Από το Άουσβιτς στη Λαμπεντούζα

0
78

Του Πέτρου Γκολίτση.

 

Στο 12ο ποιητικό του βιβλίο (Δύσκολο, εκδ. Νεφέλη, 2014) ο γνωστός Θεσσαλονικιός ποιητής Σταύρος Ζαφειρίου, έρχεται για μία ακόμη φορά, «με λόγο δύσκολο και με ρυθμό σπασμένο», να μετασχηματίσει την ιστορία −και ιδίως τα εγκλήματά της− σε ποίηση. Κινούμενος από το εγκληματικά αξεπέραστο Άουσβιτς στα υπερπλήρη νεκροταφεία και στους πνιγμένους της Λαμπεντούζα της Σικελίας, με ορμή και λόγο βιβλικό και κάποτε προλογικό, ενοχικός και συνάμα προεξοφλώντας το αδύνατο της όποιας λύτρωσης, ταυτίζεται −με μια πρωτόγνωρη θα λέγαμε ενσυναίσθηση− με τον εγκλωβισμό του πάσχοντος όντος. Κινούμενος πλάι στα «παραχωμένα οστά σε ασβεστωμένους λάκκους» και αδυνατώντας να περιγράψει τον καιρό του «ανοίκειου», δηλ. «τον καιρό του φοβισμένου ματιού», κατεβαίνει στον τόπο και στον «καιρό» μιας «νέας ενοχής».

Πολεοδομώντας τη φρίκη, χτίζει μια πολιτεία εγκλημάτων. Περιηγείται εκεί, με τρόπο «αστικό», στην ιστορία, επιλέγοντας να φασματοσκοπήσει όχι τα πρόσωπα και τα πράγματα αλλά τα ίδια τα εγκλήματα. Ένας ποιητικός μετασχηματισμός που φαντάζει πολύ δύσκολος −στην ουσία σχεδόν ακατόρθωτος−, δεδομένης πάντοτε της ρήσης του Αντόρνο ότι δεν γίνεται να γραφτεί ποίηση μετά το Άουσβιτς. Πόσο μάλλον με θέμα το Άουσβιτς ή τα πνιγμένα παιδιά της μεσογείου. Ο ποιητής μας λοιπόν, κάτοικος την ελληνικής πόλης των φαντασμάτων (Θεσσαλονίκης, βλ. The City of Ghosts του M. Mazower) τολμά να αναμετρηθεί με τη λογοτεχνική παράδοση –ενδεικτικά του ποιητή Πάουλ Τσέλαν και του πεζογράφου Πρίμο Λέβι– και κατορθώνει να μας δώσει μια ποίηση όχι απλά ιδιότυπη και χαρακτηριστική, αλλά με μια, θα λέγαμε, νέα ένταση που υποσκάπτει την όποια «προσδοκία» και απαιτώντας αξιωματικά και δικαιωματικά μια μετατόπιση προς έναν νέο ποιητικό χώρο.

Το ζητούμενο λοιπόν προτού ανιχνεύσουμε την ιδιότυπη ποιητική περιοχή του Ζαφειρίου −η οποία και δημιουργείται από τη σύμπτωση μιας ιδιοσυγκρασίας και μιας συνείδησης με τις συνθήκες του απόηχου των πρωτόγνωρων ιστορικών και διαρκώς ανανεωνόμενων εγκλημάτων− είναι να ερμηνεύσουμε τον εικαστικό, βιβλικό και συμβολικό χαρακτήρα της γλώσσας του, ο οποίος είναι και το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ποιητικής στάσης απέναντι στην ιστορία, στον εαυτό ως υποκείμενο και στην ποιητική πράξη εν γένει.

