Το σύμπαν τής ταινίας Magical Girl του Carlos Vermut (του Ελ. Μακεδόνα)

0
133

 

(του Ελευθέριου Μακεδόνα)[2]

Λεβιάθαν[1]: το πραγμοποιημένο σύμπαν τής ταινίας Magical Girl (2014) του Carlos Vermut

1.        Εισαγωγή

Στην ταινία Magical Girl (2014), του Ισπανού Carlos Vermut, ο Λουίς είναι ένας άνεργος καθηγητής Λογοτεχνίας και πατέρας της Αλίσια, ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού, που βρίσκεται στο τελικό στάδιο του καρκίνου κι έχει ως τελευταία της επιθυμία να αποκτήσει ένα φόρεμα της ηρωίδας τής αγαπημένης της ιαπωνικής σειράς anime, Magical Girl.[1] Στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να ικανοποιήσει την τελευταία επιθυμία της κόρης του, ο Λουίς θα εκβιάσει την Μπάρμπαρα, μία νεαρή κι εκκεντρική γυναίκα, με αυτοκτονικές τάσεις κι ένα σκοτεινό παρελθόν. Όταν η Μπάρμπαρα συνειδητοποιήσει ότι έχει παγιδευτεί σε ένα θανάσιμο κύκλο εκβιασμών και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, θα απευθυνθεί στον Νταμιάν, τον παλιό δάσκαλό της, ο οποίος έχει μόλις βγει από τη φυλακή και, τότε, τα πράγματα θα πάρουν μία απρόβλεπτη τροπή για όλους τους ήρωες της ταινίας.

Στο παρόν κείμενο υποστηρίζεται, ότι η ταινία τού Vermut μπορεί να ‘διαβαστεί’ και ως μία κινηματογραφική απεικόνιση του τύπου κοινωνίας, που ο Καναδός θεωρητικός C. B. Macpherson (1911-1987) έχει αποκαλέσει κτητική ατομικιστική κοινωνία ή κοινωνία τής αγοράς (possessive individualistic society or market society).[2] Σύμφωνα με το Macpherson, οι βασικές προϋποθέσεις μίας κτητικής ατομικιστικής κοινωνίας, είναι: α) η μετατροπή ‘της ενέργειας και των δεξιοτήτων τού ανθρώπου’, δηλαδή της εργασίας του, σε απλό εμπόρευμα (commodity),[3] β) η υποκατάσταση των κοινωνικών σχέσεων από τις εμπορευματικές σχέσεις τής αγοράς,[4] γ) ο άγριος ανταγωνισμός μεταξύ των μελών τής κοινωνίας,[5] κι επομένως, η γενικευμένη εκμετάλλευση των πιο αδύναμων κι αυτών που δεν κατέχουν ιδιοκτησία, από τους πιο επιθετικούς ανθρώπους και ιδίως αυτούς που κατέχουν ιδιοκτησία.

Εάν δούμε την ταινία του υπ’ αυτό το πρίσμα, τότε ο Vermut φαίνεται να μας λέει, ότι οι παραπάνω θεωρητικές υποθέσεις τού κτητικού ατομικισμού δεν ισχύουν σε συνθήκες πραγματικής ζωής κι ότι δεν οδηγούν απαραίτητα σε ένα είδος ιδανικής κοινωνίας συνολικά, αλλά μάλλον στο διαμετρικά αντίθετο αποτέλεσμα: στην καταστροφή, ταυτόχρονα του ατόμου και του κοινωνικού συνόλου.

2.        Οι ιδεολογικές καταβολές τού κτητικού ατομικισμού

Ο κτητικός ατομικισμός ως όρος περιγράφει την επίσημη ιδεολογία τής νέας αστικής τάξης, η οποία άρχισε να αναδύεται στην Αγγλία τού 17ου αιώνα κι η οποία αργότερα κρυσταλλώθηκε σ’ αυτό που γνωρίζουμε ως σύγχρονη δυτική καπιταλιστική κοινωνία. Η επιτομή τής ιδεολογίας αυτής περιέχεται στο εξής, διάσημο απόσπασμα από τον Πλούτο των Εθνών, του Adam Smith (1723-1790): ‘Δεν είναι από τη φιλανθρωπία του χασάπη, του ζυθοποιού, ή του αρτοποιού που περιμένουμε το γεύμα μας, αλλά από το ενδιαφέρον όλων αυτών για τον εαυτό τους. Απευθυνόμαστε, όχι στην ανθρωπιά τους, αλλά στην αγάπη τους για τον εαυτό τους …’.[6]

Ρήσεις σαν αυτήν εντάσσονται σε μία μακρά αγγλοσαξονική παράδοση, σύμφωνα με την οποία, το Ανθρώπινο Ζώο στην παρούσα του κατάσταση ρέπει περισσότερο προς το ζώο, παρά προς τον Άνθρωπο. Χαρακτηριστικό προς αυτήν την κατεύθυνση είναι το έργο τού Αγγλο-Ολλανδού φιλοσόφου Bernard Mandeville (1670-1733), στο οποίο ο άνθρωπος περιγράφεται γενικά ως ‘ένα εκπληκτικά εγωιστικό και ξεροκέφαλο, όσο και πανούργο Ζώο’.[7]

