Χαρτογραφώντας τη μνήμη

0
153

 

 

Άννα Κουστινούδη.

Στο χωροχρόνο της γραφής και της αφήγησης, εν προκειμένω του λογοτεχνικού χρονογραφήματος, είναι φορές που αισθάνεσαι να έχεις απωλέσει και τις δύο ιδιότητες, αυτές του υποκειμένου και του αντικειμένου και να μετεωρίζεσαι κάπου στο ενδιάμεσο. Μιλώ για κείνη τη στιγμή της λοξής ματιάς, της αποτύπωσης και της καταγραφής του συμβάντος, της εικόνας, της εντύπωσης που άλλοτε συμπίπτουν και άλλοτε όχι. Συχνά, σε χρόνο μεταγενέστερο συνήθως για το γράφον υποκείμενο, μπορούν να ερμηνευτούν ως μια επιστροφή του απωθημένου και της κατά μέτωπον συνάντησης (και επίθεσης) με το άφατο, το μη αναπαραστάσιμο, που ζητεί μια κάποια “απώθηση, αλλά όχι λήθη” πάντα στο “ίχνος” (trace). Σύμφωνα με τον Ντεριντά, κάτι το ακόμα πιο επώδυνο. Τί υπάρχει εκεί και πώς το διαχειρίζεσαι; Ωστόσο, πάντα βρίσκουμε τρόπους να διαφεύγουμε, να υποκαθιστούμε, να ξεγιελιόμαστε… μπορούμε να κάνουμε και διαφορετικά, άλλωστε; Ίσως και γι’ αυτό να γράφουμε.

Θα ήθελα να επικεντρωθώ σε μία φράση από το Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, η οποία κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης έθελξε το βλέμμα μου, ως το κατ΄ εξοχήν τυφλό, αλλά, ταυτόχρονα, τα πάντα ορών και περικλείον, τρόπον τινά, σημείο της συλλογής πεζών της Αρχοντούλας Διαβάτη. Είναι μία φράση γύρω από την οποία περιστρέφεται εν πολλοίς η ανθρώπινη επιθυμία, η ανάγκη για κουλτούρα και πολιτισμό και κατ’ επέκταση για την ίδια τη ζωή ζωή – τα 2 δύσκολα διαχωρίζονται – αφού παραπέμπει στα παράγωγα της, ένα εκ των οποίων αποτελεί και η πράξη της γραφής. Μιλώ για τη φράση «το τραύμα της γέννησης» που εμφανίζεται στην πρόταση «Συνηθίζουμε σιγά-σιγά το τραύμα της γέννησης…» στο κεφάλαιο με τον Νιτσεϊκά υπαινικτικό τίτλο «Η Αιώνια Επιστροφή», δηλαδή Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, δηλαδή παλίνδρομες διαδρομές – κάθε λογής αφίξεις, αναχωρήσεις, υποχωρήσεις, και επιστροφές, ενίοτε και καταστροφές μέσα στην επανάληψη και στα πρέπει της τετριμμένης καθημερινότητας.

Στο βιβλίο του Το Τραύμα της γέννησης (1924), o Όττο Ρανκ υποστήριξε ότι το ανθρώπινο υποκείμενο αναδύεται μέσα από ένα τραύμα, αυτό της γέννησης του, ένα τραύμα που θα παραμείνει ανοιχτό και ανεπούλωτο και που μέλλει να μεταφέρει στις βιολογικές και ψυχικές αποσκευές του  εφ’ όρου ζωής. Θα καλείται συνεχώς να το απωθεί και να το διαχειρίζεται καθ΄ όλη τη διάρκεια του βίου του και έχει να κάνει,  το τραύμα τούτο, σύμφωνα με τον Ρανκ, με το βίαιο, όσο και αναπόφευκτο, αποχωρισμό του ατόμου από το παρηγορητικό μητρικό σώμα. Από μία πρότερη κατάσταση ευδαιμονίας και απόλυτης αρμονίας σε μια άλλη, επώδυνη, και κάθε άλλο, παρά αρμονική. Αυτή η δεύτερη, που διαρκεί πολύ περισσότερο, απαιτεί στη συνέχεια από το άτομο να επιδοθεί σε μια σειρά ψυχικών επενδύσεων/υποκαταστάσεων εις άγραν μιας φαντασιακής πληρότητας που προσομοιάζει ή προσιδιάζει με εκείνη την αρχική, επενδύοντας πρωτίστως σε πρόσωπα και εν συνεχεία σε αντικείμενα υλικά και πολιτισμικά σε μια προσπάθεια επίτευξης της «Αλυπίας» (τίτλος κεφαλαίου της συλλογής) που ο Πλάτωνας ορίζει, όπως παραθέτει η συγγραφέας, ως την «έξη, τη σταθερή κατάσταση της ψυχής προς αποφυγήν της θλίψης.» Το συνηθίζουμε σιγά-σιγά, αυτό το τραύμα, μας λέει η αφηγήτρια των κειμένων στο κεφάλαιο της συλλογής με τίτλο «Αιώνια Επιστροφή» και το περιποιούμαστε, όπως και όσο μπορούμε, ποικιλοτρόπως. Η γραφή, εν είδει καταγραφής (αλλά όχι μόνο), είναι ένας προσφιλής τρόπος, μια και όσο υπάρχουν λόγια, σύμφωνα με τον Μπέκετ, πρέπει να λέγονται και να γράφονται, καταγράφοντας έτσι τον κατακερματισμένο εαυτό, γιατί πρέπει με κάποιο τρόπο να δικαιολογήσουμε την ύπαρξή μας, να πείσουμε τους εαυτούς μας (και όχι απλά τον εαυτό μας) ότι υπάρχουμε, παρά την αμφιβολία μας περί αυτού, όπως o ιδαλγός και ο Σάντσο Πάντσα, και Ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν του Μπέκετ, καθώς επί ματαίω αναμένουν τη «λυτρωτική» άφιξη του Γκοντό, όπως και ο συνταγματάρχης και η γυναίκα του στο αντίστοιχο κείμενο της συλλογής:

