«Alles ist Leben» [«Όλα είναι ζωή»]

0
541

 

Του Αριστοτέλη Σαϊνη.

 

«Μετά από μερικά λόγια αποχαιρετισμού και το συνηθισμένο

 “άουφ βίντερζεεν!”, γύρισα τρέχοντας στο παράπηγμά μου

και δεν ήξερα τι μου γινόταν. Όλη την υπόλοιπη μέρα ήμουν

τυφλή και κουφή στα πάντα. Με γέμιζε το εύηχο “Μίλενα”,

το όνομά της, που το επαναλάμβανα νοερά με ηδονή» [σ. 17]

 

 

«Ξάφνου μου ’ρχεται στο νου πως δε θυμάμαι καμιά συγκεκριμένη λεπτομέρεια του προσώπου σας. Μονάχα την κορμοστασιά σας, το φόρεμά σας, τη στιγμή που φεύγατε ανάμεσα από τα τραπεζάκια του καφενείου, αυτά τα βλέπω ακόμα».[1]

 

Ας μπούμε στον πειρασμό ν’ ακούσουμε τη φωνή του «ανυπότακτου ονειροπόλου»[2] από την Πράγα να υποτονθορύζει τις λέξεις που διάβασα χαμένος στη γνωστή «υπνωτιστική μαγγανεία της ίδιας του της μοναξιάς». Ας ακούσουμε, λοιπόν, τον Κάφκα. Όποιος είναι έστω και ελάχιστα εξοικειωμένος θα μάντεψε ότι πρόκειται για απόσπασμα από τα περίφημα Γράμματα στη Μίλενα. Ο ποιητής, κυριολεκτικά χαμένος στη βασανιστική αυτοανάλυση, επικοινωνεί τον αδιέξοδο έρωτά του. Η παθιασμένη, κυρίως, επιστολική σχέση με την 24χρονη μεταφράστριά του «υποσκάπτει», λέει ο Ροθ, «ακόμα περισσότερο το ηθικό του από ό,τι οι αρραβώνες με τις καλές εβραιοπούλες που τόσο τον τρομοκρατούσαν».[3] Διάβασα την κατάληξη της πρώτης επιστολής, αλλά δε νομίζω ότι και η τελική μας εντύπωση είναι πολύ διαφορετική. Η «κυρία Μίλενα» των επιστολών παραμένει ένα φάσμα.

Όπως και πολλοί από σας, διάβασα τα Γράμματα στη Μίλενα σε κάποια από τις πρώτες μεταφράσεις τους, τη δεκαετία του 1980 ή του 1990. Σίγουρα όχι στη μετάφραση του Αντώναρου (Πάπυρος, 1971) –με το παρατονισμένο όνομα που κυριάρχησε για χρόνια–, ούτε σ’ αυτήν της Τέας Ανεμογιάννη (Κέδρος, 1986) απ’ όπου τώρα αντιγράφω. Μάλλον ήταν η μετάφραση του Βασίλη Τομανά (Ελληνικές Εκδόσεις, χ.χ.), αφού το βιβλίο έπεσε στα χέρια μου σε κάποια μικρή περιφερειακή φτηνή έκδοση της ομιχλώδους Θεσσαλονίκης, βιβλιοφιλικό τρόπαιο συνεσταλμένου νεαρού από πάγκο της παραλίας. Σήμερα χαμένο, πιθανώς κόσμημα σε κάποια πρώην εφηβική βιβλιοθήκη παλιού συμμαθητή ή, ακόμα καλύτερα, συμμαθήτριας. Θυμόμουν λίγα. Δεν ξέρω γιατί, λίγο η απελπισμένη, σχεδόν ηρωική, προσπάθεια του Κάφκα, λίγο η μονοφωνική αλληλογραφία, λίγο μια ασπρόμαυρη παλαιική φωτογραφία της Μίλενας Γιεσένσκα στο εξώφυλλο, με οδήγησαν να διαβάσω τη συλλογή ως μυθοπλασία. Ίσως, μία ακόμα μεταμόρφωση του χειμαζόμενου «ποιητή» σε ερωτευμένο.

Δεν άργησα, φυσικά, να καταλάβω ότι η Μίλενα ήταν υπαρκτό πρόσωπο (πιθανόν μοντέλο της Φρίντας του Πύργου, όπως ισχυρίζεται ο Μαξ Μπροντ, ίσως ακόμα και η ίδια αυτή η κατσαρίδα ή πελώρια μαμούνα της Μεταμόρφωσης, όπως παιγνιωδώς αποκαλύπτει η ίδια στην Μπούμπερ-Νόυμαν), όταν άρχισαν να κυκλοφορούν και άλλες συλλογές επιστολών του «ποιητή» στους έρωτες της ζωής του, και αργότερα, φυσικά, όταν βυθίστηκα στην ανάγνωση των Ημερολογίων του (Εξάντας, 1998) με την ίδια υπερένταση που διαβάσαμε όλοι μανιωδώς τα βιβλία του.

Ωστόσο, ούτε η γενική ατμόσφαιρα και ο δεσπόζων τόνος της αλληλογραφίας, ούτε κανένα από τα πασίγνωστα αποσπάσματα των επιστολών δεν βοηθούσαν την ανάπλαση ενός «πραγματικού προσώπου». Τίποτα δεν έδειχνε προς την εικόνα της παρορμητικής, παθιασμένης και ασυμβίβαστης νεαρής ή της γεμάτης θυμό και θηριώδη όρεξη για ζωή γυναίκας. Φυσικά, η θαρραλέα και εξαιρετικά ανθρώπινη Μίλενα του Στρατοπέδου ήταν ακόμα μακριά.

