Δύο ομότεχνοι για την «Κρυφή πόρτα»

0
480

 

  Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος και ο Δημήτρης Φύσσας για τον Αλέξη Πανσέληνο και την «Κρυφή πόρτα» του.

Λευτέρης Ξανθόπουλος. HANNIBAL ANTE PORTAS.

Ο Αλέξης Πανσέληνος μας ξέρει όλους, μας παρακολουθεί από τη γωνιά του σιωπηλά και μας γνωρίζει. Μας ξέρει καλύτερα κι από την Αντιτρομοκρατική, καλύτερα και από τον προϊστάμενό μας, καλύτερα και από τις κάμερες παρακολούθησης, καλύτερα κι από τη μάνα μας και κάποτε κάποτε καλύτερα και από τον ίδιο μας τον εαυτό, γι’ αυτό και έχει πάντα στην άκρη, παρά τη σκληρή σαν ατσάλι ματιά του πάνω σε πράγματα και ανθρώπους, μια κουβέντα συμπαράστασης και συγγνώμης. Σίγουρα δεν παραδοξολογώ για να εντυπωσιάσω, κυριολεκτώ.

Στο τελευταίο του βιβλίο Η Κρυφή Πόρτα, δεν κάνει τίποτε άλλο, από την αρχή μέχρι το τέλος από το να μας προσκαλεί να ανοίξουμε μαζί του την κλειστή πόρτα, που μοιάζει τώρα, καθώς την πλησιάζουμε, με το κουτί ή το πιθάρι της Πανδώρας. Μας προκαλεί να ανοίξουμε διάπλατα τις κρυφές πόρτες, που όλοι ή σχεδόν όλοι έχουμε κλείσει και διπλοκλειδώσει πίσω μας. Προσοχή όμως, να το τολμήσουμε λέει, αλλά με τη γνώση ότι από την απέναντι μεριά παραμονεύει ο διάβολος ή τα τρελά δαιμονάκια ή ό,τι άλλο· από κει και πέρα, όποιος προλάβει!

Σε παράλληλη διαδρομή προς την ιστορία του, ο Πανσέληνος προσδιορίζει εντελώς σχολαστικά και βασανιστικά, με εμμονή και στην παραμικρή λεπτομέρεια και με απόλυτο έλεγχο, την ίδια τη λειτουργία της συγγγραφής. Λιγότερο ή περισσότερο, αυτό το κάνει σε κάθε του βιβλίο ως αναγκαίο στοιχείο παιγνιώδους αυτοαναφορικότητας, προσφέροντας βάθος και ευγένεια στην ουσία της γραφής του.

Πασχίζω και ιδροκοπώ για κάτι που κανένας δεν μου ζήτησε.

            -Παρατηρούσε τους απέναντι όπως κοιτάμε τα έργα στην τηλεόραση.

            -Χάζευε τη ζωή των άλλων και ξεχνούσε τη μιζέρια της δικής του.

-Τον βύθιζαν το ένα μετά το άλλο σε αυτή την ιδανική απόλαυση, να χάνεις τον   εαυτό σου και να πολλαπλασιάζεις τον χρόνο και τις εμπειρίες της ζωής με εκείνα του βιβλίου.

Ποιος είναι όμως ο Ευγένιος, ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος του Πανσέληνου; Αν επιχειρήσουμε μια πρόχειρη ανάλυση του ήρωα, από τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας, προκύπτει η παρακάτω εικόνα και ψυχογράφημα:

Μεταφραστής λογοτεχνικών έργων, άρα μεταπράτης και συγχρόνως επίδοξος συγγραφέας. Γύρω στα 60, καλοφτιαγμένος, συμπαθής, ελκυστικός, βγήκε σε πρόωρη σύνταξη από το Δημόσιο στα πενήντα του. Χωρισμένος μετά από είκοσι και βάλε χρόνια γάμου, χωρίς παιδιά, ζει μόνος και σχεδόν έγκλειστος, με τα χαρτιά, τα λεξικά του και την τηλεόραση σε διαμέρισμα που του άφησε η μάνα του στα Εξάρχεια.

Χρησιμοποιεί κόλες ριγωμένες για να γράφει, γιατί ελεύθερη η γραφή του καταρρέει. Οι ρίγες την κρατούν σε μια ευθεία παρήγορη. Το καλοκαίρι γράφει μισοντυμένος, αξύριστος, τις πιο πολλές φορές άπλυτος. Ξεχνάει ακόμα και να φάει. Μόνο όταν χρειάζεται να βγει για ψώνια ρίχνει κάτι πρόχειρο πάνω του, που αμέσως το ξαναβγάζει επιστρέφοντας. Ένα αίσθημα αποτυχίας τον καταλαμβάνει. Ποιο κορίτσι θα γυρίσει να κοιτάξει έναν μεσήλικα με παντελόνι φόρμας και σαγιονάρες;

