμη και τα ποικίλα τραύματά της κατακλύζουν το μυθιστόρημα δίνοντας σ’ αυτό ιστορικό βάθος και πολλαπλές ανθρώπινες διαστάσεις. Μ’ ένα φόνο ως πρόφαση  το μυθιστόρημα διακτινίζεται και αναδεικνύει σκοτεινές φάσεις της πρόσφατης Ιστορίας μας φωτίζοντας ταυτόχρονα και τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής. «Η μνήμη της Πολαρόιντ» με το έντονο αυτό ιστορικό, πολιτικό και ανθρώπινο στοιχείο θα μπορούσε, τηρουμένων των αναλογιών,  να τοποθετηθεί δίπλα στο γαλλικό νεοπολάρ.

Για το καινούργιο της  μυθιστόρημα «Η Πηνελόπη των τρένων», η Πολιτοπούλου διάλεξε επίσης την προσχηματική φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος για να θίξει κατά κύριο λόγο ένα ιδιαίτερα ζέον –για τα σημερινά δεδομένα-ζήτημα: αυτό της μετανάστευσης. ‘Ένα ζήτημα με παλιές ρίζες ιδιαίτερα για μας τους Έλληνες. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η πρωτοτυπία του μυθιστορήματος της Μ.Π. η οποία σηκώνει κυριολεκτικά την μυθιστορηματική αυλαία της αθρόας ελληνικής μετανάστευσης των δεκαετιών του 1950 και 1960 στην τότε Δυτική Γερμανία, σκιαγραφώντας ταυτόχρονα το πορτραίτο του Έλληνα μετανάστη, με φόντο τα ποικίλα κακώς κείμενα που έχει αφήσει πίσω του, σε μια πάμφτωχη χώρα, ρημαγμένη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, με τον κάθετο διαχωρισμό του πληθυσμού της σε κακούς κομμουνιστές και καλούς εθνικόφρονες και με τα πολλά μετεμφυλιακά τραύματα. Εκτός από παλαιότερους συγγραφείς που είτε έζησαν ως μετανάστες στη Γερμανία, π.χ  Γιώργος Ματζουράνης , Αντώνης Σουρούνης  είτε έζησαν την άλλη –τη χειρότερη ίσως-πολιτική προσφυγιά, όπως ο Δημήτρης  Χατζής, δεν νομίζω ότι νεώτερος συγγραφέας, χωρίς μάλιστα προσωπικά βιώματα, έχει καταπιαστεί με την ελληνική  μετανάστευση στη Γερμανία του ΄60.  Ίσως να βοήθησαν και οι σημερινές συνθήκες και τα αντανακλαστικά που έχουν δημιουργηθεί –δικαίως ή αδίκως δεν έχει σημασία- σε σχέση με την  μετανάστευση της νεώτερης γενιάς σε χώρες της Ευρώπης και κυρίως στη Γερμανία. Επανάληψη του ίδιου έργου με σύγχρονα σκηνικά και ρούχα; Όπως και να έχει η Πολιτοπούλου μας μεταφέρει στο Μόναχο – κύριο κέντρο έλευσης των τότε Ελλήνων μεταναστών- το 1965. Όχημα της    ένα πραγματικό και πολλαπλά συμβολικό γεγονός για τους Έλληνες μετανάστες: Τη συναυλία που έδωσε ο Στέλιος Καζαντζίδης στο Μόναχο τον Οκτώβριο του 1965. Όπως είναι γνωστό ο, ποντιακής καταγωγής, τραγουδιστής μέσα από τα τραγούδια του είχε κατορθώσει να εκφράσει  τα συναισθήματα του Έλληνα μετανάστη σε όλη την γκάμα τους κι έτσι είχε καταστεί κυριολεκτικά το ίνδαλμά του. Μπορεί λοιπόν κανείς να αντιληφθεί τι σήμαινε το να έρθει αυτοπροσώπως ο Καζαντζίδης στο Μόναχο –μία πόλη που συγκέντρωνε έναν μεγάλο αριθμό μεταναστών και όπου γινόταν και η διαλογή τους για τα εργοστάσια άλλων γερμανικών πόλεων, όπως η Στουτγάρδη και η Φρανκφούρτη.  Εκείνη λοιπόν τη σημαδιακή ημέρα που οι  Έλληνες  μετανάστες έρχονταν κατά κύματα στον σταθμό του Μονάχου για να υποδεχτούν τον Καζαντζίδη, επιλέγει η Πολιτοπούλου για να τοποθετήσει τον φόνο του μυθιστορήματός της. Ένας, αριστερών καταβολών και πεποιθήσεων, -το φλερτ  συγγραφέως με την Αριστερά εγκαινιάζεται ήδη από την «Μνήμη της Πολαρόιντ»- 35άρης συνδικαλιστής, ο Στρατής Κοκκινίδης από τη Νάουσα προερχόμενος,   βρίσκεται νεκρός, χτυπημένος με κάτι βαρύ στο κεφάλι, ενώ δίπλα του υπάρχει ένα περίεργο φαντό μαντήλι. Το έγκλημα παραμένει ανεξιχνίαστο για μισόν αιώνα, όταν ο ιδιόρρυθμος και λίαν σοφιστικέ  ερευνητής και σκιτσογράφος της αστυνομίας Παύλος Γ. – ο βασικός «ντεντέκτιβ»  των αστυνομικών της Πολιτοπούλου- ανακαλύπτει την