 

«Πολύ καιρόν έχω να σας γράψω, κυρία Μίλενα, μα και σήμερα σας γράφω εξαιτίας ενός μόνο ενός “ξαφνικού”. Δεν είναι ανάγκη να δικαιολογηθώ που δεν έγραψα, ξέρετε πόσο μισώ τα γράμματα. Αιτία όλης της δυστυχίας της ζωής μου – δεν το λέω για να παραπονεθώ, απλώς κάνω μια γενικά διδακτική παρατήρηση – είναι, θα ’λεγε κανείς, τα γράμματα ή η δυνατότητα να γράφω γράμματα. Οι άνθρωποι σχεδόν ποτέ δεν με γέλασαν, τα γράμματα όμως πάντα, και μάλιστα όχι των άλλων αλλά τα δικά μου. […] Η μεγάλη ευκολία να γράφεις γράμματα πρέπει να έφερε στον κόσμο –από άποψη καθαρά θεωρητική– μια τρομερή αποσύνθεση των ψυχών: στην πραγματικότητα, είναι μια επικοινωνία με φαντάσματα, κι όχι μονάχα με το φάντασμα του παραλήπτη αλλά και με το δικό σου φάντασμα, που αναπτύσσεται κάτω από το χέρι που γράφει ένα γράμμα, και μάλιστα σε μια σειρά γράμματα όπου το ένα επιβεβαιώνει το άλλο και μπορεί να το επικαλεστεί ως μάρτυρα. Πώς μας ήρθε η ιδέα και μόνο ότι οι άνθρωποι μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους με γράμμα! Ένα μακρινό πρόσωπο μπορείς να το σκεφτείς, ένα κοντινό να το πιάσεις, όλα τα άλλα ξεπερνούν την ανθρώπινη δύναμη. Να γράφεις γράμματα είναι να γυμνώνεσαι μπροστά στα φαντάσματα, που τα περιμένουν με απληστία. Τα γραμμένα φιλιά δεν φτάνουν στον προορισμό τους. Τα ρουφούν στο δρόμο τα φαντάσματα. Με αυτήν την πλούσια τροφή πολλαπλασιάζονται καταπληκτικά[4]

 

Κι αυτά ακριβώς τα αποσπάσματα ήταν που υπογράμμιζαν την αποτυχία, την αναγνώριση της απουσίας, το ανέφικτο της ζωντανής επαφής, την αδυναμία να λάμψει η παρουσία στη σωματική της διάσταση. Όσο σωματική κι αν είναι η ενέργεια της γραφής, λέει ο Π. Μουλλάς, «δεν παύει ωστόσο να υπογραμμίζει το αδιέξοδό της, δηλαδή την αδυναμία της να διασπάσει τον ναρκισσιστικό της κλοιό και να φτάσει στον στόχο της: στο σώμα του Άλλου».[5] Ίσως κάποιοι άλλοι στάθηκαν πιο τυχεροί.

Θα περάσουν χρόνια μέχρις ότου οι τυχαίες δολιχοδρομήσεις των αναγνώσεών μας, που ακολουθούν, ως γνωστόν, περίεργα και ανεξήγητα μονοπάτια, με ξαναφέρουν στα ίχνη της Μίλενα. Ήταν ακριβώς στο γύρισμα του αιώνα όταν η εξερεύνηση της ανορθολογικότητας του ολοκληρωτισμού στο Βιβλίο της εξορίας (Πατάκης, 2003) του Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα έπεσε στα χέρια μου. Πλήθος οι εξόριστοι, ανέστιοι ή κατατρεγμένοι που το διασχίζουν, από την ευγενική μορφή του πρωτομάρτυρα Πρίμο Λέβι που παίρνει τον δρόμο για την Κόλαση, ή τον φιλόσοφο Βάλτερ Μπένγιαμιν που δραπετεύει από το ναζιστικό καθεστώς, έως την Εουτζένια Γκίνσμπουργκ που οδηγείται στην παγωμένη Σιβηρία. Κι ανάμεσά τους, η Μίλενα και η Μαργκαρέτε. Όλοι τους «κλεισμένοι σε μια μοχθηρή γεωμετρία παραπηγμάτων και συρμάτων […], από τις επονείδιστες παραλίες του Αρζελέ-συρ-Μερ, όπου στοιβάζονται σαν ζώα οι δημοκρατικοί Ισπανοί, ώς τα έσχατα της Σιβηρίας, απ’ όπου επέστρεψε ζωντανή η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν για να σταλεί όχι στην ελευθερία, αλλά στο γερμανικό στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ»!

Στο Ράβενσμπρουκ,[6] όπου η Μαργκαρέτε θα συναντήσει τη Μίλενα. Εκεί ακριβώς όπου οι δύο αχώριστες φίλες θα σχεδιάσουν το βιβλίο τους με τον αρχικό τίτλο Η εποχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αυτό που θα προκύψει μόνο μετά από πολλά χρόνια τελικά (1963)[7], χάρη στην αφοσιωμένη επιμονή της πρώτης, και σήμερα παρουσιάζεται στα ελληνικά σε μια συνέκδοση των εκδόσεων “Κίχλη” και “Τα Πράγματα” σ’ έναν τόμο που θα ζήλευαν και εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού.

***

Το Μίλενα από την Πράγα είναι ένα βιβλίο εξαιρετικά σημαντικό μέσα στη σχετική στρατοπεδική γραμματεία, από πολλές απόψεις. Καταρχάς, πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον ανήσυχο και σχεδόν άγνωστο κεντροευρωπαϊκό μεσοπόλεμο, σπάνια μαρτυρία για το Ολοκαύτωμα και τις συνθήκες κράτησης στο σημαντικότερο ναζιστικό στρατόπεδο γυναικών, ανεκτίμητη, τέλος, πηγή πληροφοριών για τις αγνοημένες, ακόμα και σήμερα, στις επίσημες παράτες μειονότητες: τα μοβ τρίγωνα των πολύπαθων Μαρτύρων του Ιεχωβά ή τα ροζ τρίγωνα των πεσόντων στο μέτωπο του κοινωνικού ρατσισμού και των ερωτικών προτιμήσεων, ακόμα και τα μαύρα και πράσινα τρίγωνα, οι λεγόμενες «αντικοινωνικές» και οι «ποινικοί» κρατούμενοι, αντίστοιχα. Για όλα αυτά, για όλους αυτούς, «η Μπούμπερ-Νόυμαν ήταν εκεί», διαβάζουμε στο επίμετρο του τόμου, «δίχως ιεραρχήσεις και σκοπιμότητες, δίχως λογοκρισίες και ηθικισμούς, παρούσα να ενισχύσει με την κατάθεσή της τις διακυβευόμενες και σήμερα στρατοπεδικές μνήμες».