«Τι μπορούμε να κάνουμε αν δεν μπορέσουμε να πουλήσουμε τίποτα; επανέλαβε η γυναίκα. Έχουμε ακόμα σαράντα πέντε μέρες για ν’ αρχίσουμε να το σκεφτόμαστε αυτό, είπε ο συνταγματάρχης. Και στο μεταξύ, τι θα τρώμε; ρώτησε κι άρπαξε τον συνταγματάρχη απ’ το γιακά της φανέλας…Πες μου τι θα τρώμε. Κι εκείνος αγνός, σαφής, ανίκητος, Σκατά, απάντησε» (σελ. 70).

H συλλογή χρονογραφημάτων Φεύγω αλλά θα ξανάρθω της Αρχοντούλας Διαβάτη συνιστά μια σειρά από διαδρομές, καταγραφές, και, εν μέρει, φιλοσοφικούς αναστοχασμούς τριών χρόνων (από το 2011 έως το 14) στην εποχή των θεαματικών, εικονικών και πλασματικών πάντων. Της ψηφιακής ύπαρξης (Οξύμωρον;), του πλασματικού χρέους, (και χρήματος) της πολύ οικείας μας εικονικής και πλέον ασύρματης φιλίας και σχέσεων, της ίδιας της αμφιλεγόμενης και αμφίσημης γλώσσας,  ή άλλως, της πολλαπλά, πλέον, διαμεσολαβημένης πραγματικότητας της εποχής μας, που είναι αυτή της κυριαρχίας του θεάματος, των αντίγραφων (replica) άνευ πρωτοτύπου, του τέλους των μεγάλων αφηγημάτων, αλλά, σύμφωνα με  Jean Baudrillard, και της έντονης επίγνωσης αυτών ως τέτοιων. Ωστόσο, ακόμα και μέσα στην κατακερματισμένη του εμπειρία το ανθρώπινο υποκείμενο, και η λυτρωτική κειμενική του υπόσταση, το εν λόγω αφηγηματικό υποκείμενο δηλαδή, το οποίο εμφορείται από την πρωταρχική εκείνη κινητήριο και πάντα ζωογόνο δύναμη της επιθυμίας για την έστω και στιγμιαία ανάκτηση της προ πολλού χαμένης εκείνης μακαρίας πληρότητας, δεν παραιτείται, αρνούμενο να εγκαταλείψει την ελπίδα του. Η ανθρώπινη κατάσταση, που αναζητά να λύσει το αίνιγμα της ίδιας της ύπαρξης και της βιωμένης εμπειρίας του έχοντας συχνά παραιτηθεί από αυτήν την προσπάθεια, καίτοι συναισθανόμενο τη ματαίωση και το ακατανόητο των πραγμάτων δεν υποκύπτει στη σαγήνη της ρομαντικής ελπίδας,  μιας και τα μοναδικά σημεία αναφοράς, τα μόνα του κλειδιά κατά κάποιον τρόπο, είναι αυτά του χωροχρόνου και της ύλης. Γι’ αυτό και αναφωνεί:

«Να σηκώσουμε το θεαματικό παραπέτασμα που καλύπτει τις αληθινές σχέσεις του κόσμου αυτού, γιατί το θέαμα του κόσμου δεν είναι σύνολο εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση ατόμων που διαμεσολαβείται από τις εικόνες» (σελ. 34).

