Αριστοτέλους Βιβλιοθήκη

0
503

Βασίλειος Μπετσάκος.

 

Ήταν  ο  Αριστοτέλης  ο  πρώτος  άνθρωπος  για  τον  οποίο  βάσιμα υποθέτουμε     ότι     διέθετε     προσωπική    βιβλιοθήκη     και     εργαζόταν  επιστημονικά μελετώντας τα αγαπημένα του βιβλία; Όσο κι αν η φύση αντίστοιχων ερωτημάτων δεν επιτρέπει ασφαλείς απαντήσεις, όσο κι αν η αναζήτηση του πρώτου βιβλιόφιλου ιδιωτικών βιβλίων είναι μία, ούτως ειπείν,    υπερφιλόδοξη    ερευνητική    επιλογή,    μπορούμε    μάλλον    να απαντήσουμε θετικά: Πιθανότατα ναι! Οι γνώσεις μας για την εκδοτική και την κυκλοφορία των βιβλίων την εποχή    του    Πλάτωνα   και    του    Αριστοτέλη,   τον    4ο        αι.    π.Χ.,   είναι περιορισμένες. Ο Κ. Στάικος σε μία άλλη ομόθεμη και πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του (Ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Πλάτωνα καὶ τῆς Ἀκαδημίας, εκδ. ΑΣΩΝ, Αθήνα    2015)   παρέχει    αρκετές   πληροφορίες   που    συγκλίνουν   στην πιθανότητα  να  μην  ήταν  το  βιβλίο  είδος  τόσο  σπάνιο  όσο  συνήθως λέγεται. Όπως και να έχει, η πλατωνική Ακαδημία ασφαλώς διέθετε μια βιβλιοθήκη    με    ικανό    αριθμό    βιβλίων    (και    επ’    αυτού    ο   Στάικος συγκεντρώνει  ικανά  τεκμήρια).  Και  ανάμεσά  τους  θα  διέκρινε  κανείς εύκολα τους περίφημους πλατωνικούς διαλόγους. Αυτά είναι τα βιβλία – έντεχνες αναπαραστάσεις λόγου προφορικού- που κυρίως θα αναγίνωσκε εις  επήκοον  όλων  των  μελών  του  κοινοβίου  ο  ἀναγνώστης,  ο  δούλος δηλαδή που, ασκημένος επί τούτου, είχε επιφορτιστεί με το παιδευτικό αυτό έργο. Ἀναγνώστην, όμως περιπαικτικά αποκαλούσε ο Πλάτων τον νεαρό   Αριστοτέλη,   που    είχε   φτάσει   δεκαεπτάχρονος   στην    Αθήνα, αφήνοντας το ασήμαντο χωριό του, τα Στάγ(ε)ιρα της Χαλκιδικής, για να σπουδάσει στην Ακαδημία, μία (όχι την πιο φημισμένη) από τις αθηναϊκές σχολές. Γιατί ἀναγνώστης ο Αριστοτέλης; Προφανώς ο μαθητής της Ακαδημίας, και    κατόπιν    δάσκαλος    σ’    αυτήν,    δεν    αρκούνταν    στις    δημόσιες αναγνώσεις.  Μελετούσε  κατ’  ιδίαν.  Ακόμα  κι  αν  αυτό  απαιτούσε  την απουσία του από τα μαθήματα! Προς μεγάλη βεβαίως απογοήτευση του Πλάτωνα, που δυσανασχετούσε και δεν ήθελε να διδάσκει σε μία τάξη από  την  οποία  απουσίαζε  ο  αγαπημένος  του  μαθητής,  ο  Νοῦς·  άλλο πλατωνικό προσωνύμιο  για  τον  Αριστοτέλη,  αρκούντως  ενδεικτικό  και αυτό.