Ωστόσο, το Μίλενα από την Πράγα είναι επίσης ένα βιβλίο διαφορετικό μέσα στη σχετική στρατοπεδική γραμματεία, από πολλές απόψεις. Με τη συγγραφέα του ξένη προς κάθε είδος, μορφή και εκδήλωση στρατοπεδικής νοοτροπίας, στη Μίλενα «είναι ασύγκριτα περισσότερα τα άτομα που φέρουν το όνομά τους, και δεν είναι απρόσωπες οντότητες χαμένες στην ανωνυμία του πλήθους». Κυρίως, όμως, «έχει έναν τρίτο και όχι τη συγγραφέα του βιβλίου ως επίκεντρο της αφήγησης», λέει ο Τοντόροφ και σωστά, αφού έχουμε να κάνουμε με μια βιογραφία ή, έστω, το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτει η βιογραφική αφήγηση των θαυμαστών έργων και των αντινομικών ημερών της ξεχωριστής Μίλενας. Ειδολογικά είναι μια βιογραφία γραμμένη από έναν αυτόπτη μάρτυρα και, άρα, αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν «witness biography».[8] Γραμμένο καιρό μετά, κι αφού έχουν προηγηθεί ενδελεχής έρευνα και προσωπικές συνεντεύξεις, τα κεφάλαια μιας βιογραφικής αφήγησης, με ευδιάκριτη αρχή, μέση και τέλος, δομούνται γύρω από ντοκουμέντα (κυρίως άρθρα της Μίλενας) αλλά και δραματοποιημένες σκηνές της ζωής τής βιογραφούμενης, οι οποίες εναλλάσσονται με νοσταλγικές αναμνήσεις και εικόνες ακραίων εμπειριών στο στρατόπεδο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του είδους ιστορικής βιογραφίας που περιέχει, ως εικός, σημαντικά στοιχεία αυτοβιογραφίας, είναι φυσικά και ο Φραντς Κάφκα του Μαξ Μπροντ. Ίσως δεν είναι τυχαία η ειδολογική επιλογή. Όλες οι επιγραφές των κεφαλαίων, όλα τα μότο που λειτουργούν ως τροχιοδεικτικά του νοήματος σε κάθε κεφάλαιο, αλλά και αυτό το ίδιο το βιβλίο της Μπούμπερ-Νόυμαν προέρχονται από την αλληλογραφία του Κάφκα με τη Μίλενα. Σχηματοποιώντας, αλλά όχι κατ’ ανάγκην απλοποιώντας, θα έλεγα ότι απέναντι στον μεγάλο έρωτα της ζωής της Μίλενας η Μπούμπερ-Νόυμαν αντιπαραβάλλει τον δικό τους. Η μεγάλη σχέση της Μίλενας με τον «ποιητή», η οποία έμεινε ανολοκλήρωτη και φασματική, αποτελεί το μέτρο για όλες τις άλλες της σχέσεις και τους άνδρες της ζωής της. Δεσπόζοντας σε όλο το μάκρος της ζωής της, η βαριά σκιά του «ποιητή» αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη της στη ζωή της Μίλενας, αλλά σκιάζει και τη μεταθανάτια μνήμη της. Απέναντι σε όλες αυτές και τη βαριά σκιά του ποιητή η δική τους σχέση στο στρατόπεδο έσχατη και ίσως μεγαλύτερη από όλες.[9]

            Αυτή εξάλλου είναι και η σημασία της σχεδόν κρατυλικής εξήγησης του ονόματος της ηρωίδας και της μοίρας που τη συνοδεύει:

 

«Το όνομα Μίλενα σημαίνει στα τσέχικα ερώσα αλλά και ερωμένη, και, σαν να ήταν γραφτό της, έρωτας και φιλία έμελλε να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη τη ζωή της Μίλενας, να γίνουν η μοίρα της» [σ. 75].

 

Συζήτηση που ήδη έχει απασχολήσει το ζεύγος Κάφκα-Μίλενα στην αλληλογραφία τους, με τον Κάφκα να ισχυρίζεται ότι πράγματι το αναμφίβολα τσέχικο υποκοριστικό «Μίλενκα» σημαίνει «αγαπημένη»[10].

Δεν θα μπορούσε, ωστόσο, να είναι διαφορετικά τα πράγματα, όταν το αρχέτυπο της σιωπηλής επιστολογράφου θα συναντήσει το αρχέτυπο του Μάρτυρα στο πιο καφκικό και εφιαλτικό περιβάλλον που μπορούμε να φανταστούμε. Από τη μια, η Μπούμπερ-Νόυμαν, διπλή μάρτυρας των δύο ολοκληρωτισμών του αιώνα μας, μοναδική στη σχετική γραμματεία κάτοχος της διπλής εμπειρίας, των σοβιετικών πρώτα και κατόπιν των ναζιστικών στρατοπέδων. Από την άλλη, η Μίλενα, σιωπηλός πρωταγωνιστής και πραγματικός αποδέκτης των γραμμάτων του πιο «ανυπότακτου ονειροπόλου» του αιώνα μας, οι εφιαλτικές, δυστοπικές εξερευνήσεις του οποίου («από τον πατρικό δεσποτισμό στους απρόσωπους μηχανισμούς και από την ακρωτηριασμένη και οργανική ορθολογικότητα στην πιο τέλεια ανορθολογικότητα»[11]) στοίχειωσαν το δυτικό φαντασιακό. Ο Κούντερα συνοψίζει: Αρχικά ένας ακατανόητος λαβυρινθώδης μηχανισμός και η φυσική ύπαρξη του ανθρώπου ως απλή σκιά του γραφειοκρατικού φακέλου του, και τέλος, ο μηχανισμός της αυτοενοχοποίησης σε μια αποικία των Τιμωρημένων[12]