3.        Λεβιάθαν

Ο Thomas Hobbes (1588-1679), ωστόσο, είναι αυτός που μπορεί να θεωρηθεί ως ο προπάτορας της θεωρίας τού κτητικού ατομικισμού. Το φιλοσοφικό του σύστημα σε σχέση με την ανθρώπινη φύση συνοψίζεται στα εξής σημεία: οι άνθρωποι είναι απλά ‘αυτο-κινούμενα συστήματα ύλης, τα οποία βρίσκονται σε κίνηση’.[8] Ποια είναι η (τυφλή) δύναμη που κινεί αυτά τα συστήματα; Η Επιθυμία, απαντά ο Hobbes. Προκειμένου να ικανοποιήσει την αμείλικτη παρόρμηση της Επιθυμίας, ο άνθρωπος δεν θα διστάσει να βλάψει άλλους ανθρώπους: ‘Όλοι οι άνθρωποι, στη Φυσική Κατάσταση των πραγμάτων [‘State of nature’], έχουν μία επιθυμία και μία θέληση να βλάψουν [τους άλλους]’.[9] Ακόμη χειρότερα, υπάρχουν ανάμεσά τους κάποιοι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από έναν ακόμη μεγαλύτερο βαθμό επιθετικότητας κι επιδιώκουν με κάθε πιθανό τρόπο, να αποσπάσουν από τους υπόλοιπους, ακόμη και τα απαραίτητα για τη διατήρησή τους στη ζωή, προκειμένου οι ίδιοι να συσσωρεύσουν όλο και περισσότερα αγαθά και πλούτο. Είναι οι ‘υπέρμετρα άπληστοι άνθρωποι [immoderately desirous men]’ κατά Hobbes.[10]

Σύμφωνα με τον κτητικό ατομικισμό, ο άνθρωπος λειτουργεί εγωιστικά, με μόνο του γνώμονα το ατομικό του συμφέρον και συνεπώς, βρίσκεται σε διαρκή ανταγωνισμό με κάθε ένα από τα υπόλοιπα μέλη τής κοινωνίας. Τη διαπίστωσή τους αυτή για το ανθρώπινο ον, οι θεωρητικοί τού κτητικού ατομικισμού θα την ενδύσουν και με μία αξιολόγηση σχεδόν ηθικού χαρακτήρα: θα τη δικαιολογήσουν, θα την αποδεχθούν ως νομοτέλεια και θα την αναγάγουν σε επίσημο δόγμα τής νέας αστικής κοινωνίας: ‘Εάν αυτό είναι το καλό τού ατόμου, τότε είναι και το καλό τού ανθρώπινου γένους’, θα ισχυρισθεί με στόμφο ο Σκωτσέζος φιλόσοφος Adam Ferguson (1723-1816).[11]

Πέραν ωστόσο από τις επιφανειακές διακηρύξεις και την προπαγανδιστική ρητορική που αναπόφευκτα συνοδεύουν κάθε πρωτοεμφανιζόμενη ιδεολογία, την ίδια στιγμή που ο επίσημος κτητικός ατομικισμός ευαγγελιζόταν τον αδιαπραγμάτευτο σεβασμό τού κάθε ατόμου χωριστά, ταυτόχρονα απεργαζόταν και μία νέα μορφή κοινωνικής διαστρωμάτωσης, προς όφελος της αναδυόμενης αστικής τάξης κι αυτό, το έπραξε μέσω της δημιουργίας ενός συνεκτικού συστήματος φιλοσοφικών, οικονομικών, μα πάνω απ’  όλα, ‘λογικών’ επιχειρημάτων. Το ρόλο αυτό ανέλαβε πρωτίστως ο John Locke (1632-1704), με τη θεωρία του περί της ιδιοκτησίας.

Κατ’ αρχάς, ‘… κάθε Άνθρωπος έχει ένα δικαίωμα Ιδιοκτησίας στο ίδιο του το Άτομο’, διατείνεται ο Locke.[12] Από το πρωταρχικό του αυτό δικαίωμα συνάγεται κι ένα αδιαπραγμάτευτο δικαίωμά του στην Ιδιοκτησία. Στο ερώτημα ‘πόση ακριβώς ιδιοκτησία δικαιούται να κατέχει κάθε Άτομο’, ο Locke απαντά ως εξής: ‘… κάθε Άνθρωπος θα έπρεπε να έχει τόση γη, όση θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, χωρίς να στερήσει κανέναν άλλον [από το ίδιο δικαίωμα], αφού υπάρχει τόση Γη στον Κόσμο, ώστε να επαρκέσει για το διπλάσιο από το σημερινό αριθμό των Κατοίκων του’.[13] Ο ‘φυσικός’ αυτός ‘Νόμος της Ιδιοκτησίας’ ίσχυσε, σύμφωνα με το Locke, μέχρις ότου εμφανίσθηκε ο παράγοντας χρήμα, οπότε κατέστη ‘… δυνατό να ανταλλαχθεί η ποσότητα οποιουδήποτε αγαθού, με ένα περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δεν φθείρεται ποτέ…’,[14] δηλαδή το χρήμα, οπότε πλέον, ‘δεν ήταν ούτε άδικο, ούτε ανόητο, το να συσσωρεύσει κανείς την οποιαδήποτε έκταση γης, ώστε να επιτύχει την παραγωγή μίας υπεραξίας, την οποία εν συνεχεία να μετατρέψει σε χρήμα και, κατ’ επέκταση, σε κεφάλαιο’.[15]

Έτσι, ο πρωταρχικός ατομικισμός τού Hobbes καταλήγει στον κτητικό ατομικισμό τού Locke και των σύγχρονων Δυτικών κοινωνιών τού σήμερα, με βασικό ιδεολογικό τους πυλώνα την άνευ όρων προάσπιση τού ατομικού δικαιώματος στην κατά βούλησιν ιδιοποίηση και συσσώρευση γης και πλούτου.