Ο Ευγένιος έχει κλείσει όλες τις πόρτες πίσω του, που κάποτε ήταν ανοιχτές. Φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, γυναίκες, έρωτες, κοινωνική ζωή όλα παρατημένα και ξεχασμένα. Κλειστή ακόμα και η ενδιάμεση πόρτα που χωρίζει στα δύο το διπλό διαμπερές διαμέρισμά που μένει. Το άλλο μισό δεν του χρειάζεται, δεν το κατοικεί. Τι θα συμβεί όμως, αν από κάποιο τυχαίο γεγονός αυτή η κλειστή πόρτα της μεσοτοιχίας ανοίξει;

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την Κρυφή Πόρτα του Πανσέληνου ως μυθιστόρημα μυστηρίου; Ίσως. Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλήσουμε για μια σπουδή πάνω στην καθημερινή φθορά και παρακμή σωμάτων, ψυχών και κοινωνίας; Και αυτό παίζει. Και κάτι ακόμα. Μήπως είναι ένα βιβλίο για την ερήμωση, την ένδεια, την εικονική πραγματικότητα, την εικονική ζωή που σαν μεγάλη φυσαλίδα αφήνει απέξω κάθε θόρυβο και κάθε σκέψη προσφέροντας καταφυγή σε μυθοπλασίες που υπόσχονται  ελευθερία και ευτυχία; Απ, τώρα το βρήκαμε!

Η αφήγηση εκτείνεται σε επάλληλα στρώματα πραγματικότητας, που αρνούνται μέχρι και το τελευταίο συναρπαστικό λεπτό να μας αποκαλύψουν την αλήθεια τους. Η γραφή οδηγείται από εξαιρετικά έμπειρο οδηγό, πού όμως δεν μας επιβάλλεται στανικά, δεν σφίγγει θηλιά στο λαιμό και δεν βιάζεται, κυρίως αυτό.

Αλήθεια, υπάρχει αλήθεια; Είναι η αλήθεια του Ευγένιου; Η αλήθεια της μυστηριώδους νοικάρισσας; Η αλήθεια της κυρίας Θεοδώρας, της Μαρίνας, του Στέφανου ή η αλήθεια του κάθε αποδέκτη από εμάς ξεχωριστά; Αγαπητοί αναγνώστες, ας ρίξουμε τώρα τη ζαριά μας για να δούμε τι καλό θα μας φέρει.

krifi [orta

Δημήτρης Φύσσας.«Η κρυφή πόρτα» και η φανερή γοητεία της.

Το καινούργιο βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου που κυκλοφόρησε μόλις από το «Μεταίχμιο» είναι ένα πυκνογραμμένο μυθιστόρημα τριτοπρόσωπης αφήγησης με μόλις 170 γραμμένες σελίδες, με κεντρικό θέμα την παράλληλη φθορά μιας πόλης κι ενός ατόμου που προσπαθεί να το παίξει αυτάρκης.

Ο Ευγένιος, ένας εξηντάρης ταξικά ξεπεσμένος, πρόωρος συνταξιούχος του Δημοσίου και χωρισμένος, πετυχημένος μεταφραστής και αποτυχημένος πεζογράφος (που ωστόσο πάντα ελπίζει…), ζει με ελάχιστες κοινωνικές επαφές  σ΄ ένα  μεγάλο  κληρονομημένο διαμέρισμα στη Νεάπολη της Αθήνας. Το καλοκαίρι του 2013, καθώς η οικονομική κρίση χειροτερεύει  και τα εισοδήματά του πέφτουν,  μερίζει το διαμέρισμα και βγάζει στο νοίκι ένα κομμάτι του, διατηρώντας άχτιστη (αν και φανερή) την ενδιάμεση πόρτα ανάμεσα στα δυο τμήματα. Μια νεαρή γυναίκα νοικιάζει το νεοσχηματισμένο διαμέρισμα και τότε, λίγο λίγο, εμφανίζεται η ισχυρή πιθανότητα ότι  «το παρελθόν επιστρέφει σαν απειλή και εκτροχιάζει τη ζωή του»- όπως γράφει το οπισθόφυλλο. Τον προεκλογικό Γενάρη του 2015 ο ήρωας, σε πλήρη αβεβαιότητα για το πώς ερμηνεύονται όσα τον έχει βάλει ο συγγραφέας να ζήσει, μένει μετέωρος έξω από το κουκούλι του.

Το βιβλίο  δημιουργεί τη γοητεία του βασιζόμενο ιδίως στη γεμάτη αμφιβολίες ψυχολογική σχέση του Ευγένιου προς την πιτσιρίκα νοικάρισσά του, σχέση που προκύπτει από τη διαφορά των φύλων και της ηλικίας, σε συνάρτηση με την άμεση, αμεσότατη γειτνίαση των σωμάτων τους (Πώς και πληρώνει ένα τρακοσάρι έτσι εύκολα;  Κάνει πράγματι τη δουλειά που λέει ότι κάνει; Γιατί θέλει την ενδιάμεση πόρτα ανοιχτή;  Έχω δικαίωμα να ψάχνω στο διαμέρισμά της όταν λείπει; Την ερωτεύτηκα; Τι ρόλο παίζουν οι άντρες που την επισκέπτονται; Είναι και ποιήτρια; Γιατί  μου πετάει σπόντες; Τυχαία ήρθε εδώ ή ξέρει κάτι για μένα; κλπ κλπ), ενώ παράγει και όνειρα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) και αποτελεί πρόσκαιρη συγγραφική τόνωση.