Το Μίλενα από την Πράγα (και τώρα, πλέον, δεν αναφέρομαι γενικά στο βιβλίο της Μπούμπερ-Νόυμαν, αλλά στην ελληνική εκδοχή του, την ανά χείρας ελληνική έκδοση που παρουσιάζουμε σήμερα) είναι επίσης σημαντική για πολλούς λόγους. Ο καλαίσθητος τόμος αποτελεί αποτέλεσμα του μόχθου μιας πλειάδας ειδικών και επαγγελματιών, οι οποίοι, όμως, δούλεψαν με το πάθος του ερασιτέχνη, και μας επιβάλλεται όχι μόνο με την ίδια του την υλική υπόσταση, αλλά και με το βάρος του περιεχομένου του. Δεν είναι μόνο η ζωντανή μετάφραση της εκλιπούσας Τούλας Σιετή, η θεώρηση των κειμένων από την επίσης εξαιρετική μεταφράστρια Μήνα Πατεράκη Γαρέφη, η εκδοτική επιμέλεια από τη μανιακή της λεπτομέρειας διευθύντρια της «Κίχλης», ούτε ο πλούτος του συνοδευτικού υλικού (πίνακας κυριωνύμων, ευρετήρια, φωτογραφικό υλικό, εκατό σελίδες με βιογραφικά σημειώματα για κάθε πρόσωπο που αναφέρεται εκεί[13]), όσο, κυρίως, το επίμετρο της Αδριανής Δημακοπούλου, στην οποία πρέπει να πιστωθούν ο σχεδιασμός και η εκδοτική επιλογή.

«Ευχαριστώ τη μοίρα που με έφερε στο Ράβενσμπρουκ, γιατί εκεί συνάντησα τη Μίλενα» ξεστομίζει, κάποια στιγμή, η Μαργκαρέτε, αφήνοντας άναυδο και συγκλονισμένο κάθε αναγνώστη, και δικαιολογώντας τον τίτλο του εξαιρετικού και σπάνιου, όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα, δοκιμιακού επιμέτρου.

Πριν από δύο χρόνια, με τα ανύπαρκτα γαλλικά μου και το δεκανίκι του λεξικού από δίπλα, δεν μπόρεσα να εκτιμήσω δεόντως τη γαλλική συγγραφική παραγωγή της Δημακοπούλου· έστω και αν διαισθανόμουν πάνω απ’ τα πυκνογραμμένα και επιστημονικά τεκμηριωμένα της κείμενα (μια σειρά σημασιολογικών δοκιμών πάνω στην εικόνα της «χλωρής αηδόνας» από την 19η Ραψωδία της Οδύσσειας),[14] να σπαρταράνε μια αστραφτερή γλώσσα κι ένα έξυπνο μυαλό. Όταν πέρσι, κάποια στιγμή, η Μήνα Πατεράκη μού ενεχείρισε, εμπιστευτικά, τμήματα του εκδοτικού δοκιμίου της Μίλενας, έμεινα έκθαμβος.

Η Αδριανή Δημακοπούλου γράφει με την άνεση του ανθρώπου ο οποίος κουβαλά πάντα μαζί του τον πνευματικό του πλούτο και τη στέρεη υποδομή του. Γράφει με την ευκολία ανθρώπου που ξέρει τόσο καλά τι λέει και τα πλαίσια σκέψης στα οποία αναφέρεται και με τα οποία διαλέγεται, ώστε μιλά σαν να σκέφτεται, γράφει σαν να σκέφτεται. Με όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση, επίσης, σε μια κατάσταση μόνιμης συναισθησίας.

Δεν ξέρω, μπορεί να κάνω λάθος, αλλά ο «Έρως φιλότητος», ίσως, είναι το πιο «υποκειμενικό» δοκίμιο που έχω διαβάσει, και αν μας ενοχλεί η λέξη, ας τη βάλουμε σε εισαγωγικά, ή, ας την αντικαταστήσουμε με τα συνήθη εναλλακτικά επίθετα «προσωπικό» ή «βιωματικό». Θα έλεγα, επίσης, «μεροληπτικό» δοκίμιο, αλλά μόνο γιατί είναι πραγματικά αληθινό. «Μόνος κανείς είναι ο εαυτός του», σημειώνει κάπου η μελετήτρια τη ρήση του Γιανκέλεβιτς. Και πράγματι, η Δημακοπούλου γράφει τόσο αληθινά και άμεσα, που μας δημιουργεί την αίσθηση «σαν να» έχουμε μπει μέσα στο μυαλό της, εκεί που στην πραγματικότητα είναι τελείως «μόνη της»· γιατί δεν πλασάρει επικοινωνιακά και με τον τυπικό τρόπο της επιστημονικής διατύπωσης της τριτοπρόσωπης εκφοράς αυτά που θέλει να πει. Το δοκίμιό της είναι πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπως λέει κάπου η ίδια:

 

«Πέρα από την εμβρίθεια των μελετών της, είχε καταστήσει σαφές στα μάτια μου, με ανεπίληπτη τόλμη, ότι ένα μεγάλο μέρος του κύρους της “αντικειμενικότητας” και της απρόσωπης σύνταξης του “επιστημονικό λόγου” οφείλεται πολλές φορές στις απεγνωσμένες μας προσπάθειες να απαλύνουμε κάποια πρωτοπρόσωπη οδύνη» [σ. 346]

 

Ίσως υπερερμηνεύω, αλλά πρόκειται επίσης για ένα κείμενο βαθιά αυτοαναφορικό, όχι όμως και αυτιστικό. Η αυτοαναφορά της είναι η δική της ποιητική, αλλά και η ποιητική της Μαργκαρέτε, ίσως και της κόρης τής Μίλενας· μια ποιητική που βασίζεται στην εκ του σύνεγγυς ανάγνωση, στην εξαιρετική παρατηρητικότητα και στο πλούσιο στοιχείο της ενσυναίσθησης.