Αυτή είναι ιστορικά η χρονική στιγμή τής επίσημης νομιμοποίησης τής ανισότητας στην κατανομή τού πλούτου από τη σύγχρονο αστικό κράτος, με τη δεδηλωμένη του βούληση να εδραιώσει τη νεοεμφανιζόμενη αστική τάξη, ως κυρίαρχη των σύγχρονων Δυτικών κοινωνιών. Έτσι, κάθε επιχείρημα περί της υποτιθέμενης ‘ιερότητας’ ή του αδιαπραγμάτευτου της Ιδιοκτησίας απομυθοποιείται, ή έστω, παίρνει τη σωστή του θέση ιστορικά, ως απότοκο συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών και δεδομένων ιδεολογικών καταβολών.

Εξετάζουμε στη συνέχεια πώς σχετίζονται αυτοί οι θεωρητικοί προβληματισμοί με την ταινία τού Vermut.

4.        Η ‘Χομπσιανή’, ατομικιστική κοινωνία τού Magical Girl

Η κοινωνία που απεικονίζεται στο Magical Girl μοιράζεται πολλά κοινά σημεία με τον τύπο κοινωνίας που ο Macpherson ονόμασε κτητική ατομικιστική: ένα σύνολο ατόμων, που το καθένα τους δρα εντελώς αυτόνομα, με αποκλειστικό του κριτήριο την ικανοποίηση των προσωπικών του επιθυμιών, χωρίς να διστάζει να προκαλέσει πόνο σε οποιοδήποτε άλλο άτομο γύρω του. Σύμφωνα με το βασικό αξίωμα του κτητικού ατομικισμού, εφόσον κάθε άτομο ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε και το συνολικό καλό τής κοινωνίας επιτυγχάνεται επίσης. Συμβαίνει όμως αυτό στην ταινία τού Vermut;

Εάν εξετάσουμε την επιθυμία τού κάθε ήρωα απομονωμένα, ίσως  αυτή να φαντάζει απολύτως λογική: η Αλίσια για παράδειγμα, θα έλεγε κανείς ότι έχει κάθε δικαίωμα, λόγω του νεαρού τής ηλικίας της, αλλά κι ενόψει του βέβαιου θανάτου της, να έχει ως τελευταία επιθυμία της την απόκτηση του αγαπημένου της φορέματος Magical Girl. Ο Λουίς από τη μεριά του, ενεργεί επίσης ορθολογικά, όταν επιχειρεί, με κάθε τρόπο, να ικανοποιήσει την τελευταία επιθυμία τής κόρης του. Η Μπάρμπαρα δεν εξαιρείται από αυτήν τη – Χομπσιανής γενεαλογίας – αρχή τής επιθυμίας. Επιθυμεί κι αυτή κάτι, αν και λίγο διαφορετικής φύσης: να κόψει τους δεσμούς της με ένα σκοτεινό και τραυματικό παρελθόν, το οποίο την αναγκάζει να υπομένει στωικά και το μουντό κι εξίσου τραυματικό, μικροαστικό παρόν της. Από αυτό το απεχθές παρόν είναι που προσπαθεί να ξεφύγει απεγνωσμένα και γι’ αυτό, δεν θα διστάσει να ενδώσει στη σεξουαλική πράξη με τον περαστικό Λουίς, παγιδευόμενη έτσι σε έναν κύκλο εκβιασμού και θανάτου.

Πώς όμως είναι δυνατό να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα όλες αυτές οι ετερόκλητες και συνήθως αυτοαποκλειόμενες ατομικές επιθυμίες; Μέσω της αγοράς, απαντούν οι θεωρητικοί τού κτητικού ατομικισμού. Μέσω του μηχανισμού των τιμών, η αγορά υποτίθεται πως αντιστοιχίζει κατά τον άριστο τρόπο (στην ιδανική τιμή για το κάθε άτομο χωριστά), κάθε μία από τις ανάγκες-επιθυμίες δισεκατομμυρίων διαφορετικών ανθρώπων.

Σε μία σύγχρονη οικονομία, για να ικανοποιήσεις τις ανάγκες σου στην αγορά χρειάζεσαι χρήματα. Και για να πείσεις κάποιον να σου δώσει το επιθυμητό ποσό χρημάτων, θα πρέπει να του προσφέρεις κάτι σε αντάλλαγμα. Κάποιο αρχικό απόθεμα ανταλλάξιμων αγαθών, δηλαδή κάποιος αρχικός πλούτος είναι απαραίτητος. Στην εποχή τού Hobbes και του Locke, χρήματα είχαν προφανώς οι κάτοχοι γης. Είδαμε όμως, ότι κάτοχοι γης έγιναν – δια της βίας – κυρίως αυτοί που ήταν εκ φύσεως ‘υπέρμετρα επιθετικοί’. Τί προτείνει η θεωρία τού κτητικού ατομικισμού για τους λιγότερο ‘επιθετικούς’, ‘ικανούς’ ή ‘έξυπνους’; Και πάλι προσφυγή στην αγορά: σε τελική ανάλυση, ο καθένας μπορεί να προσέλθει σ’ αυτήν και να πουλήσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει (ή του έχει απομείνει): την εργασία του. ‘Η [χρηματική] αξία, δηλαδή η ΑΞΙΑ ενός ανθρώπου είναι, όπως συμβαίνει και με όλα τα υπόλοιπα πράγματα, η τιμή του’, μας λέει ο Hobbes.[16] Η αξία του ανθρώπου, για την οποία μας μιλά ο Hobbes, είναι η εργατική του δύναμη.