Οι ανεκδοτολογικές αυτές μαρτυρίες –όσο αμφίβολες στη γνησιότητα, τόσο αληθινές στην ουσία του μηνύματός τους- δεν θα μας ήταν βέβαια αρκετές για να δώσουμε τη θετική απάντηση στο αρχικό ερώτημα για την προσωπική βιβλιοθήκη του σοφού Αριστοτέλη. Υπεραρκούν  για να μας πείσουν επ’ αυτού οι πάμπολλες και διεξοδικές αναφορές του φιλοσόφου σε  διδασκαλίες,  θέσεις  και  επιχειρήματα  που  είχαν  υποστηρίξει  σε ποικίλα  έργα  τους  τόσοι  και  τόσοι  προκάτοχοί  του  στην  εναγώνια αναζήτηση της αλήθειας, τόσοι και τόσοι φίλοι της σοφίας. Είναι, μάλιστα, τέτοια η ακρίβεια των αναφορών του Αριστοτέλη σε αυτούς, ώστε σε πολλές περιπτώσεις μιλούμε άνετα για παραθέματα, για αυτούσια αποσπάσματα από έργα διαφόρων προσωκρατικών φιλοσόφων. Μόνο  αν  κάποιος  είχε  μπροστά  του  βιβλία  ανοικτά,  βιβλία  καλώς μελετημένα, θα μπορούσε να παραθέσει τα συγκεκριμένα αποσπάσματα. Και, έτσι, είμαστε διπλά τυχεροί: Πρώτον, διότι έχουμε στη διάθεσή μας   την   οξυδερκώς    κριτική   στάση   του   Αριστοτέλη   απέναντι   στις διδασκαλίες των προκατόχων του. Δεύτερον, διότι τα παραθέματά του είναι οι μοναδικές (και συχνά διασταυρωμένα τεκμηριωμένες) πηγές και γνώσεις μας για πλείστα όσα έργα μάλλον οριστικά χαμένα για εμάς σήμερα. Στ’ αλήθεια ο Σταγειρίτης είναι, εκτός όλων των άλλων, και ο πρώτος ιστορικός της φιλοσοφίας –ένας βιβλιόφιλος ιστορικός και μελετητής. Με τον δικό του, ασφαλώς, τρόπο και τη δική του κεντρική στόχευση: μέσα από μια αποστασιοποιημένη κριτική να αναδειχτεί σε κάθε περίπτωση η προσωπική του –απορητική όσο και συνεκτική- φιλοσοφική θεώρηση.

 

Για όλα αυτά και άλλα εξίσου ενδιαφέροντα και άκρως διδακτικά μάς ενημερώνει με τη μέγιστη ακρίβεια το πολύμοχθο πόνημα του Κ. Στάικου, ριστοτέλους      Βιβλιοθήκη.     Ο      Στάικος     είναι      ένας     παγκοσμίως καταξιωμένος ιστορικός των βιβλιοθηκών και  του βιβλίου. Οι σχετικές ξενόγλωσσες   μελέτες    του    έχουν    τύχει    ευρείας    αναγνώρισης    σε ακαδημαϊκά (και μη) περιβάλλοντα πολύ πέραν των ελληνικών συνόρων. Με την έγκριτη και δοκιμασμένη του σκευή ανέλαβε ο Κ. Στάικος και το δυσχερές έργο της ανασύστασης της βιβλιοθήκης του Αριστοτέλη. Στο εγχείρημα  είναι  πρωτότυπο  και  η  απόπειρά  του  δεν  μπορεί  παρά  να χαρακτηριστεί ως έμπνευση δημιουργική. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα στην  απίστευτη  (και  εισέτι  αστείρευτη)  πληθώρα  της  αριστοτελικής βιβλιογραφίας δεν υπάρχει απολύτως αντίστοιχο έργο. Αλλά ας δούμε λίγο πιο οργανωμένα το περιεχόμενο της Ἀριστοτέλους Βιβλιοθήκης.