«Φαίνεται πως θα υπάρχουν πάντα μερικές κόρες που αρνούνται να γίνουν αμήτορες και να συναινέσουν στο φροϋδικό σενάριο του γυναικείου τους πεπρωμένου» σημειώνει η Δημακοπούλου, σχολιάζοντας τη θέση της ότι ουσιαστικά η Γκρέτε γέννησε τη Μίλενα εκ νέου και την πήρε από τη σκιά του Κάφκα. Αλλά και η πραγματική κόρη θέλει να γεννήσει τη μητέρα στο δικό της βιβλίο: «Ανταγωνιστικά, σαν να συνεριζόταν την αγάπη της Γκρέτε, ή ίσως και υπό την προτροπή της, η Γιάνα Τσέρνα επιθυμούσε με το βιβλίο της να άρει τις μισαλλόδοξες συκοφαντίες, αλλά μαζί και τα “αγιογραφικά” εγκώμια» και άρα να δώσει προς τα έξω την αληθινή Μίλενα. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι εδώ ο ανταγωνισμός διευρύνεται. Η Δημακοπούλου θα διεκδικήσει τη δική της Μίλενα και, πολύ περισσότερο, τη δική της Γκρέτε.

Η Δημακοπούλου λειτουργεί «ερμηνευτικά», με την έννοια ότι προσπαθεί να συλλάβει τον «εαυτό» και να κρατήσει ζωντανό το παρελθόν με τον τρόπο που περιγράφει η ίδια στο προοίμιο του δοκιμίου: «μιαν αλλιώτικη αντίληψη της διάρκειας, ένα είδος διεσταλμένης και διευρυμένης γενεαλογίας» μέσα από τη βαθιά μελέτη και «ανάκτηση» του παρελθόντος τρίτων· όχι, όμως, των οποιωνδήποτε, αλλά των αγαπητών, αυτών προς τους οποίους νιώθουμε προσωπική έλξη. Και φυσικά δεν πρόκειται για διεργασία που μπορεί να φέρει εις πέρας ο καθένας. Απαιτείται κάποιου είδους χάρισμα. Ίσως να έχεις διατηρήσει μια μορφή ψυχικής νεότητας, εικάζω. Ως ανάλυση κειμένου (γιατί προφανώς πρόκειται για λέξη-λέξη ανάγνωση) νομίζω ότι η Δημακοπούλου έχει ως ειρμό κάποιες αρχετυπικές εικόνες που της εντυπώνονται από αυτό που διαβάζει, όπως οι ασήμαντες φαινομενικά ανθρώπινες χειρονομίες, μια χειραψία, ένα χέρι, τα πρίσματα. Τέλος, χωρίς να γίνεται μονομανής, κάνει πολύ συνειδητό διάβασμα της γυναικείας εμπειρίας.

Όταν η συστηματικότητα και η εμβρίθεια του κλασικού φιλολόγου συναντά τον παθιασμένο αναγνώστη με την εποπτεία της στρατοπεδικής γραμματείας και τη μεγάλη ενσυναίσθηση, το αποτέλεσμα είναι μαγευτικό. Η Δημακοπούλου θα μας πάρει «από το χέρι» και θα μας ταξιδέψει μοναδικά σε άρρητες προσωπικές αρχαιολογίες, θ’ αναζητήσει το ανθρώπινο στο ασήμαντο, τη λάμψη του έρωτα στη διάθλαση του φωτός σ’ ένα ταγιέ κουμπί ή έναν γυάλινο βόλο, θα αντιπαραθέσει διαφορετικές μαρτυρίες για τα ίδια γεγονότα επισημαίνοντας τις διαφορές που ελλοχεύουν στις καταθέσεις, θα αντιπαραβάλει νεότερες εκδόσεις με πρώιμες μαρτυρίες, θα αποκαλύψει διακριτές έμφυλες διαφορές στην εμπειρία ανδρών και γυναικών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θα ξαναθέσει επιτακτικά την επίμονη πρόκληση της Τέχνης: να εκφράσει το αδιανόητο και αυτό που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Ο βιωματικός λόγος, οι συχνές αναφορές στο τώρα της γραφής του δοκιμίου, οι αναδρομές σε προσωπικές της αναμνήσεις αναζητώντας στα δικά της παιδικά ή εφηβικά βιώματα τα συναισθήματα που εικάζει ότι βιώνουν στο χρόνο της ιστορίας οι ηρωίδες της, εναλλάσσονται με αυτόνομες μικροπραγματείες για τη σημασία λέξεων ή την αναζήτηση της σημασιολογίας χειρονομιών και πολιτισμικών συνηθειών. Αίφνης, για παράδειγμα, γιατί τα γυναικεία ενδύματα δεν έχουν τσέπες; Ρέουσα, ζωντανή γλώσσα, επάρκεια και βαθιά γνώση κάθε πτυχής του θέματος, χιούμορ, σαρκασμός και ειρωνεία αντάμα.

Οι αλματώδεις και συχνά ερειστικοί συνειρμοί, οι εκρηξιγενείς συνδυασμοί των συλλογισμών της Αδριανής (κι ας μου επιτραπεί στη συνέχεια η οικειότητα του ενικού) οδηγούν σε απαστράπτουσες διατυπώσεις και, κυρίως, σε απίστευτης καθαρότητας συλλήψεις. Μουσικότροπη η δομή του δοκιμίου, με τη συγγραφέα να  αφήνει και να ξαναπιάνει, σαν φούγκα, το νήμα της σκέψης της, καθώς διαβάζει εκ του σύνεγγυς το θέμα της και ξετυλίγει την ιστορία της: η Μίλενα και η Μαργκαρέτε, η Μαργκαρέτε και η Μίλενα στο Ράβενσμπρουκ, η χειραψία γνωριμίας και η πρώτη επιστολή, η ζωή της Μίλενας και οι άνδρες της ζωής της, ο εγκλεισμός της Γκρέτε στο κελί, το βύθισμα στην τρέλα αλλά και η επιστροφή στο φως χάρη στη φίλη της, το καθήκον της μαρτυρίας και της καταγραφής της «ερωτευμένης φιλότητας», το βιβλίο που σχεδίασαν μαζί και που μόνο η Μαργκαρέτε κατάφερε να ολοκληρώσει.

