Άκης Παπαντώνης: μοιράζομαι μια κοινή ελπίδα

0
553

(επιμέλεια: Γιούλη Αναστασοπούλου).

 

Αυτοσύσταση: Tι πρέπει να γνωρίζουν οι αναγνώστες σου για σένα και τους ήρωες σου;

Είμαι μοριακός βιολόγος, συστηματικός αναγνώστης λογοτεχνίας, συχνά τραβώ φωτογραφίες—στα μεσοδιάστηματα γράφω. Παρόλα αυτά, δεν βλέπω γιατί η περσόνα του συγγραφέα—οι πεποιθήσεις, η εργασία, τα χόμπι ή το ντύσιμό του—πρέπει να απασχολεί τον αναγνώστη· το βιβλίο είναι αυτό που είναι, δεν χρειάζεται τη σκιά του συγγραφέα να πέφτει στις σελίδες του.

Σε ό,τι αφορά στον ήρωά μου, τον «Ν.», δεν γνωρίζω (ή δεν πρέπει) να πω, εξ ονόματός του, περισσότερα από όσα αφηγείται η νουβέλα μου. Είναι ένας τριαντάχρονος βιολόγος, ο οποίος κουβαλά ένα περίπλοκο παρελθόν και μετακομίζει από την Αθήνα στην Οξφόρδη για να εργαστεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Εκεί, ξένος μεταξύ ξένων, χρησιμοποιεί τα πειράματά του προκειμένου να απαντήσει στα ερωτήματα που τον βασανίζουν. Έτσι καταλήγει ο ίδιος πειραματόζωο του εαυτού του—τα υπόλοιπα στις 117 σελίδες του βιβλίου.

Τι σε κινητοποίησε να γράψεις τον «Kαρυότυπο»;

Δεν ήταν μονοσήμαντο το σημείο εκκίνησης: η περιπέτεια επιστημονικής ξενιτιάς ενός καλού φίλου, η προσωπική ξενιτιά της καθημερινότητας, η βιολογική ξενιτιά των χιλιάδων ορφανών του καθεστώτος Τσαουσέσκου στη Ρουμανιά, οι συγκινητικές εικόνες των αστέγων στους δρόμους της Οξφόρδης, το γκρίζο τοπίο της Μεγάλης Βρετανίας, όλα συνέβαλαν. Πρώτα από όλα, όμως, ήταν το ερώτημα: πως διαχειρίζεται η μνήμη του ανθρώπου την αφήγηση της ίδιας του της ζωής;

Με ποιο κείμενο συνομιλεί το κείμενό σου;

Μου είναι αρκετά δύσκολο να αναψηλαφίσω τις συγγένειες του «Καρυότυπου». Για παράδειγμα, η τελευταία πρόταση του βιβλίου κλείνει χωρίς σημείο στίξης, εν είδει αναφοράς στον Τζόυς· ο «Ν.» ίσως αντλεί (μεταξύ άλλων) από τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ· η θερμοκρασία της αφήγησης προσιδιάζει σε εκείνη του «Man in the Holocene» του Μαξ Φρις. Οι υπόλοιπες, όσες τυχόν υπάρχουν, συμπεριλήφθηκαν χωρίς συνειδητό σχεδιασμό.

Τι σημαίνει για σένα το βραβείο του Αναγνώστη;

Η διαδικασία της γραφής είναι (και) μια άσκηση μοναξιάς. Ύστερα το βιβλίο παίρνει το δρόμο του κι εσύ παρακολουθείς από μακριά. Συνεπώς, τις λιγοστές στιγμές που αυτή η διαδικασία βρίσκει διέξοδο σε κάτι συλλογικό, όπως εν προκειμένω η βράβευση από τον «Αναγνώστη», είναι πολύ όμορφο. Φυσικά, το βραβείο είναι διπλά σημαντικό για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, καθώς λειτουργεί και ως νεύμα πως δικαιώθηκαν οι αφηγηματικές προθέσεις σου.

Πώς γράφεις και πού;

Κρατώ σημειώσεις όπου κι αν σταθώ—στο χαρτί. Οι σημειώσεις μετουσιώνονται σε προτάσεις, περιόδους, παραγράφους, νωρίς το πρωί ή αργά τη νύχτα—μπροστά στην οθόνη του λαπτοπ. Πως γράφω..; Με τα μάτια μια να διαλέγουν λέξεις μία-μία, μια να τσεκάρουν τον μετρητή χαρακτήρων στη μπάρα του Word, και το στόμα να διαβάζει κάθε πρόταση χαμηλόφωνα καθώς αυτή γράφεται.