Ο συγγραφέας του βιβλίου αναρωτιέται και ερευνά: κατ’ αρχάς από ποιες  κατηγορίες  βιβλίων  απαρτιζόταν  η  συλλογή  των  βιβλίων  του Αριστοτέλη; Και, κατά προέκταση, ποια ακριβώς ήταν αυτά τα βιβλία; Η απάντηση προϋποθέτει μια προσεκτική βιογράφηση του φιλοσόφου, την οποία ο Στάικος φροντίζει να μας παράσχει. Βασίζεται επ’ αυτού σε έγκριτες πηγές τόσο πρωτογενείς (αρχαίοι Βίοι του Αριστοτέλη), όσο και δευτερογενείς   (σύγχρονοι   αριστοτελιστές   που   έχουν   με   τη   δέουσα ακρίβεια εντρυφήσει στο θέμα). Οι δύο μεγάλες κατηγορίες βιβλίων στα οποία αναφέρεται ο Στάικος είναι προφανείς: α) Σα συγγράμματα του ίδιου του Αριστοτέλη, και β)συγγράμματα  άλλων  συγγραφέων  τα  οποία  γνωρίζει,  μελετά  ή  και παραθέτει (και ενδεχομένως κατέχει) ο φιλόσοφος.

Για τα πρώτα οφείλω να πω ότι ο Αριστοτέλης τιμά, τρόπον τινά, τα πονήματά    του:   αναφέρεται    μέσα    στις   πραγματείες   του   σε    αυτά,παραπέμπει κάποιες φορές τον αναγνώστη σε συγκεκριμένες θεματικές που έχουν αναπτυχθεί αλλού, ανακοινώνει εκ των προτέρων ζητήματα που  θα θίξει  διεξοδικότερα  αλλού.  Και πρέπει  ακόμη  να  τονίσω  ότι ο ακάματος φιλόσοφος-επιστήμονας έχει συνολική εποπτεία του τεράστιου ερευνητικού  υλικού  που  συστήνουν  οι  πραγματείες  του.  Η  εποπτεία, μάλιστα, αυτή μοιάζει να συγκροτείται σε προγραμματικό σχέδιο ευρέος βεληνεκούς. Παράλληλα, η συγκεκριμένη εποπτεία αναδομείται διαρκώς μέσα  από  την  πληθωρική  διδακτική  δράση  του  Αριστοτέλη,  ο  οποίος παρέμεινε   σε   όλη   του   τη   ζωή   ενεργός,   και   μάλλον   παθιασμένος, δάσκαλος.

Όλα αυτά όμως απαιτούν τη διαρκή παρουσία των βιβλίων του: δίπλα του, σε επιλεκτική και άμεση ευχέρεια. Αν αναλογιστούμε τον όγκο της αριστοτελικής   έρευνας,  αλλά   και   τον   αντίστοιχο   όγκο   κυλινδρικών παπύρων   που   την    περικλείουν,   θέτουμε   -απλώς   και   μόνο    με    τα αριστοτελικά     έργα-     απαιτήσεις     βιβλιοθηκονομικής      τάξεως     στη λειτουργική συγκρότηση της συλλογής του!

 

Σο  μέγεθος  του  προβλήματος  αντανακλούν  οι  ουκ  ολίγοι  αρχαίοι Κατάλογοι έργων του Αριστοτέλη. Αν συνυπολογίσουμε:    Πρώτον, το πλήθος των έργων που αυτοί οι κατάλογοι αποδίδουν στον φιλόσοφο, πλήθος της τάξεως των εκατοντάδων «τίτλων». Δεύτερον, το γεγονός ότι τα αρχαία συγγράμματα δεν έφεραν ποτέ (επίσημους) τίτλους, και ατύπως ή, καλύτερα, κατά το δοκούν βάσει του περιεχομένου τους, τιτλοφορούνταν από τους αναγνώστες τους ως σύνολα πολλαπλών τόμων (εκ του τέμνω<) ή διακριτά βιβλία. Τρίτον,  την  πολύκλωνη,  πολύπλοκη  και  διαπλεκόμενη  κειμενική παράδοση των συγκεκριμένων Καταλόγων όπως έφτασαν σήμερα στα χέρια μας. Τέταρτον, την ήδη αρχαία διάκριση των αριστοτελικών έργων σε εκδεδομένα και διδακτικά-ακροα(μα)τικά (διάκριση στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω),