Το επίπεδο αυτό μέχρι που μπορεί να θεωρηθεί ότι σατιρίζει τη ροζ λογοτεχνία. Ενδεικτικά:  «το σώμα της είχε ξυπνήσει μέσα του χίλιους πόθουςž μια φουρτούνα τάραζε τα ακίνητα νερά της λίμνης που ήταν η ερωτική του ζωή»,  «αυτό που παρακολουθεί μαγνητισμένος ήταν μια ακόμα προσφορά της στον πόθο του», «ένα χέρι σιδερένιο έσφιγγε την καρδιά του» κλπ- κι αν διαβάζω λάθος, έτσι κι αλλιώς η σάτιρα (και η ειρωνεία και ο  σαρκασμός κλπ) είναι στοιχεία παρόντα στο βιβλίο.  Κάπου εδώ «κολλάνε» και οι εμμονές στο τι (δε) φοράει η πιτσιρίκα κάθε φορά, καθώς και ο λεπτομερής κατάλογος των προσωπικών της αντικειμένων.

Μερικά άλλα αξιοσημείωτα στοιχεία:

Η πόλη. Κατονομάζονται ρητά δεκάδες δρόμοι, πλατείες, μαγαζιά και άλλοι χώροι της Αθήνας, όλα υπαρκτά,  δημιουργώντας ένα πλαίσιο τόσο κυριαρχικό, που επικαθορίζει τον κεντρικό ήρωα.

Η διάλυση και η κρίση.  Φτώχεια, άστεγοι, διαλυμένα σπίτια που κάποτε άκμαζαν, πλουσιότερες γενιές που οδήγησαν σε επόμενες ξεπεσμένες, φθορές κτισμάτων (άλλοτε από το χρόνο κι άλλοτε ηθελημένες) παράλληλα με τις φθορές των ανθρώπων που τα κατοικούν ή κατοικούσαν, αιωρούμενα παλιόχαρτα, βροχές που διαλύουν τα πάντα, επεισόδια, φωτιές, ΜΑΤ, μπαχαλάκηδες, λεηλασίες κλπ: οι κατά τη γνώμη μου κορυφαίες σελίδες του βιβλίου είναι ακριβώς οι αφηγήσεις της παρακμής.

Ο πολιτισμός της πολυκατοικίας. Μπαλκόνια, γλάστρες, μεσοτοιχίες, κοινόχρηστα, ασανσέρ, «ματάκια» της πόρτας, πάγκος του θυρωρείου,  κουτσομπόληδες γείτονες, νοικάρηδες και σπιτονοικοκύρηδες, μπανιστήρι στους απέναντι που  –σε ευθεία γραμμή–  είναι δίπλα, κεραίες τηλεόρασης, ρετιρέ όπου (υποτίθεται ότι) δε φτάνουν όσα διαδραματίζονται στους  δρόμους.

Τα εκδοτικά – λογοτεχνικά ήθη. Ο παραδόπιστος εκδότης, μια κάποια Βεατρίκη που λύνει και δένει στον οίκο του, τα μπεστ σέλερ, η  γαλλική λογοτεχνία, το «Πόλεμος και ειρήνη», οι δυσκολίες του μεταφραστικού επαγγέλματος, επίδοξες ποιήτριες, η διπλή καταστροφή  (πυρκαγιά συν σκουπίδια) που υφίσταται το στοκ ενός αποτυχημένου μυθιστορήματος κλπ

Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Ο κυνικός  φίλος, η παλιά αλλά πάντα επικίνδυνη γκόμενα, ο καταληψίας άστεγος, η φουρνάρισσα – ποιήτρια, ο «ανέκδοτος» ποιητής, η  απειλητική αποστεωμένη θαυμάστρια κλπ είναι πρόσωπα με αξέχαστα περάσματα από το μικρόκοσμο του ήρωα.

Ο πεπεποιημένος άμεσος λόγος (διάλογοι, σημειώματα, ποιήματα) του Πανσέληνου είναι εξαιρετικά ψηλού επιπέδου, ενώ έντονη παρουσία έχουν η επιγραμματικότητα-  φιλοσοφική διάθεση. Ενδεικτικά: «η ηλικία ήταν από μόνη της μια εξασφάλιση»,  «τα γειτονικά μπαλκόνια και τα παράθυρα ήταν ο νέος του κοινωνικός περίγυρος», «ήταν αρκετά μεγάλοι για να παθιαστούν και η αλληλοεκτίμηση σε κάνει να ακούς τη γνώμη του άλλου ακόμα και αν διαφωνείς» κλπ.

Στο τέλος του βιβλίου, και οι τρεις ομόκεντροι κύκλοι που το συνθέτουν (πόλη – πολυκατοικία – Ευγένιος) εμφανίζονται θρυμματισμένοι.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here