Αισθάνεσαι ότι ανήκεις σε μια γενιά συγγραφέων;

Αισθάνομαι πως μοιράζομαι με—λίγο-πολύ—συνομήλικούς μου συγγραφείς την ίδια ελπίδα για το μέλλον, την ίδια (παραλλαγμένη σε σχέση με προηγούμενες γενιές) ματιά στο παρελθόν, την ίδια αγωνία για το παρόν. Αισιοδοξώ, δε, πως αυτοί οι συγγραφείς θα παράξουν, σε βάθος χρόνου, ένα σώμα γραπτών που θα αξίζει τον κόπο να επισκέπτονται οι αναγνώστες. Δείτε, ενδεικτικά, πεζά από τους Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Γιάννης Τσίρμπας, Λευτέρης Καλοσπύρος, Χρίστος Κυθρεώτης, Γιάννης Παλαβός, Βίκυ Τσελεπίδου, Πάνος Τσίρος, ή ποιήματα από τους Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Θωμάς Τσαλαπάτης, Νίκη Χαλκιαδάκη, Κατερίνα Χανδρινού (και αρκετών άλλων που αυτή τη στιγμή ξεχνώ να αναφέρω).

Αν μπορούσες να αλλάξεις ένα αγαπημένο σου βιβλίο ποια θα ήταν η παρέμβασή σου;

(Ωραία ερώτηση.) Θα πρόσθετα μια αράδα στο τέλος του «Ο δρόμος» του Κόρμακ Μακάρθι, για να λυτρωθώ ως αναγνώστης από την αγωνία για την τύχη του μικρού παιδιού-πρωταγωνιστή.

Ποιο είναι το επόμενο βιβλίο σου;

(Δύσκολη ερώτηση.) Εδώ και λίγο καιρό δουλεύω πάνω σε κάτι—με βραδείς ρυθμούς—το οποίο δεν έχει ακόμα σαφές σχήμα ή την απαιτούμενη κρίσιμη μάζα. Διαπιστώνω πάντως πως, ξανά, η θεματική του θα απασχολείται με ζητήματα μνήμης και μετοίκησης, αλλά και με προβληματισμούς γύρω από την (περίπλοκη) συνθήκη της ανθρώπινης συνύπαρξης.

Tι σου λείπει από το λογοτεχνικό τοπίο σήμερα;

Λείπει μία συστηματική προσπάθεια της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής να ανοιχτεί προς το διεθνές κοινό μέσω νέων μεταφράσεων, να αποκτήσει ένα ιδιαίτερο—όμως όχι εμμονικά εσωστρεφές—στίγμα, να εντάξει την ζέουσα ελληνική πραγματικότητα οργανικά στο ευρωπαϊκό κοινωνικοϊστορικό αφήγημα. Στα δικά μου μάτια, ακόμα κι όταν αφηγείσαι την ιστορία ενός περίκλειστου ελληνικού χωριού, οφείλεις να το τοποθετείς εντός ενός ευρύτερου «συγκείμενου»· η ιδιαιτερότητα δεν βρίσκεται παρά στο πως το βίωμα επηρεάζει την ματιά μας.

Απάντησε σε μια ερώτηση που δεν σου έχουν κάνει ακόμα.

Ίσως: ποιό βιβλίο θα ήθελες να είχες γράψει εσύ; Τους «Έντεκα σικελικούς εσπερινούς» του Τάσου Χατζητάτση ή το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου.

Ποιον νέο συγγραφέα θα μας πρότεινες να φιλοξενήσουμε στις Συστατικές Επιστολές;

Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει αρκετούς νέους συγγραφείς που γράφουν μεστά και των οποίων τα βιβλία ξεχωρίζουν (μερικούς αναφέρω πιο πάνω)—αν έπρεπε όμως να επιλέξω έναν μόνο, θα πρότεινα τον Χρίστο Κυθρεώτη, ο οποίος ήταν συνυποψήφιός μου στα φετινά βραβεία του «Αναγνώστη» με τη συλλογή διηγημάτων του «Μια χαρά».

 

 Μικρό βιογραφικό

: Ο Άκης Παπαντώνης (Αθήνα, 1978) σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και είναι Επίκ. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και αγγλόφωνα λογοτεχνικά περιοδικά, κριτικά του σημειώματα στην «Εφημερίδα των Συντακτών», ενώ διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους. Για το πρώτο του βιβλίο, τη νουβέλα «Καρυότυπος» (Κίχλη, 2014), τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού «Αναγνώστης».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here