Όταν η Αδριανή θα σχολιάσει την πρώιμη, ήδη από το 1940, τρομερή συνειδητοποίηση εκ μέρους των δύο χαρακτήρων της της σύγκλισης των δύο ολοκληρωτισμών που στη συνείδηση πολλών παρέμεναν ερμητικά ασύνδετοι για πολλά χρόνια, θα της «ξεφύγει» ο πληθυντικός «ο αιώνας μας». Το ίδιο έκανα κι εγώ συνειδητά στο μάκρος της σημερινής παρουσίασης. Η Αδριανή σχολιάζει: «η αλλαγή αιώνα σπάνια αποτελεί σταθερό διαχωριστικό ορόσημο. Δεν πείθει τόσο εύκολα όσο η αλλαγή ώρας, όπως συμβαίνει κάθε φορά που όλοι μαζί, για οικονομία στο ηλεκτρικό, διορθώνουμε τα ρολόγια μας και συναινούμε να κερδίσουμε ή να χάσουμε τα εξήντα λεπτά του ύπνου. Η αλλαγή αιώνα για πολλά ζητήματα απαιτεί περισσότερο ή λιγότερο χρόνο, είναι ανοικονόμητη και επέρχεται άλλοτε πρόωρα και άλλοτε, υπνώτουσσα, εκ των υστέρων, ενίοτε δε με τρομακτική καθυστέρηση».

Νομίζω είναι η περίπτωσή μας. Αρκεί να κοιτάξει κανείς γύρω του. Πιθανώς η ίδια η πραγματικότητα μας ξεπερνά, εξακολουθητικά, τόσο εμάς όσο και τα πιο εξελιγμένα θεωρητικά εργαλεία ανάλυσης που διαθέτουμε, το λόγο, για παράδειγμα, περί ολοκληρωτισμών, φιλελεύθερων δημοκρατιών και των κινδύνων της λεγόμενης δημοκρατίας μας. Ο αιώνας του Βασίλι Γκρόσμαν ή της Μπούμπερ- Νόυμαν, ο αιώνας του Νταβίντ Ρουσέ και του Πρίμο Λέβι, ο αιώνας του Ρομέν Γκαρί και της Ζερμέν Τιγιόν για να μείνω μόνο στους σχετικούς τίτλους του βιβλίου[15] του Τοντόροφ, δεν έχει παρέλθει. Δεν είναι ο 21ος αιώνας που ανέτειλε δυστοπικά, αλλά ο 20ός που δεν έδυσε ποτέ. Αυτός είναι και πάλι ο δικός μας αιώνας.

Μένει να αναρωτηθούμε ποιο άθυρμα αυτού «του άτεγκτου βηματισμού της Ιστορίας» θα δώσει μετά από χρόνια το όνομά του στο σχετικό κεφάλαιο του ιστορικού τού μέλλοντος. Ποιος από αυτό το πολύχρωμο πλήθος προσφύγων που αργοσαλεύει, όταν δεν θαλασσοπνίγεται, στις μεσογειακές ακτές, ποιος από αυτό το μαύρο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ορμητικά από τα στρατόπεδα της Συρίας και της Ιορδανίας μέχρι να στριμωχτεί μπροστά σε ατέλειωτα χιλιόμετρα συρματοπλέγματος ή να εγκλωβιστεί σε στρατόπεδα δίπλα στα σπίτια μας, θα ξεχωρίσει και πάλι «για την τόλμη του να βρει το ψυχικό, πολιτικό και ηθικό σθένος να μην απωθήσει από τη μνήμη του, να μην ακολουθήσει την τρέχουσα αγωγή επούλωσης των στρατοπεδικών εξευτελισμών» και να καταθέσει τη μαρτυρία του; Πόσο υποκριτικά έκπληκτοι και θεατρινίστικα συγκλονισμένοι θα τη διαβάσουμε πάλι;

Ήδη ο Μίλαν Κούντερα από το 1986, αν και ερμήνευε το καφκικό σύμπαν βάσει της δικής του εμπειρίας από την τσεχική σταλινική γραφειοκρατία, συμπλήρωνε ότι «ολόκληρος ο πλανήτης έχει γίνει η σκηνή αυτής της διαδικασίας». Τώρα θυμάμαι και την ακούραστη φωνή του Πρίμο Λέβι που προειδοποιούσε από το 1968,[16] έχοντας στο νου του και τα δικά μας ιδιόμορφα σωφρονιστικά στρατόπεδα, ακόμα κι αν δεν γνώρισε ποτέ προσωπικά τον δικό μας «Κίτρινο σκούφο» από τον Λοιμό του Φραγκιά.

Κανείς δεν διαφωνεί με τη διαπίστωση και τις προειδοποιήσεις. Αυτό που δεν μπορεί να δεχτεί κανείς εύκολα είναι η αναγωγή της καφκικής κατάστασης σε πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης, σε «στοιχειώδη δυνατότητα του ανθρώπου και του κόσμου του που τον συνοδεύει οιονεί αιώνια».[17]

Όπως και να ’χει, δεν είναι τυχαίο που η Αδριανή, αφού κατεβεί και ελιχθεί στους διαδοχικούς κύκλους της Κόλασης, αφού ολοκληρώσει την κατάβασή της αναζητώντας την ουσία της ανθρωπινότητας σε μιαν ανθρώπινη χειρονομία, επιλέγει να κλείσει το δοκίμιό της με μια «ύστατη χειρονομία»: ένα απόσπασμα από την Άρνηση Μαρτυρίας (Θεμέλιο, 2008) της Ρουτ Κλύγκερ, άλλο ένα ξεχωριστό δείγμα της στρατοπεδικής γραμματείας όπου η συγγραφέας, μνημονεύοντας γραπτώς τις παιδικές και τις εφηβικές της αναμνήσεις από τη ναζιστική Βιέννη και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, διαλέγεται, συχνά και δοκιμιακά, με το παρόν της.