Αλλά ποιές οι αληθινές σχέσεις, σε ένα σχεδόν εξ΄ ολοκλήρου διαμεσολαβημένο θέαμα του κόσμου μέσα στον οποίο το ανθρώπινο υποκείμενο ορά και οράται διαρκώς? Θα μπορέσουμε ποτέ να φτάσουμε στο βάθος των πραγμάτων/περιστάσεων; Μάλλον όχι, ωστόσο, τα αφηγήματα που επινοούμε, αφηγούμαστε και καταγράφουμε αποτελούν τη μόνη μας καταφυγή, τον προνομιακό εκείνο χώρο μέσω του οποίου επανακατασκευάζουμε το συχνά αμήχανο, ασχημάτιστο, ή εν μέρει σχηματοποιημένο, και πεπερασμένο υπαρξιακό είναι μας. Σε μια τέτοια αναζήτηση του βιωμένου (αλλά όχι απαραίτητα και χαμένου) χρόνου φαίνεται να αφήνεται η συγγραφέας με συχνές διακειμενικές αναφορές σε κείμενα- σταθμούς της δυτικής λογοτεχνικής παράδοσης:

Με άμεσο φόντο και διακείμενο το Σαλονικώτικο αστικό τοπίο με όλα του τα θαύματα και τα τραύματα, τα πολιτιστικά του δρώμενα – με κυρίαρχο αυτό του φεστιβάλ κινηματογράφου – και τα πολιτισμικά του προϊόντα, κυρίως βιβλία, η Διαβάτη επιχειρεί να χρονογραφήσει (τοιχογραφώντας) τη μνήμη, το μεταίσθημα της εμπειρίας, την παρελθούσα, αλλά πάντα παρούσα στιγμή που επανέρχεται μέσα από μια τοιχογραφία/τοπογραφία της γενέτειρας πόλης, που ως άλλη μάνα κι αυτή μας εμπεριέχει βιολογικά, ψυχολογικά, συναισθηματικά, πικοιλοτρόπως διαλεκτικά.

Επιχειρεί να ταξινομήσει τη μνήμη του χρόνου ή το χρόνο της μνήμης και της βιωμένης εμπειρίας του οικείου της «είναι» όπως «τα ποιήματά της εκείνου του καιρού όπου συναντάς σιδερένιες σόμπες, κονδυλοφόρους και πέννες, γαλάζιες κόλλες και ετικέτες, επιστάτριες και σχολικά κουδούνια με γλωσσίδι» κι όπως «εκείνα τα μικρά πλεχτά ζακετάκια και σαλοπέτ, τα σεντόνια με παπιά και αρκουδάκια» των παιδιών που μεγάλωσαν και ταξιδεύουν στα δικά τους πλέον νερά. Ξεκινά, λοιπόν, με ένα κείμενο για τον εικονικό κόσμο, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα και τον γνώριμό μας πραγματικό. Αναπολεί και σχολιάζει πράγματα και καταστάσεις εντελώς πραγματικά και χειροπιαστά όπως είναι η μοναξιά, ο πόνος, η αγάπη, η ματαίωση, η απώλεια, η ιαματική ενασχόληση με την τέχνη, με πλήθος αναφορών σε βιβλία, ταινίες και άλλα πολιτιστικά παράγωγα κι αυτό είναι ελκυστικό, ιδιαίτερα για εκείνη τη μερίδα αναγνωστριών και αναγνωστών που έχουν τη Σαλονίκη ως γενέτειρα μάνα-πόλη. Κινείται συχνά μέσα στο μυστήριο του βλέμματος των ατόμων και των πραγμάτων στους κατοπτρισμούς ενός απογεματινού Σαλονικιώτικου ηλιοβασιλέματος, στην αγαπημένη (μας) θάλασσα του Θερμαϊκού, που άλλοτε αναδύεται διαυγής, ακύμαντη, καθάρια κι απαστράπτουσα κι άλλοτε βρίθει σκουπιδιών και ακαθορίστων άλλων ρύπων ως «πηχτός χυλός παχύς και δύσοσμος», κατά πώς φυσάει ο άνεμος κάθε φορά δηλαδή. Ευαισθητοποιείται στο τυχαίο άκουσμα του ακορντεόν και στις διάφορες άλλες μουσικές των πλανόδιων σε γνωστά σημεία του κέντρου της πόλης, όπως και στα ενσώματα διαφημιστικά τεχνάσματα του καταναλωτικού κέντρου, που αν και διατελεί εν μέσω κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, είναι φανερό ότι στους κόλπους του δεν είναι όλοι φτωχοί. Υπάρχει μια οικειότητα για τα γραφόμενα που την αισθάνεται ο αναγνώστης/τρια (ειδικά αυτός/ή που ζει στη Θεσσαλονίκη) γιατί η συγγραφέας δεν γράφει ερήμην της φασαρίας κάτω στο δρόμο. Τα κείμενα είναι σαν δρόμος διπλής κυκλοφορίας, θέλω να πω, ότι υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση του προβληματισμού, της γλώσσας, της μνήμης. Η ανάγκη για έκφραση ανατροφοδοτείται από την σαγήνη που ασκεί πάνω της η τέχνη της ζωής, αλλά και η ζωή της τέχνης, ακόμα και η ετεροτοπία, ο μικρόκοσμος ενός νοσοκομείου, καθώς  το ανήσυχο βλέμμα της, που γίνεται αφορμή για την εκκίνηση της γραφής, επιστρέφεται στον αναγνώστη φιλτραρισμένο μέσα από τη γλώσσα που  μας το κοινωνεί το ανοικειώνοντάς το.