Τη στιγμή που κάποιοι άνθρωποι έφτασαν να μην διαθέτουν άλλη δυνατότητα επιβίωσης από την πώληση της εργατικής τους δύναμης, έναντι συγκεκριμένης – πάντοτε έξωθεν καθορισμένης τιμής – σαν να επρόκειτο για την πώληση οποιουδήποτε άλλου πράγματος, γεννήθηκε ιστορικά το φαινόμενο της κατά Marx εμπορευματοποίησης (commodification). Η ανθρώπινη εργασία μεταφράζεται πλέον σε αξιακούς, δηλαδή σε καθαρά ποσοτικούς όρους (μονάδες χρόνου εργασίας που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή συγκεκριμένων εμπορευμάτων) κι έτσι μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα, ένα πράγμα. Μαζί της κι ο φορέας και πωλητής της, ο άνθρωπος.

Πράγματι, στην ταινία τού Vermut, όλοι οι ήρωες προσφεύγουν στην αγορά, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους: η Αλίσια για να αποκτήσει το φόρεμά της. Ο Λουίς, προκειμένου να προσφέρει όσο περισσότερες ευτυχισμένες στιγμές μπορεί στην ετοιμοθάνατη κόρη του. Η Μπάρμπαρα – παρότι αυτή μπορεί εν μέρει να δικαιολογηθεί, ως η μόνη που δεν έχει επιδιώξει πρώτη την ικανοποίηση κάποιας προσωπικής της επιθυμίας, εις βάρος των επιθυμιών κάποιου άλλου, – επίσης δεν αποφεύγει τον αμείλικτο μηχανισμό τής αγοράς. Τέλος, ο ‘υπέρμετρα επιθετικός’ Όλιβερ, χρησιμοποιεί κι αυτός την αγορά, για να ικανοποιήσει τις προσωπικές, έκφυλες επιθυμίες του. Με τη διαφορά, ότι αυτός βρίσκεται στο άλλο άκρο τού όλου μηχανισμού: στη μεριά της προσφοράς. Είναι σε θέση να προσφέρει οποιαδήποτε ποσότητα χρήματος στους ανθρώπους που βρίσκονται στην αντίπερα όχθη – στη μεριά τής ζήτησης, όπως για παράδειγμα η Μπάρμπαρα, – ώστε να ικανοποιήσει κάθε διεστραμμένη επιθυμία του. Προφανώς, κάποιοι από τους προγόνους του, αρκετούς αιώνες πριν, είχαν αρκετά μεγάλα αποθέματα ‘αγάπης για τον εαυτό’ τους (για να θυμηθούμε τους Smith, και Mandeville) κι ‘επιθετικότητας’ (κατά Hobbes), ώστε εγκαίρως να ιδιοποιηθούν πολύ περισσότερη γη από αυτήν που χρειάζονταν για τις βιολογικές τους ανάγκες, εις βάρος των λιγότερο προνοητικών ή ‘επιθετικών’.

Επομένως, όλοι καταφεύγουν στην αγορά για την ικανοποίηση των επιθυμιών τους, ωστόσο, με διαφορετική διαπραγματευτική δύναμη ο καθένας τους. Άνθρωποι σαν το Λουίς, την Αλίσια και την Μπάρμπαρα, δεν μπορούσαν να αποκλειστούν φυσικά από το ‘παιχνίδι’ εξαρχής. Από πολύ νωρίς είχε γίνει κατανοητό, ότι διέθεταν κάτι το ουσιώδες για την εδραίωση του Δυτικού καπιταλισμού: την εργατική τους δύναμη.

Όλα αυτά όμως, σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο. Διότι, η πραγματικότητα της σύγχρονης Ισπανίας – όπου διαδραματίζεται η ταινία – είναι αρκετά διαφορετική: για μεγάλη μερίδα τού πληθυσμού έχει προ πολλού εκλείψει ακόμη κι αυτή η μοναδική δυνατότητα επιβίωσης. Έτσι, ο Λουίς θα αναγκαστεί να εκβιάσει την Μπάρμπαρα κι αυτή με τη σειρά της, να διαθέσει το βιολογικό της σώμα στις διεστραμμένες ορέξεις τού Όλιβερ, ως το μόνο προς ανταλλαγή αγαθό που της απομένει. Πρόκειται για μία εκφυλισμένη, σχεδόν δυστοπική κοινωνία τής αγοράς, η οποία εμπορευματοποιεί κατά συρροή τα πιο αδύναμα μέλη της, όχι όμως πια στη βάση της εκμετάλλευσης της εργασίας τους, όπως το είχε περιγράψει ο Marx, αλλά της απόσπασης από αυτά των πιο θεμελιωδών ανθρώπινων ιδιοτήτων που ακόμη διαθέτουν.