Θα σας το διαβάσω κι εγώ με τη σειρά μου, αποχαιρετώντας σας για σήμερα, όπως κάνει και η συγγραφέας του Επιμέτρου, με μια χειρονομία απέραντης, πλην βάσιμης, αισιοδοξίας:

 

«Την Ντίτα τη γνώριζα αμυδρά από τον καιρό ακόμη στη Βιέννη… Ήταν ορφανή και την πήραν μόνη απ’ το διαμέρισμα της γιαγιάς της για την Τερέζιενστατ… Μετά, λοιπόν, βρέθηκε ξαφνικά στο Μπιρκενάου με τον ίδιο τρόμο όπως όλοι μας και χωρίς δικό της άνθρωπο. Η μητέρα μου τότε της είπε απλά: “Έλα από εδώ”, κι έκτοτε ήμασταν οι τρεις παρέα. Είναι η πιο ωραία και η πιο ασυνήθιστη χειρονομία που έχω να πω για τη μητέρα μου: Ότι υιοθέτησε στο Άουσβιτς ένα παιδί.» [σ.377]

 

Ο κύκλος θα γυρίσει, αλλά δεν θα κλείσει. Μπαίνοντας αναπόφευκτα όλοι στη σπείρα της Ιστορίας, θα περιδινηθούμε γύρω από τον ατέρμονα κοχλία της ζαλισμένοι. Έχει σημασία, όμως, ότι ένα τέτοιο συγκλονιστικό κείμενο, που επιμετρίζει ένα τέτοιο συγκλονιστικό βιβλίο, τελειώνει με την εικόνα ενός παιδιού, όπως με παιδικές εικόνες και αναμνήσεις άρχισε. Και τη συλλογικότητα επίσης, το «έλα κι εσύ μαζί μας». Κι όχι καθένας μόνος του!

Σε μια ταπεινή υποσημείωση του δοκιμίου διαβάζουμε τον κατάλογο (άλλη μια φορά μια λίστα αποδεικνύεται «όμορφη» εδώ, παρά την τραγικότητά της) με τα υλικά απομεινάρια της ζωής της Μίλενας: ένα δόντι, τα χειροποίητα ζωγραφισμένα τραπουλόχαρτα που της χάρισε μια φίλη της στο στρατόπεδο, κάποιες τιμητικές διακρίσεις (ανάμεσα τους η αναγνώριση της ως «Δικαίας των Εθνών») και, τέλος, μια φωτογραφία όπου ο μεσόκοπος εγγονός της επιδεικνύει μια μεγάλη πλαστική σακούλα-πόστερ με τη γνωστή ασπρόμαυρη φωτογραφία της δεκαετίας του ’20. Στο επάνω μέρος της φέρει την επιγραφή:

 

«Alles ist Leben»

Όλα εναι ζωή»].

 

(*)Κείμενο που διαβάστηκε στην από κοινού, με την Οντέτ Βαρών-Βασάρ και την Κατερίνα Σχινά, επίσημη παρουσίαση του βιβλίου, στο χώρο του βιβλιοπωλείου Ιανός, στις 25/2/2016.

(**)Mαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν, Μίλενα από την Πράγα, Κίχλη και Τα πράγματα, Αθήνα 2015


[1] Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μίλενα, μτφρ. Τέα Ανεμογιάννη, Κέδρος, 1975, σ. 20.

[2] Από τον τίτλο του βιβλίου του Michael Löwy, Franz Kafka. Ανυπότακτος ονειροπόλος, μτφρ. Νίκος Σταμπάκης – επιμ. Έφη Κορομηλά, Εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα 2006.

[3] Βλ. την απολαυστική ψευδοδοκιμιακή ανάγνωση του Phillip Roth, «Ήθελα πάντα να θαυμάζετε τη νηστεία μου ή: Μια ματιά στον Κάφκα», στο Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους, Δοκίμια, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2014, σς: 366-393: 370-371.

[4] Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μίλενα, όπ. παρ. 252-253.

[5] Βλ. τα σχετικά σχόλια στο κεφάλαιο «Διευκρινίσεις ή τον τρόπο του Κάφκα» του επιμέτρου («Διαβάζοντας τα γράμματα του Φώτου Πολίτη ή γράμμα στον αναγνώστη») στο Παν. Μουλλάς, Ο λόγος της απουσίας. Δοκίμιο για την επιστολογραφία με σαράντα ανέκδοτα γράμματα του Φώτου Πολίτη (1908-1910), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992, σσ. 157-160: 160.

[6] Για το στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ, βλ. το πρόσφατο πολυσυζητημένο βιβλίο της Sarah Helm, If This Is A Woman: Inside Ravensbruck: Hitler’s Concentration Camp for Women, Abacus, 2016.

[7] Είχε προηγηθεί το 1948, το Φυλακισμένη του Στάλιν και του Χίτλερ, όπου υπάρχουν εκτεταμένες, σχεδόν δεσπόζουσες αναφορές στη Μίλενα και στην κοινή ζωή τους.

[8] Για το είδος, βλ. πρόχειρα Dorrit Cohn, «Fictional Versus Historical Lives. Borderlines and Bordeline Cases», in The Distinction of Fiction, The John Hopkins University Press, Baltimore and London, p. 18-37: 29.

[9] Βλ. Την ερμηνευτική γραμμή της Anne Cubilié, Women Witnessing Terror; Testimony and the Cultural Politics of Human Rights, Fordham University Press, New York 2005, p. 129.

[10] Ο Κάφκα θεωρούσε ότι ο τύπος «Μίλενα» είναι εκλατινισμένος και ο καθαρός τσέχικος τύπος θα έπρεπε να είναι «Μίλαντα». Βλ. Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μίλενα, όπ. παρ. σ. 82.

[11] Βλ. Michael Löwy, Franz Kafka. Ανυπότακτος ονειροπόλος, όπ. παρ. σ. 199.

[12] αυτόθι σ. 197-198.