Προτού το κάνουμε όμως αυτό να σημειώσουμε πως ο Ζαφειρίου ανήκει στην χορεία των ποιητών που ορίζουν μια ποιητική χώρα που προηγουμένως φαίνεται να μην υπήρχε. Αν ο Καρυωτάκης, παραδείγματος χάριν, ανοίγει μια περιοχή στον μεσοπόλεμο όπου λειτούργησε με τρόπο νέο ο ποιητικός μας λόγος −στο πλαίσιο ενός spleen−, κι αν η «γενιά» του ’30 έφερε τον μοντερνισμό στην χώρα μας και τον οδήγησε σε μια νέα ακμή, κι αν τέλος ο μεταπολεμικός παραλογισμός μεταποιήθηκε σε τέχνη μοναδική στην περίπτωση τουλάχιστον του μοναχικού «εξπρεσιονιστή» Σαχτούρη (κι έως ενός σημείου στον  παραδοξογράφο Ε.Χ. Γονατά και σε άλλους μετα-υπερρεαλιστές), τότε ο Ζαφειρίου ανήκει στην χορεία αυτών που αντί να πάρουν τον δρόμο του υπερ- και του μετά-μοντέρνου, επέλεξε να απομακρυνθεί −κάνοντας zoom out− και να δει τον 20ο αιώνα και τα πεπραγμένα του από ψηλά, αλλά και ψηλαφώντας τα φανταστικά, κρατώντας ταυτόχρονα τις αντένες του ανοιχτές και ευερέθιστες στην εποχής μας (βλ. ενδεικτικά τους πνιγμένους της Λαμπεντούζα). Στοχεύοντας πάντοτε σ’ έναν ουσιαστικό ποιητικό μετασχηματισμό της ποιητικής και ιστορικής ύλης.

Η ποιητική ανθρωπολογία και ιστοριογραφία του λοιπόν είναι πολυεπίπεδη και προοπτική, αντωνυμική και ανώνυμη, προσωπική και απρόσωπη, ιστορική και «ανιστόρητη» και τέλος ρεαλιστική και φασματική. Αν μάλιστα ο ποιητής Σαχτούρης, κατά τον Μαρωνίτη, κυκλοφορεί κατακόρυφα, τρυπώντας τά παράλληλα προοπτικά επίπεδα του χώρου, ο Ζαφειρίου φαίνεται να περιφέρεται στο σημείο τομής των αστικών και των   ιστορικών χώρων, και να εγκλωβίζεται ασφυκτιώντας μεταξύ των τόπων περιώνυμων «αδικημάτων» και των δωματίων της περισυλλογής και της ενοχής, καταμετρώντας και παλεύοντας έως τέλους με τις τύψεις και με το αδύνατο της συνέχισης τελικά της ύπαρξης με τέτοιο βάρος.

Η ποιητική του συναντά επομένως την ιστορική ναυτία των ανοιχτών –μπροστά στο έγκλημα− συνειδήσεων, κινούμενη παράλληλα εντός του ηθικού, και με έναν ασυνεχή και οδυνηρό διάλογο (κυρίως με την ιστορία) κατορθώνει να φασματοποιήσει και να φασματοσκοπήσει την πραγματικότητα αλλά και να πριονίσει το κακό στα πόδια του και να δυναμιτίσει τα θεμέλια του όποιου κοινωνικού μας εφησυχασμού. Ο ποιητής «απελπισμένος» που βρίσκεται εντός του ιστορικού χρόνου, καίγεται σε πρώτο χρόνο από τον πυρετό της ιστορίας και σε δεύτερο χρόνο ψυχρά μετα-ποιεί, αποκλείοντας την όποια έξοδο και αδυνατώντας να επωμιστεί εν θερμώ τον ρόλο του «καταγραφέα». Ένας πυρετός που μεταφέρεται σχεδόν «αυτούσιος» και ετεροχρονισμένος μες στο ποιητικό σώμα, το οποίο και πονά αγγίζοντας υψηλές πραγματικά θερμοκρασίες. Θερμοκρασίες  που μεταφέρονται μέσω του χαρτιού στα δάχτυλα του αναγνώστη, και μέσω της ανάσας και της φωνής του ποιητή στο αυτί του ακροατή.

Ως ποιητής-μάρτυρας κι ως μεταμορφωτής ο Ζαφειρίου, μετέχει τελικά μέσω ενός θρησκευτικο-ποιητικού συμβολισμού στην ίδια την πράξη της «μεταμόρφωσης,» περνώντας από την γέννηση και τη σταύρωση του σώματος (ατομικού, συλλογικού και ιστορικού), χωρίς όμως να φτάνει στην υπόσχεση της αλλαγής και αποκλείοντας συνάμα την όποια εξιλέωση και την ανάσταση. Πονώντας διαρκώς και παραμένοντας  σε κατάσταση απόγνωσης, αδυνατεί να ξεπεράσει το φάσμα του θανάτου και τα εκατομμύρια των νεκρών της ιστορίας, και παραμένει έως τέλους φαγωμένος, νιώθοντας την βαριά ενοχή μέσα στα σπαραγμένα σωθικά του, την οποία όμως ενίοτε ελαφρύνει με μια διακριτή, δική του ειρωνεία και με κάποιον βαθμό αυτοσαρκασμού. Κι αν ένας άλλος σπουδαίος Θεσσαλονικιός, ο Τάσος Φάλκος, μας λέει «και που ακούστηκε ότι αρκεί η αθωότητα για να ‘σαι αθώος», αντίστοιχα ο Ζαφειρίου μιλά ποιητικά εναντίον «αυτών που υπερασπίζονται την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους».