έχουμε μπροστά μας ένα σχεδόν (και) κομπιουτερικής υφής πρόβλημα:πόσα και ποια έργα έγραψε, τελοσπάντων, ο χαλκέντερος Αριστοτέλης; Ο Στάικος  δεν  διστάζει  να  αναμετρηθεί  με  το  πρόβλημα,  ακουμπώντας βέβαια  στα  πορίσματα  των  εγκυρότερων  διαχρονικά  μελετητών  του Σταγειρίτη.

Ευτυχώς,  που  μολονότι  δεν  είμαστε  σε  θέση  να  απαντήσουμε  με ακρίβεια  στο   πρόβλημα,  μπορούμε  να  πούμε  ότι  την  αριστοτελική διδασκαλία  τη  διαθέτουμε  σχεδόν  στην  πληρότητά  της,  με  εξαιρετική μάλιστα βεβαιότητα για τη γνησιότητά της. Κι αυτό γιατί διαθέτουμε το περίφημο   αριστοτελικό   corpus:   το   μέγα   σύνολο   των   διδακτικών   ή ακροα(μα)τικών συγγραμμάτων του φιλοσόφου. Ο Στάικος παρέχει όλες τις  απαραίτητες  διευκρινίσεις:  είναι  τα  έργα  που  ο  Αριστοτέλης  δεν δημοσίευσε    ποτέ,    επιφυλάσσοντας    στον    δάσκαλο    εαυτό    του    τη δυνατότητα  να  τα  εμπλουτίζει  και  να  τα  τροποποιεί  διά  βίου.  Είναι, συγχρόνως το υλικό που κληροδότησε άμεσα στον αγαπημένο μαθητή του, τον Θεόφραστο, και έμμεσα σε όλους τους μαθητές του ανά τους αιώνες, ο πυρήνας της βιβλιοθήκης του! Το πώς έφτασε στα χέρια μας το άκρως πολύτιμο (και καθοριστικό για τον δυτικό πολιτισμό) αυτό υλικό, συνιστά  αφ’  εαυτού  ένα  οιονεί μυθιστόρημα,  το  οποίο  ο  Στάικος  μάς αφηγείται  ισορροπώντας  ανάμεσα  στην  επιστημονική  ακρίβεια  και  τη λογοτεχνική ηδονή. Δεν θα  μπω στον πειρασμό να αναδιηγηθώ την όμορφη αυτή ιστορία,στην οποία εμπλέκονται διάσημοι και άσημοι φιλόσοφοι, αλεξανδρινοί κυνηγοί βιβλίων, ρωμαίοι αυτοκράτορες και αυλικοί. Θα πρέπει, όμως, να επισημάνω    ότι    ο    συγγραφέας   της    Ἀριστοτέλους    Βιβλιοθήκης   δεν παραλείπει να αφιερώσει ειδικό κεφάλαιο στο καίριο ζητούμενο: πότε και από ποιους εκδόθηκε το corpus, και το έχουμε εμείς σήμερα στην κανονική πλέον και ως εκ τούτου  σταθερή μορφή του; Οφείλουμε, λοιπόν, στον εγκρατή  γραμματικό  Ανδρόνικο  τον  Ρόδιο  και  το  μεγάλο  φιλολογικό επιτελείο του την έκδοση (ό,τι κι αν σημαίνει αυτή η λέξη κατά τον 1ο  αι. π.Χ.)    