υπόθεση ανάμεσα στους φακέλους των άλλων –επτά τον αριθμό- ανεξιχνίαστων υποθέσεων που του έχει αφήσει κληρονομιά ο πατέρας του αστυνόμος Γεωργούλας, και αποφασίζει να ασχοληθεί μ’ αυτήν. Τον παρακινεί  περισσότερο η περίεργη ανάμιξη του πατέρα του αφενός και αφετέρου ο άγνωστος γι’ αυτόν κόσμος των Ελλήνων μεταναστών της Γερμανίας του ’60 που τον βοηθάει να σκιτσάρει την εικόνα του Μετανάστη. Πριν κάνω μια γρήγορη περιήγηση στην υπόθεση του μυθιστορήματος,  πρέπει να πω ότι οι συσχετισμοί με ό,τι συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα ειδικότερα, στον κόσμο γενικότερα είναι εμφανείς. Κακή οικονομική κατάσταση-οικονομική μετανάστευση-Γερμανία. Από την άλλη, για να ισχυροποιήσει η συγγραφέας τη θλιβερή εικόνα του ξεριζωμού των ανθρώπων από τις εστίες τους- όταν έγραφε το μυθιστόρημα η τεράστια ανθρωπιστική μεταναστευτική κρίση δεν είχε φτάσει στα σημερινά τραγικά της όρια- παράλληλα με τον προ μισού αιώνα φόνο του Έλληνα μετανάστη στο σταθμό του Μονάχου, εξελίσσει και την υπόθεση της δολοφονίας ενός ασιάτη μετανάστη στο εγκαταλειμμένο  κτήριο όπου παλιά στεγαζόταν η δισκογραφική εταιρεία COLUMBIA, με την οποία είχαν συνεργαστεί όλες οι μεγάλες  φωνές του λαϊκού τραγουδιού και ο Καζαντζίδης, φυσικά. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, η δυνατή ιστορία, αυτή που δίνει τον τόνο  στο μυθιστόρημα και ωθεί την Πολιτοπούλου να λειτουργήσει εκφραστικά σε πολλά επίπεδα, είναι σαφώς η πρώτη. Ανοίγοντας λοιπόν τον φάκελο του πατέρα του ο Παύλος Γ. «γνωρίζεται» με μια πλειάδα προσώπων με κεντρικό την Πηνελόπη, σύζυγο του Στρατή Κοκκινίδη που εργάζεται στα τραίνα. Σύμφωνα με την συνταγή της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας και προπαντός της αξεπέραστης στο είδος, γιαγιάς-Αγκάθα, όλα τα περί τον Στρατή Κοκκινίδη πρόσωπα είναι δυνάμει ένοχα. Και γιατί ο αστυνόμος πατέρας του Παύλου Γ. δεν ανακάλυψε τελικά τον ένοχο,  έκλεισε την υπόθεση και την άφησε κληρονομιά στο γιο του; Τι ρόλο έπαιξε ως προς αυτό η όμορφη Ναουσαία Πηνελόπη;  Ψάχνοντας, σκιτσάροντας  και αναρωτώμενος διαρκώς ο ανήσυχος, μοναχικός  και ελαφρώς καταθλιπτικός – όπως είθισται πια να είναι  οι ντετέκτιβ του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος παγκοσμίως- Παύλος Γ. αναγκάζεται να ταξιδέψει και στο Μόναχο αλλά και στη Νάουσα για να συναντήσει και να συνομιλήσει με αρκετούς από όσους αποτελούσαν τότε τον κύκλο του Κοκκινίδη, εκτός από την Πηνελόπη που έχει πεθάνει. Καθώς ανοίγει και βγάζει τη μια μπάμπουσκα μέσα από την άλλη- το μυθιστόρημα δηλαδή ξεδιπλώνεται, απλώνεται, οι επιφάνειές του αποκτούν όγκο και βάθος- ο Παύλος Γ. έρχεται αντιμέτωπος με πολλές πραγματικότητες που αντί να τον βοηθούν τον μπλέκουν ακόμα περισσότερο: Την ιστορική, καθώς η υπόθεση τον πηγαίνει πολύ πίσω, στη Γερμανική Κατοχή, και στον Εμφύλιο, εποχή από την οποία ξεπηδά ο δωσιλογισμός, τα κομματικά ξεκαθαρίσματα και η πολιτική προσφυγιά.  Την συναισθηματική-ερωτική, επίκεντρο της οποίας είναι η όμορφη Ναουσαία Πηνελόπη- άμεση παραπομπή στην ομηρική συνώνυμή της- την οποία διεκδικούν ο Οδυσσέας βέβαια, εκπρόσωπος της εμφυλιακής τραγωδίας και περιπλανώμενος ως πολιτικός πρόσφυγας στις Ανατολικές χώρες, ο σύζυγός της, έως ότου δολοφονηθεί, Στρατής Κοκκινίδης, και ο αστυνόμος Γεωργούλας, πατέρας του ερευνητή και σκιτσογράφου Παύλου Γ. Κοινωνική, αναφορικά με τον τρόπο συγκρότησης της μικροκοινωνίας των μεταναστών και των μεταξύ τους  κοινωνικών σχέσεων . Αξιακή, όσον αφορά τη φιλία, τη συντροφικότητα και την εμπιστοσύνη. Ο Κοκκινίδης «πουλάει» τον αντάρτη σύντροφό του Οδυσσέα.