5.        Κυρίαρχα ή πραγμοποιημένα άτομα;

Εμπνεόμενος από το Ludwig Feuerbach (1804-1872), ο Karl Marx (1818-1883) είχε φτάσει να εντοπίσει μία ευθεία αναλογία μεταξύ του κόσμου τής θρησκείας και του κόσμου των εμπορευμάτων: όπως ακριβώς στο πεδίο της θρησκείας ‘… τα προϊόντα τού ανθρώπινου εγκεφάλου [οι ιδέες περί τού Θεού] παρουσιάζονται ως ανεξάρτητες, ζώσες οντότητες…’,[17] έτσι και στον κόσμο των εμπορευμάτων, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αντιλαμβάνεται λανθασμένα κάποιες παραγωγικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, οι οποίες θα έπρεπε κανονικά να αποσκοπούν στην παραγωγή κοινωνικά χρήσιμων αγαθών, ως ένα σύνολο απρόσωπων σχέσεων μεταξύ ‘εμπορευμάτων’, δηλαδή, μεταξύ πραγμάτων. Το φαινόμενο αυτό ο Marx το ονόμασε ‘φετιχισμό τού εμπορεύματος’ [commodity fetishism] ή ‘εμπορευματοποίηση’ [commodification].

Στην περίπτωση του Magical Girl, η εμπορευματοποίηση εντοπίζεται κυρίως στην ανάγκη των πιο αδύναμων οικονομικά ηρώων να προσφύγουν στην αγορά και να ‘πουλήσουν’ οτιδήποτε διαθέτουν προς πώληση. Στην εποχή τού Marx, θα υπήρχε ίσως η δυνατότητα να πουλήσουν την εργασία τους, ώστε να επιβιώσουν. Στη διαδικασία αυτή θα είχαν ούτως ή άλλως εμπορευματοποιηθεί αυτομάτως, όπως υποστήριξε ο Marx.

Ελλείψει ακόμη κι αυτής της δυνατότητας σήμερα – στον Ευρωπαϊκό Νότο τής κρίσης – είναι αναγκασμένοι να πουλήσουν οποιοδήποτε άλλο ‘αγαθό’ διαθέτουν. Μπορούμε να πούμε, ότι ο Λουίς ‘πουλάει’ την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του, ερχόμενος σε συνουσία με την Μπάρμπαρα κι εκβιάζοντάς την στη συνέχεια, ώστε να της αποσπάσει το χρηματικό ποσό που χρειάζεται για το φόρεμα της Αλίσια. Ενώ η Μπάρμπαρα, αναγκάζεται να ικανοποιήσει τις διαστροφικές σεξουαλικές ορέξεις τού πλούσιου Όλιβερ, προκειμένου κι αυτή να αποκτήσει τα χρήματα που διαρκώς της ζητά ο Λουίς.

Πρόκειται για μία δραστική μετατόπιση από την απλή κατά Marx εμπορευματοποίηση, στην κατά György Lukács (1885-1971) πραγμοποίηση [reification] του ανθρώπου, φαινόμενο κατά το οποίο ‘… μία σχέση μεταξύ ανθρώπων αποκτά το χαρακτήρα ενός πράγματος κι έτσι, αναλαμβάνει μία ‘φασματική αντικειμενικότητα’ [‘phantom objectivity’], μία αυτονομία, η οποία φαινομενικά δείχνει τόσο αυστηρά ορθολογική και καθολικής ισχύος, ώστε να αποκρύπτει κάθε ίχνος τής θεμελιώδους φύσης της: ότι είναι μία σχέση μεταξύ ανθρώπων’.[18]

Σύμφωνα με το Lukács, η πραγμοποίηση αυτή είναι συνώνυμη της ‘απανθρωποποίησης’ [‘dehumanization’] τού ανθρώπου, ή αλλιώς, ‘η απανθρωποποιημένη [‘dehumanised’] και απανθρωπίζουσα [‘dehumanising’] λειτουργία τής εμπορευματικής σχέσης’.[19] Η απανθρωποποίηση αυτή έχει προσλάβει τόσο καθολικές διαστάσεις στη σύγχρονη καταναλωτική μας κοινωνία, ώστε ο Henri Lefebvre (1901-1991) να φτάσει στην εξής ακραία διατύπωση: ‘Το ανθρώπινο έχει σχηματισθεί μέσω της απανθρωποποίησης, διαλεκτικά’.[20]

Ο Λουίς κι η Μπάρμπαρα – ιδίως αυτή – πραγμοποιούνται κι απανθρωποποιούνται σύμφωνα με την παραπάνω διαδικασία. Δεν είναι όμως αυτή η μόνη διαδικασία πραγμοποίησης των σύγχρονων κτητικών ατομικιστικών κοινωνιών μας. Στην περίπτωση των ακόμη πιο αδύναμων μελών, των μικρών παιδιών όπως η Αλίσια, η πραγμοποίηση είναι ακόμη πιο τερατώδης: λαμβάνει χώρα μέσω του βομβαρδισμού τους από αδιάκοπες ριπές εμπορευμάτων-ομοιωμάτων, μη υλικών εικόνων ευτυχίας κι ευχαρίστησης, τα οποία, μία πανταχού παρούσα προπαγάνδα μάρκετινγκ αναλαμβάνει να προωθήσει, μέσω εξίσου αποϋλοποιημένων καναλιών μετάδοσης και πειθούς, όπως η τηλεόραση. Όπως έχει παρατηρήσει ο Herbert Marcuse (1898-1979), πλέον οι άνθρωποι ‘αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα εμπορεύματά τους˙ την ψυχή τους στο αυτοκίνητό τους, στο σύστημα ήχου τους, στο πολυώροφο σπίτι τους, στον εξοπλισμό [τής] κουζίνας τους’.[21]