Πρόκειται τελικά για μια ποιητική φωνή που υπονομεύει την όποια αντιπροσωπευτική αξία του προσώπου, που πεζολογεί σε σημεία προκλητικά προσθέτοντας μέχρι και εξισώσεις και γεωμετρία, κοινωνιολογώντας ενίοτε και καλώντας κατά βάθος προς μια ανατροπή της κοινωνικής και ιστορικής τάξης προετοιμάζοντας ή και δείχνοντας προς την αταξική ισότητα, την οποία ωστόσο αποκλείει προεξοφλώντας τα επικείμενα και αενάως αναπαραγόμενα εγκλήματα. Το κυρίως ζητούμενο βέβαια είναι να μπει ο αναγνώστης μέσα σε αυτό το σύστημα της ποιητικής εξιστόρησης −κάτι που συμβαίνει αν αφεθεί στον ρυθμό και στον τόνο της ιδιαίτερης αυτής αφήγησης–  προκείμενου να περάσει στην αναγνώριση και να βρεθεί στον τόπο της αυτογνωσίας και της ενοχής.

 

ΙΙ

Στο δεύτερο αυτό μέρος, θα σταθούμε σε συγκεκριμένα σημεία των ποιημάτων αφού όμως επαναλάβουμε πως ο ποιητής φαίνεται να παλεύει με τους όρους ενός προ-ποιητικού εμπειρικού πεδίου, σε δύσκολους πραγματικά καιρούς και απορροφώντας δύσκολες εμπειρίες, περνώντας τελικά στο χαρτί την ποιητική του αντίληψη που βρίσκεται σε διαρκή ανταπόκριση με τις εξελισσόμενες πάντοτε ιστορικές συνθήκες. Σκεπτόμενος μάλιστα τόσο την ποιητική πράξη όσο και την απεύθυνση στον άλλον, επιλέγει να κινηθεί εντός μιας ποίησης που φαίνεται να λειτουργεί ως ένας εκ των υστέρων μεταμορφωτικός μηχανισμός. Διαβάζουμε ενδεικτικά, αφού προηγουμένως διευκρινιστεί από τον ποιητή «Τι ασυνάρτητη εκδοχή η εξιστόρηση», πως:

 

δύσκολο πιά ν’ αγωνιάς για τ’ ολομόναχο

ή να εξαντλείς συνειδητά το ασυνείδητό σου –αυτό το αδέσποτο που δένει

τις πληγές του με τον επίδεσμο των αλληγοριών.

[…] Κι εσείς ιππεύοντας τα ξύλινα αλογάκια σας στον βαλτωμένο ιππόδρομο

του έθνους.

 

Με τόσες βεβαιότητες και υπολογισμούς στην υποθηκευμένη αυτή πραγματικότητα,

έχοντας ήδη κατοχυρωμένο το σκοτάδι στ’ όνομά σας,

δεν πρόκειται –πώς θα μπορούσε άλλωστε– να νιώσετε ποτέ

ότι ανάμεσα εωθινού και απόδειπνου του θάμβους

μονάχα η στάχτη δεν μπορεί να στήσει σκαλοπάτια∙

 

δεν πρόκειται να καταλάβετε ποτέ πώς κι αν υποδυθείτε όλους τους ρόλους

πάντα θα υπάρχει στην ορχήστρα ένας τυφλός να σέρνει πλάι σας το σάπιο

του ποδάρι.

(«V», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)

 

Κι αφού πρώτα κατακρίνει το «μετα-μοντέρνο» μιας εποχής, λέγοντας:

 

Κάποτε πρέπει επιτέλους να ξεμπλέξουμε με τους διαφωρισμούς και με τις μετα-νεοτερικές τους περπατούρες.