Η συγγραφέας, ωστόσο, δεν κρύβεται πίσω απ’ τις λέξεις της. Παίρνει θέση άλλοτε αγγίζοντας με τρυφερότητα και άλλοτε με σκεπτικισμό και γόνιμη αμφιβολία τον περιβάλλοντα χώρο, τις σχέσεις και τις διάφορες ψυχικές επενδύσεις σε πράγματα και πρόσωπα.

«Το σύμπαν των αντιθέσεων είναι άσχημο, θέλω αποχρώσεις» (δηλαδή υποκατάστατα) παραθέτει τη ρήση του Νίτσε στη σελ. 42 και αυτές πάντα υπάρχουν, αν το καταγράφον βλέμμα είναι όχι μόνο διεισδυτικό, αλλά και λοξά ανοιχτό στο τυχαίο, στο φαινομενικά ασήμαντο, αλλά συχνά μυστηριώδες και αποπλανητικό (και παραπλανητικό) θέαμα του κόσμου που μας περιβάλλει, μας βλέπει, ενίοτε κατασκοπεύοντάς μας. Κι εμείς, ως γνήσια σάρκα από τη σάρκα του ανταποδίδουμε το βλέμμα αυτό, ως αρμόζει.

Μια από τις πιο ισχυρές μας άμυνες απέναντι στο ακατανόητο μυστήριο της ύπαρξής μας είναι η ανάγκη – και η απόλαυση – της συν-δημιουργίας του κειμένου και της φόρμας του, μια και αενάως ερχόμαστε σ΄ επαφή, είτε εικονικώς είτε δια ζώσης, με διαφορετικές ιδέες, αξίες, έννοιες, ιδεολογίες. Αποδεχόμενοι το τραγικό, αλλά όχι απαραίτητα θλιβερό στοιχείο της ύπαρξής μας συμπλέουμε σώματι και πνεύματι (αν αυτά τα δύο ποτέ διαχωρίζονται) στο θέαμα και στο βίωμα του κόσμου στο «υπάρχειν» του κατά το Χάιντεγκερ.

Η ζωή, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι διαμεσολαβείται από τη γλώσσα και τα τερτίπια της, είναι από μόνη της μία περίσσεια, που πάντα θα διαφεύγει της δεύτερης ως ενσώματη κατάσταση και οντότητα, αλλά που συνεχώς διατηρεί τη διαλεκτική της σχέση με το μέσο της αναπαράστασής της. Όλα λοιπόν είναι εδώ στο βιβλίο της Διαβάτη και μας προκαλούν να τα αφουγκραστούμε: «Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις, οι νέες τεχνολογίες, το όνειρο, ο φόβος του θανάτου και η αγάπη, είναι όλα εδώ. Αγκαλιάζουν ασφυκτικά την καθημερινότητα… και σώζουν μερικές φορές ή επιτρέπουν τη σωτηρία, φτάνει να ωριμάσουν οι ήρωες και να φωτιστούν, φτάνοντας στην αυτοσυνειδησία» (σελ. 61). Αλλά ποια αυτοσυνειδησία;

 

INFO: Αρχοντούλας Διαβάτη. Φεύγω Αλλά θα Ξανάρθω (Νησίδες, 2014. Σελ. 110)

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here