Κι η εικόνα είναι ακόμη πιο εφιαλτική. Διότι, εάν στις μέρες τού Marx η ανταλλαγή τής εργασίας στην αγορά οδήγησε στην εμπορευματοποίηση του ανθρώπου και, εάν στην εποχή τού Lukács, η ίδια αυτή διαδικασία τον μεταμόρφωσε σε ένα απανθρωποποιημένο πράγμα, τότε, στη μεταμοντέρνα εποχή τού ύστερου καπιταλισμού[22] η πραγμοποίηση έχει κυριαρχήσει στο σύνολο της πραγματικότητας – ανθρώπινης ή εξω-ανθρώπινης, – ως απλή εικόνα. Ο κόσμος έχει χάσει πλέον το βάθος του και ‘… απειλεί να μετατραπεί σε μία γυαλιστερή επιδερμίδα, μία στερεοσκοπική αυταπάτη, μία πυρετώδη εναλλαγή εικόνων χωρίς καμία πυκνότητα’.[23]

Η διαδικασία τής παραγωγής εικόνων έχει προσλάβει ξέφρενους τόνους, δραματικά διεγερμένη από μία παντοδύναμη βιομηχανία δημιουργίας τεχνητών αναγκών, που δεν σταματά να παράγει εμπορεύματα πάσης φύσης. Όχι άδικα, ο Guy Debord (1931-1994), στο Η κοινωνία τού Θεάματος, διαπίστωνε, ότι πλέον, ‘η απόλυτη μορφή πραγμοποίησης μέσω του εμπορεύματος, στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία είναι ακριβώς η εικόνα αφ’ εαυτή’.[24]

Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει παγιδευτεί σε έναν τρισδιάστατο, εικονικό κόσμο υπόσχεσης διαρκούς ευχαρίστησης, τον οποίον αυτός ο ίδιος έχει δημιουργήσει, αφού πρώτα φρόντισε να αναθέσει στις απρόσωπες πολυεθνικές εταιρίες παραγωγής εμπορευμάτων το ρόλο τού ενδιάμεσου κι εγγυητή σε αυτό το ιδεατό, αποϋλοποιημένο παιχνίδι του: ‘Η υποσχετική επιστολή τής ευχαρίστησης που εκδίδουν η γραφική αναπαράσταση από τη μία κι η συσκευασία από την άλλη, παρατείνεται επ’ αόριστον: η υπόσχεση, η οποία στην ουσία αποτελεί όλο κι όλο το ‘show’, περιφρονητικά υπαινίσσεται, πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο να περιμένει κανείς, ότι ο συνδαιτημόνας θα πρέπει να ικανοποιήσει την όρεξή του απλά και μόνο διαβάζοντας το μενού. Η επιθυμία, εξημμένη από στιλπνά ονόματα και εικόνες, σερβίρεται τελικά μαζί με την ίδια εξύμνηση της καθημερινής ρουτίνας, από την οποία ακριβώς επιχείρησε αρχικά να αποδράσει’.[25]

6.        Εμπορευματοποιημένα, πραγμοποιημένα και ‘θεαματικά’ άτομα, στο Magical Girl

Στην απόλυτα εμπορευματοποιημένη, μετακαπιταλιστική και μεταμοντέρνα κοινωνία τού Magical Girl, δεν μπορεί επ’ ουδενί να γίνει λόγος για ‘χρήσιμα προϊόντα’, ούτε για κάποιο ‘… συγκεκριμένο, χρήσιμο είδος εργασίας, το οποίο οφείλει να ικανοποιήσει μία συγκεκριμένη κοινωνική ανάγκη’, όπως θα το ήθελε ο Marx.[26] Το φόρεμα που διακαώς επιθυμεί η Αλίσια αντιστοιχεί περισσότερο σε ένα μία κοινωνία, στην οποία ‘το εμπόρευμα γίνεται υπερ-εμπόρευμα … το οποίο δηλαδή δεν συνδέεται πια με διακριτές ανταλλαγές ή με συγκεκριμένες ανάγκες, αλλά μάλλον με ένα είδος περιγραφικού σύμπαντος’,[27] στο οποίο μία πληθώρα καταναλωτικών, ή υπό μία πιο ευρεία έννοια, πολιτισμικών αντικειμένων ‘δεν έχουν κανέναν άλλο σκοπό, παρά μόνο να σε κρατήσουν σε μία κατάσταση ενσωμάτωσης στη μάζα, μία κατάσταση συνεχούς σήματος τρανζίστορ ή μαγνητισμένου μορίου’.[28]

Πρόκειται για μία ‘κοινωνία του θεάματος’, που ξεπλένει τους εγκεφάλους των ανθρώπων – χωρίς να εξαιρεί τα μικρά παιδιά – με ιδεατές ανάγκες, πολλαπλασιασμένες από μία πανταχού παρούσα βιομηχανία επιφανειακής διασκέδασης, παρά για μία κοινωνία που θα μπορούσε να γίνει κατανοητή με τους παραδοσιακούς Μαρξιστικούς όρους.