Και πιο πολύ με αυτούς τους εκδορείς του υποκειμένου,

που γδέρνουν τον μοντερνισμό σαν σφάγιο κρεμασμένο στο τσιγκέλι.

 

Κλέος ανδρών∙ και αυτουργοί ενός φολκλόρ που αλληθωρίζει

κατά τις τέντες των πανηγυριών

.               Τόσοι πολλοί θεραπευτές και σχεδιαστές συνόρων

και τόσοι καθοδηγητές, γρυλλίζοντας κομματικές γραμμές και υποχρεώσεις∙

τόσοι πολλοί ντελάληδες και αρτίστες γυρολόγοι […]

(«ΙV», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)

 

περνά από το Βερολίνο της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ, και εντεύθεν, σατιρίζοντας, συνάμα όμως πονώντας και αγανακτώντας:

 

                Προγραμματίστε οπωσδήποτε ένα πέρασμα απ’ το Checkpoint Charlie

ή σαν να λέμε: το σημείο όπου οι εκχωρητές των ενθυμίων σβήνουν με γομολάστιχες μανιωδώς την ιστορία.

 

Ποια ιστορία;

                Εκεί όπου η ψηφιακή φωτογραφίζει τα ανακατασκευασμένα απεικάσματα,

                με τους τουρίστες να εισβάλλουνε στο πλάνο, σκεπάζοντας τον χρόνο με τον χρόνο τους∙

Ποια ιστορία;

               

Στο μεταξύ της διάλυσης και της δημιουργίας

πώς θορυβούν σαν έντερα τα σωθικά της πόλης!

Πώς η ανίδεη ζωή βαδίζει πάνω στο χαρτί

κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τη γραφή κι από το σύμπαν!

Στην Alexanderplatz –αχ, η Alexanderplatz!

                Προσποίηση συναισθηματισμού στην τάβλα του Φράντς Μπίμπερκοπφ

                (κορδέλες, χτένες, ραφτικά και λαστιχάκια για όλους τους λαιμοδέτες των ονείρων)

                – εδώ κι αν παίχτηκε όλη η Βαϊμάρη.

 

                Μετά, αμέσως με ταξί στο Judisches Museum

                –διάδρομοι κεκλιμένοι που οδηγούν κυματιστά στο άδειο τοπίο μιας

ποδοπατημένης Αποκάλυψης. […]

 

Τι καταιγίδα βγαίνοντας, που έκανε την ομπρέλα μας κουρέλι!

 

Ωστόσο ο πόλεμος!

Ξεκάθαρα: ζήτημα στυλ.

Και λίγη μεταφυσική∙ όσο να γίνει φόρμα η ερμηνεία.

(«VΙ», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)

 

Για να καταλήξει, μέσω του Saint-Just στους πνιγμένους μετανάστες της Λαμπεντούζα. Διαβάζουμε αντίστοιχα, αφού όμως πρώτα αποτυπωθεί στο μότο η κουβέντα του Saint-Just: «Έχετε να τιμωρήσετε όχι μόνο τους προδότες, αλλά και τους αδιάφορους»:

 

Όχι πως αν κοιτάξει γύρω του κανείς,

δεν θα μπορέσει ίσως να διαπιστώσει ότι δεν είναι όλες οι λέξεις εξαρτήματα της ίδιας μηχανής∙

αν κάποιες τις αφήσεις στο κυνήγι μοναχές, είναι ικανές να βγάλουν το θηρίο από την τρύπα.         […]

                − Φοβού τους θέλοντες να ζήσουν ήσυχα και ειρηνικά.

Είναι αδίστακτοι.

 

                Φοβού, λοιπόν!

                Κι όχι μονάχα όσους γυρεύουν μιαν απάνεμη γωνιά, για να ελλιμενίσουν τη σιωπή τους∙

κι όχι μονάχα αυτούς που εγκαταλείπονται στους συνειρμούς των αυτοσχεδιασμών

ή στα πρελούδια των αναστεναγμών τους,

 

Όποια συνέργεια κι αν υποθάλψει ο διάβολος,

αυτά που σου έμαθαν στα προπτυχιακά πρέπει να τα ξεχάσεις,

Έτσι κι αλλιώς, είναι η παραγωγή που διαμορφώνει τη συνθήκη.

 

Κι αν κάτι ανάμεσα στα ράθυμα στενά των ημερών ανοίγει δρόμο στο λυγμό της φαντασίας,  

χάσκει από κάτω η σκουριά της παλινόρθωσης και το βαθύ χασμουρητό της ουτοπίας.