[13] Η κοπιώδης, πλην εξαιρετικά χρήσιμη, έρευνα για τη σύνταξη των βιογραφικών σημειωμάτων, ιδιαίτερα των προσώπων που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του στρατοπέδου, μου υπενθυμίζει την ανάγκη παρόμοιας έρευνας για ένα εξέχoν ελληνικό δείγμα στρατοπεδικής λογοτεχνίας, το Μαουτχάουζεν (α έκδοση 1964) του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ο Καμπανέλλης θυμίζω ότι επεξεργάζεται το κείμενό του, διορθώνοντας ονόματα και τοπωνύμια, μελετώντας το «πολύτιμο» ομότιτλο βιβλίο του επιζήσαντα του Μαουτχάουζεν, αυστριακού τυπογράφου, σοσιαλιστή και μετέπειτα πολιτικού ακτιβιστή Χανς Μαρσάλεκ (1914-2011), το οποίο «αποτελεί ένα ολόκληρο αρχείο […] μια ακτινογραφία του γιγαντιαίου εγκλήματος του οποίου εμείς βλέπαμε τη σπαραχτική όψη» (Μαουτχάουζεν, σ. 12). Βλ. Hans Marsalek, Die Geschichte des Konzentrationslagers Mauthausen, Wien 1995, και σε αγγλική μετάφραση, Hans Marsalek, Mauthauzen: The History of Mauthaunsen Concentration Camp, μτφρ. Max R. Garcia, Austrian Society of Mauthauzen Concetration Camp, Vienna-Linz 2003. Η αντιπαραβολή των φιλτραρισμένων γεγονότων με τις ιστορικές αποτυπώσεις τους και τις συναφείς προσωπικές μαρτυρίες, μαζί με έναν αναλυτικό κατάλογο προσώπων με όσες πληροφορίες είναι δυνατόν να συγκεντρωθούν, είναι μια εργασία που πρέπει κάποτε να γίνει για το Μαουτχάουζεν. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο της βιβλιογραφίας που έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα και, κυρίως, οι δυσπρόσιτες εργασίες του πολωνού δασκάλου, πρώην έγκλειστου του Νταχάου και μετά του Μαουτχάουζεν, Στανισλά Ντομπόσιεβιτς (Stanisław Dobosiewicz 1910–2007).

[14] Adrienne Dimakopoulou, chlôrêis aêdôn, pâle rossignol: une étude sémantique, Paris: Apolis éditions, 2010. Pp. 156

[15] Αναφέρομαι στην κλασική προσέγγιση των δύο εκδοχών του Ολοκληρωτισμού που κληροδότησε ο 20ός αιώνας, με αναφορές στο έργο εμβληματικών μορφών της στρατοπεδικής λογοτεχνίας· βλ. Τσβετάν Τοντόροφ, Μνήμη του κακού. Πειρασμός του καλού. Στοχασμοί για τον αιώνα που έφυγε, μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, επιμ. Στρατής Μπουρνάζος, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» / σειρά Εστία ιδεών, Αθήνα 2003. Το κεφάλαιο 2 («Η σύγκριση. Ναζισμός και κομμουνισμός – Διαφορές – Κρίσεις») καταλήγει με τις σελίδες τις αφιερωμένες στην Μπούμπερ-Νόυμαν. Το θέμα είναι, ωστόσο, τεράστιο. Βλ. επίσης τις δεκάδες σχετικές αναφορές στο έργο της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν και στο ομόθεμο βιβλίο του Τσβετάν Τοντόροφ, Απέναντι στο Ακραίο, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, Αθήνα 2002.

[16] Είναι 1970, και ο Λέβι προειδοποιεί: «Φαίνεται πως δεν υπάρχουν πια πουθενά στον κόσμο ούτε θάλαμοι αερίων ούτε κρεματόρια, αλλά πώς μπορεί να μην ανησυχεί κανείς όταν διαβάζει πως πρωταρχική φροντίδα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και των στρατηγών στη Χιλή είναι να ιδρύσουν μεγάλα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, οι πρώτοι στη Γυάρο, οι δεύτεροι στο Ντώουσον;». Και συνεχίζει: «Υπάρχουν ακόμη στη Σοβιετική Ένωση στρατόπεδα εργασίας από όπου βγαίνει κανείς ταπεινωμένος και τσακισμένος. Οι τυφλοί βομβαρδισμοί επέστρεψαν στο Βιετνάμ. Σ’ όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου οι κυβερνήσεις στηρίζονται από τις ΗΠΑ, γίνονται βασανιστήρια. Η κάθε εποχή έχει τον δικό της φασισμό» (εφ. Corriere della Sera, 8.5.1974). Ήδη από το 1968 ο Λέβι αναφέρεται σε επίκαιρα γεγονότα, εφιστώντας την προσοχή στο «μάθημα» του Άουσβιτς: «Όχι δεν υπάρχουν πουθενά πια θάλαμοι αερίων ούτε κρεματόρια, αλλά υπάρχουν στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ελλάδα, στη Σοβιετική Ένωση, στο Βιετνάμ, στη Βραζιλία. Υπάρχουν, σε κάθε χώρα ή σχεδόν, φυλακές, αναμορφωτήρια, ψυχιατρικά άσυλα, όπως ακριβώς στο Άουσβιτς, όπου ο άνθρωπος χάνει το όνομα του και το πρόσωπό του, την αξιοπρέπεια και την ελπίδα του» (Πρόλογος στην ιταλική έκδοση του έργου του L. Poliakov, Auschwitz, εκδ. Ventro, Ρώμη 1968, σσ. 9-11. [=αναδημοσίευση στον τόμο με κείμενα του Λέβι: L’ asymetrie et la vie, εκδ. Robert Laffont, σειρά Pavillons, Παρίσι 2004, σ. 63]). Τα σχετικά παραθέματα αποδελτιώνει και μεταφράζει η Οντέτ Βαρών-Βασάρ στο: «Άουσβιτς: η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης», Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για την γενοκτονία των Εβραίων, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», σειρά / Ιστορία και Πολιτική, Αθήνα 2012, σσ. 105-117: 117.

[17] Ορθά ο Μικαέλ Λεβί (όπ. παρ. σ. 198-199), επικαλούμενος την κριτική του Αντόρνο, σχολιάζει ότι μια τέτοια αποδοχή θα κινδύνευε, μεταξύ άλλων, να ακυρώσει την εκπληκτική κριτική και ανατρεπτική δύναμη των γραπτών του μεγάλου ποιητή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here