Τόσο στην περίπτωση της τελευταίας επιθυμίας τής Αλίσια, όσο και στην σεξουαλική εκμετάλλευση της Μπάρμπαρα, είναι η βιομηχανία τής διασκέδασης αυτή που διευκολύνει τη δημιουργία ενός ‘πλαισίου, στο οποίο η χρηστική αξία [του εμπορεύματος] υποχωρεί στο παρασκήνιο’, αποκαλύπτοντάς μας ‘μία φαντασμαγορία, στην οποία ο άνθρωπος παραδίδεται, προκειμένου να ξεχαστεί …’, εξισωνόμενος έτσι με το απλό εμπόρευμα’.[29] Στην περίπτωση της Αλίσια, ‘το εμπόρευμα έχει μετασχηματισθεί σε ένα είδωλο, το οποίο, παρότι είναι ένα προϊόν ανθρώπινων χεριών, κυριαρχεί [τελικά] πάνω στον άνθρωπο’.[30] Στην περίπτωση της Μπάρμπαρα, ‘… η ίδια η Φύση λαμβάνει πλέον το χαρακτήρα τού εμπορεύματος. Είναι ακριβώς αυτή η παρουσίαση της Φύσης ως εμπορεύματος [Wahrenschein], που προσιδιάζει και στην πόρνη: ‘Το χρήμα θρέφει τον αισθησιασμό’, όπως συνηθίζεται να λέγεται’.[31]

Πλέον, είναι το ίδιο το ανθρώπινο σώμα κι οι κοινωνικές σχέσεις τού ατόμου που έχουν μετατραπεί σε εμπορεύματα. Είμαστε πια μάρτυρες ενός ολοκληρωτικού ‘εκφυλισμού τού είναι στο έχειν‘ (η περίπτωση της Αλίσια) ή, ακόμη χειρότερα, μίας αθεράπευτης μετατροπής τού ίδιου του ανθρώπου σε πράγμα (η περίπτωση της Μπάρμπαρα), σύμφωνα με τη διατύπωση του Raoul Vaneigem (1934): ‘Σήμερα, όσο περισσότερο ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον, τόσο περισσότερο είναι κι ένα αντικείμενο’.[32]

Μία ‘φαντασμαγορική’ – όπως θα έλεγε ο Benjamin˙ μία ‘θεαματική’ – όπως θα το διατύπωνε ο Debord – πραγμοποίηση του ανθρώπου,είναι ο κανόνας σήμερα. Η επιθυμία κι ο συναφής με αυτήν μηχανισμός παραγωγής ψευδών εικόνων τού ανθρώπινου εγκεφάλου έχουν πλέονεκραγεί σε διαστάσεις που κανείς δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει, αποϋλοποιώντας ξανά, ό,τι κάποτε είχαν αντικειμενοποιήσει στη μορφή τού εμπορεύματος.

Ο ίδιος μηχανισμός τής σκέψης μας που, – όπως σωστά είχε παρατηρήσει ο Marx, – είχε αντιληφθεί αρχικά ως αντικείμενο, αυτό που ανήκε στη σφαίρα τού ανθρώπινου και του κοινωνικού, βρίσκεται σε λειτουργία και σήμερα, συνεχίζοντας πεισματικά να ερμηνεύει τον κόσμο ως ένα σύνολο άψυχων ομοιωμάτων ικανοποίησης επιθυμιών, δηλαδή εικόνων, προβεβλημένων πάντα σε μία ομιχλώδη σφαίρα αφαίρεσης κι ιδεοληψίας. Η εικονολατρία επιστρέφει θριαμβευτικά και πάλι, αυτήν τη φορά με την ομόφωνη επιδοκιμασία των ίδιων των καταναλωτικών μαζών και του status-quo τής παραγωγής εμπορευματικών αγαθών, μίας κοινωνίας η οποία έχει αποϋλοποιηθεί πλήρως κι έχει μετατραπεί ανεπιστρεπτί σε ένα θεαματικό ολόγραμμα.

Όποτε η ανθρώπινη σκέψη – παρακινημένη από τα ατομικιστικά της κίνητρα κι επιθυμίες – βρίσκεται σε δράση, ο κόσμος καταλήγει να θρυμματισθεί από το διαχωρισμό και την εχθρότητα, την ίδια στιγμή που ο άνθρωπος πραγμοποιείται ανελέητα, θήραμα των ίδιων εξουσιαστικών δυνάμεων που αυτός απελευθερώνει.

Εν αρχή ην ο άνθρωπος. Η κοινωνία ακολούθησε, ως μία ακριβής αντανάκλαση των βιολογικών του αναγκών και του ψυχολογικού του κόσμου. Εάν ο ίδιος δεν είχε συναινέσει ποτέ σε μία δομή κοινωνίας που αποδέχεται την αγάπη τού εαυτού ως μοναδική της Θεότητα, ο ατομικισμός δεν θα είχε επικρατήσει ποτέ ως κυρίαρχη φιλοσοφία κοινωνικής οργάνωσης. Ο ατομικισμός υπήρξε απλά το μόνο ιδεολογικό σύστημα που είχε την προνοητικότητα να υποσχεθεί για τον καθένα μία πιθανότητα πλούτου και προσωπικής ολοκλήρωσης, κάπου σε ένα μακρινό, απροσδιόριστο μέλλον και αυτός είναι ο λόγος που επικράτησε παγκοσμίως. Οι άνθρωποι τον υποστήριξαν ολόψυχα, γιατί σ’ αυτόν αναγνώρισαν τον ίδιο τους τον εαυτό.

Οι ήρωες του Magical Girl έχουν εξίσου αφελώς αποδεχτεί την ατομική τους αυτο-διατήρηση, ως τη βασική κινητήρια δύναμη της κοινωνίας. Έχουν φτάσει στο σημείο να ταυτίσουν το ‘κοινό καλό’ με τα πολλά ατομικά μικρά ‘δικό μου’ και ‘δικό σου’. Κι έτσι, έχουν κι οι ίδιοι μετατραπεί ασυναίσθητα σε απλά αντικείμενα. Έχουν πραγμοποιηθεί. Όταν μονίμως βρίσκεται σε δράση ένα ‘η οικογένειά μου’, ‘το φόρεμά μου’, ‘η κόρη μου’, ‘η ευχαρίστησή μου’, σε μόνιμη αντιδιαστολή και σύγκρουση με τις αντίστοιχες κτήσεις των υπόλοιπων μελών τής κοινωνίας, τότε αναπόφευκτα, οι ‘σχέσεις’ μεταξύ ανθρώπων θα μετατραπούν σε σχέσεις μεταξύ αντικειμένων. Και τότε, το μίσος, η βία κι ο θάνατος όλων ανεξαιρέτως, θα είναι το μόνο πιθανό αποτέλεσμα, φαίνεται να μας λέει η ταινία τού Vermut.