και    κατά    συνέπεια    τη    διάσωση    περίφημων    αριστοτελικών πραγματειών  όπως  οι  Κατηγορίαι,  τα  Φυσικά,  τα  Μετὰ  τὰ  Φυσικά,  η Ῥητορική,  η  Ποιητική,  τα  διάφορα  φυσιογνωστικά-βιολογικά  έργα  και πολλά άλλα. Πρόκειται, βέβαια, για έργα που συναντώνται διαχρονικά σε κομβικά σημεία των δαιδαλώδων λαβυρίνθων της ανθρώπινης διανόησης. Και,   όπως,   τονίζει    ο   Στάικος,    είναι   καθοριστική    η    συμβολή    του Ανδρόνικου  στην  έγκυρη  παράδοση  του  αριστοτελικού  λόγου  στους μελετητές του ανά τους αιώνες. Νομίζω πως επιβάλλεται στο σημείο αυτό μια (αριστοτελικού στυλ!) ανα-μέτρηση   των   κατηγοριών   βιβλίων   του   Αριστοτέλη   στις   οποίες αναφερθήκαμε (και δεν αναφερθήκαμε). Από τα συγγράμματα του ιδίου καλύφθηκε     το     θέμα     των     ανέκδοτων     έργων    του,     αυτών     που συναποτέλεσαν το corpus. Εκκρεμεί μια αναφορά στα εκδεδομένα έργα του. Για τα μη δικά του συγγράμματα εκκρεμεί μια υποκατηγοροποίηση. Ο  Στάικος  καλύπτει  με  πληρότητα  και  την  πρώτη  και  τη  δεύτερη εκκρεμότητα.   σχολιάζει   όσα   έργα   τόλμησε   να   εκδώσει   εν   ζωή   ο Αριστοτέλης (π.χ. πλατωνικού τύπου διαλόγους, ένα ποίημα υμνητικού χαρακτήρα   για   την   αρετή,   και   λίγα   ακόμη).   Για   τα   έργα   τρίτων συγγραφέων ο Στάικος αποτολμά ενδιαφέρουσες υποθέσεις εργασίας: ο Αριστοτέλης διαθέτει κληρονομικώ δικαίω ένα σύνολο ιατρικών βιβλίων, των  πρώτων  επιστημονικών  βιβλίων  της  ανθρωπότητας.  Επίσης,  ένα σώμα     πλατωνικών     διαλόγων     και     μια     πλειάδα     προσωκρατικών συγγραμμάτων περὶ φύσεως: έργα π.χ. του Ηράκλειτου, του Παρμενίδη, του Δημόκριτου, του Αναξαγόρα, του Μελίσσου και πάμπολων άλλων. Δεν μπορεί να λείπει από τη βιβλιοθήκη του ο Όμηρος, πόσο μάλλον όταν τόλμησε να προχωρήσει ο ίδιος σε καινούργια έκδοση της Ιλιάδας, για να τη διδάξει στον Αλέξανδρο. Θα τολμούσα να πω με μια δόση υπερβολής ότι οι πίνακες αρχαίων συγγραφέων και έργων που παραθέτει στο τέλος της  Ἀριστοτέλους  Βιβλιοθήκης  ο  Στάικος  (για  να  διευκολύνει,  όπως συνηθίζεται, τον αναγνώστη του), λειτουργούν στο δικό του βιβλίο και ως λημματογραφικοί κατάλογοι (καρτέλες!) της βιβλιοθήκης του ίδιου του Αριστοτέλη. Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο συγγραφέας προσεγγίζει τον στόχο του: την ανασύσταση μιας συλλογής βιβλίων, για την ακρίβεια της Σπουδαιότερης Συλλογής  Βιβλίων  Που  Συγκροτήθηκε  Ποτέ,  κατά  τον  υπότιτλο  που επιλέγει ο Κων/νος Στάικος για τη μελέτη του. Μπορεί ο στόχος αυτός να είναι στην πληρότητά του ανέφικτος, αλλά το πλήθος των πληροφοριών για τις οποίες ενημερώνεται ο αναγνώστης της Βιβλιοθήκης καταξιώνει απολύτως τη συγκεκριμένη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here