(«ΙΙΙ», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)

 

Και κρίνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του και αυξάνοντας την έκθεση του στους ανελέητους αγέρηδες του πραγματικού:

 

Εδώ είναι η υποχώρηση της ύπαρξης σε ένα έδαφος σαθρό που υπακούει στη φαντασίωση του κληρονομημένου∙

της ύπαρξης που διεκδικεί την κατοχή ενός βυθού, μολύνοντας τον υδροφόρο ορίζοντά του.

 

Δύσκολο πιά να εξιλεωθείς,

με τεχνητές αναπνοές να ξαναζωντανέψεις τους πνιγμένους.

Δύσκολο πιά ν’ αθωωθείς, έχοντας για συνήγορο τις ματαιότητες σου.

 

Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους θεούς είναι τα ορειβατικά τους μονοπάτια,

τα καταφύγια των χιονοδρομικών και οι σφαλισμένες πόρτες,

για να σαπίζουν πίσω τους τα ανυψωτικά της θεοφάνειας.

Ότι απομένει τώρα απ’ τους εξάμετρους είναι οι βοσκοί του παλατιού που μεγαλώνουν μπάσταρδα και τερατογεννήσεις.

(«VI», «Αυτοί που υπερασπίζονται την ψευδαίσθηση της αθωότητας τους»)        

 

Εντός του τόπου λοιπόν της ποίησης και αφηγούμενος τα ερείπια μιας διαδικασίας που αναγεννά κυρίως πόνο, ενοχή και τύψεις, σημαδεύει με την αίσθηση της φωνής του την αίσθηση που μας αφήνει η ίδια η ποίηση στη λειτουργία της. Ο Ζαφειρίου είναι τελικά ένας ποιητής που δεν επιχρωματίζει το ποιητικό έργο που σμιλεύει και αφηγείται, αλλά το ίδιο το χρώμα φαίνεται να αναβλύζει μέσα από το ποιητικό του σώμα, το οποίο και περιφέρει στις ατραπούς της ιστορίας, πιτσιλώντας από το DNA του σε διάφορους −γκρίζους και κόκκινους κυρίως− τόνους, τους οποίους και αναμιγνύει με τον φιλοσοφικό στοχασμό και με τον διαρκή αναστοχαστικό επίσης έλεγχο των μεθόδων και των τρόπων του:

Αλίμονο!

Με τόσα ειδύλλια αντικατοπτρισμών, με τόση αιμομιξία αμμολόφων,

πώς να μετρήσεις ξέφωτο στη μέση της ερήμου!

 

Τέλος, το ποιητικό εγώ δεν συναντάται με συγκεκριμένα πρόσωπα, με εξαίρεση τις συναντήσεις με τον Saint-Just και τον πρίγκιπα Μίσκιν του Ντοστογιέφσκι, ενώ η  επικοινωνία με τον αναγνώστη φαίνεται να συμβαίνει επίμονα πάνω στην αφηγηματική ροή, η οποία και μας παρασέρνει άλλοτε μαλακώνοντας και άλλοτε ξεσηκώνοντας μας:

 

Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!

Επί της όχθης κάθισες και έκλαυσες δίχως να σου περνάει από τον νου

πως πίσω απ’ την ουσία της μορφής χαλκεύεται η μορφή της απουσίας.

[…] ο αποψινός σου ρεμβασμός δεν καθρεφτίζεται

ούτε στο κοίλο του νερού ούτε στο αντικαθρέφτισμα της θλίψης

Όσο κι αν καλλιεργείς το περιβόλι σου,

δεν φτάνει μόνο η ομορφιά της λεμονιάς για να σωθεί ο κόσμος.

 

Ο κόσμος, πρίγκιπα, είναι η κομμένη αναπνοή του πανικού του,

όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό.  

(«Ι», «Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε»)

 

Ένα ποιητικό εγώ που δεν φαίνεται να πληθαίνει, αλλά αντιθέτως να πολλαπλασιάζεται μαζί με τα ιστορικά γεγονότα, δυσκολευόμενο «πια να κατοικεί απάνω στα έρημα», εκτίοντας όπως μας λέει «τάχα» έως τέλους «την ποινή των στοχασμών του».

info: Σταύρος Ζαφειρίου,Δύσκολο, εκδ. Νεφέλη, 2014

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here