Αυτές οι πραγματικότητες αναδύονται κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις των προσώπων που έζησαν το γεγονός του φόνου του Κοκκινίδη και ήταν παρόντα στην υποδοχή του Στέλιου Καζαντζίδη στο σταθμό του Μονάχου. Πρόσωπα τα οποία συνδιαλέγονται με τον Παύλο Γ. και διαμένουν είτε στο Μόναχο είτε στη Νάουσα. Πρόκειται για μια πληθώρα προσώπων – μετρήσαμε είκοσι δύο- τα οποία συγκροτούν ένα πολυφωνικό και πολυεστιακό μυθιστόρημα καλά δομημένο και συγκροτημένο, με σωστές αναλογίες ως προς την οικονομία του, του οποίου «τα χαρτιά» ανοίγονται έτσι ώστε να κρατούν τον αναγνώστη σε εγρήγορση, να του δημιουργούν ποικίλες υποψίες και στο τέλος να του σερβίρουν μια  παντελώς μη αναμενόμενη απάντηση του ερωτήματος: Ποιος και γιατί σκότωσε τον Κοκκινίδη.

Στο  πολλά συν του μυθιστορήματος – ίσως και το πιο δυνατό- είναι οι εικόνες της ζωής των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία του 1960, δοσμένες με τον τρόπο του ντοκιμαντέρ, αλλά και η ανάδειξη του ψυχισμού που τους δημιουργούσε η ιδιότητα του μετανάστη, του ξεριζωμένου, του ξένου. Βαρύτητα δίνεται –ίσως περισσότερο αυτή τη φορά- στον χαρακτήρα του Παύλου Γ. και στη σχέση του με τον πατέρα του, αστυνόμου Γεωργούλα.  Πετυχημένος και ο τρόπος να παρακολουθεί ο αναγνώστης το πώς ο Παύλος Γ. αντιλαμβάνεται την υπόθεση ή τους ήρωες μέσα από τα σκίτσα του. Μια καλή ιδέα – για το επόμενο μυθιστόρημα της Μ.Π – να βλέπουμε παράλληλα με την αφήγηση  αυτά τα σκίτσα.  Δεν θα μπορούσε όμως να μην «ακούγονται» και τα τραγούδια του Καζαντζίδη τα οποία λειτουργούν και ως σχόλια καθώς ο Παύλος Γ. ερευνά την υπόθεση.

Δυο λόγια και για τη σύγχρονη υπόθεση της δολοφονίας του ασιάτη μετανάστη που εξελίσσεται στο περιθώριο της πρώτης και  –ας πούμε- αντιστικτικά μ’ αυτήν [ Έλληνες στη Γερμανία χθες-Ασιάτες, Αφρικανοί και άλλοι στην Ελλάδα σήμερα].  Έχω την εντύπωση όμως ότι δεν χρειαζόταν και ότι τελικά υποβαθμίζεται και σχεδόν χάνεται κάτω από το βάρος της πρώτης ιστορίας. Επί  πλέον μπερδεύει και τον αναγνώστη. Μερικές φορές δεν χρειάζεται να τα πούμε όλα. Κρατάμε λοιπόν τον Έλληνα μετανάστη της Γερμανίας του ΄60 και όλο το ιστορικό, κοινωνικό , συναισθηματικό μυθιστορηματικό βάθος που του προσδίδει το μυθιστόρημα της Πολιτοπούλου, το οποίο σαφώς αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική συνεισφορά στην – ας την ονομάσω αδόκιμα-εμβρυακή ακόμα  λογοτεχνία της μετανάστευσης, τόσο επίκαιρης όμως και δραματικής στους καιρούς μας.

 

INFO: ΜΑΡΛΕΝΑ ΠΟΛΙΤΟΠΟΥΛΟΥ:  «Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΤΩΝ ΤΡΕΝΩΝ»  [ΕΚΔ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ].

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here