Εάν ο Vermut επιλέγει ως ‘τελική λύση’ για την ταινία του ένα κατεξοχήν παραδοσιακό χαρακτηριστικό τού Ισπανικού ψυχισμού – τη βεντέτα, – πιθανότατα το κάνει λόγω της αμηχανίας του μπροστά στο εύρημα στο οποίο τον οδήγησε το κινηματογραφικό του ‘πείραμα’: το χάος κι ο ανθρώπινος  εκφυλισμός στον οποίον οδηγεί μαθηματικά κάθε κτητική ατομικιστική κοινωνία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1] Τέρας, που συναντάται στη μυθολογία αρχαίων λαών τής Μέσης Ανατολής και κυρίως στην Εβραϊκή θρησκευτική παράδοση. Ο Hobbes το χρησιμοποιεί στον τίτλο τού βιβλίου του Leviathan or The Matter, Forme and Power of a Common Wealth Ecclesiasticall and Civil, ως σύμβολο τού κακού και του χάους που θα επικρατούσε κοινωνικά, ελλείψει ενός απόλυτου ηγεμόνα. Χρησιμοποιούμε τον όρο, τόσο για να αναφερθούμε στο βιβλίο τού Hobbes, όσο και συμβολικά, για την κεντρική του ιδέα, ότι ο άνθρωπος είναι φύσει γεμάτος βία κι εχθρότητα, πάντοτε επιρρεπής στον πόλεμο και στο χάος.

[2] Ο Ελευθέριος Μακεδόνας είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Mail to: lefmak@gmail.com.

Το παρόν κείμενο βασίζεται σε υλικό από το άρθρο τού συγγραφέα: Makedonas, Eleftherios. «Leviathan: The Reified Universe of Carlos Vermut’s Magical Girl (2014).» Journal of Iberian and Latin American Research 22.3 (2016): 264-279.

[1] Ο όρος anime αναφέρεται γενικά στα Ιαπωνικά κινούμενα σχέδια και Magical Girl είναι μία τέτοια τηλεοπτική σειρά anime, που αρέσει ιδιαίτερα και στον Carlos Vermut.

[2] C. B. Macpherson, The Political Theory of Possessive Individualism: Hobbes to Locke (Ontario: Oxford University Press, 2011).

[3] Ό.π., σ. 48.

[4] Ό.π., σσ. 48, 55.

[5] Ό.π., σ. 55.

[6] Adam Smith, The Wealth of Nations (Bungay, Suffolk, Great Britain: Penguin Books, 1973), σ. 119. Η έμφαση δική μας.

[7] Bernard Mandeville, The Fable of the Bees or Private Vices, Publick Benefits, 2 vols. With a Commentary Critical, Historical, and Explanatory by F.B. Kaye (Indianapolis: Liberty Fund, 1988). Vol. 1, σσ. 41-42. http://oll.libertyfund.org/titles/846.

[8] Macpherson, ό.π., σ. 79.

[9] Thomas Hobbes, Philosophicall Rudiments Concerning Government and Society. Or, A Dissertation Concerning Man in his severall habitudes and respects, as the Member of a Society, first Secular, and than Sacred, (Blackmask Online, 2000), σ. 9, http://www.unilibrary.com/ebooks/Hobbes,%20Thomas%20-%20De%20Cive.pdf.

[10] Macpherson, ό.π., σ. 41.

[11] Adam Ferguson, An Essay on the History of Civil Society, (London: T. Cadell, 1782), σ. 90. http://oll.libertyfund.org/titles/1428.

[12] John Locke, Two Treatises of Government, ed. Thomas Hollis (London: A. Millar et al., 1764), σ. 216, http://oll.libertyfund.org/titles/222.

[13] Ό.π., σ. 225.

[14] Ό.π., σ. 208.

[15] Ό.π.

[16] ‘The value, or WORTH of a man, is as of all other things, his price’ Thomas Hobbes, The English Works, Vol. 3 (Leviathan or The Matter, Forme and Power of a Common Wealth Ecclesiasticall and Civil), σ. 76. http://oll.libertyfund.org/titles/585). Ο Hobbes χρησιμοποιεί δύο λέξεις, που στα ελληνικά μεταφράζονται ως αξία (value και worth). Αποδίδουμε την πρώτη ως χρηματική αξία και τη δεύτερη ως αξία γενικά.

[17] Karl Marx, Capital, A Critical Analysis of Capitalist Production. Vol. 1, (Hertfordshire: Wordsworth Editions Limited, Kindle Edition, 2013), Part 1, Chapter 1, Section 4 (The Fetishism of Commodities and the Secret Thereof).

[18] György Lukács, History and Class Consciousness. Studies in Marxist Dialectics. Trans. Rodney Livingstone (Cambridge, Massachusetts: The MIT Press, 1972), σ. 83.

[19] ‘Ο.π., σ. 92.

[20] Henri Lefebvre, The Critique of Everyday Life, Vol. 1. Trans. John Moore (London & New York: Verso, 1991), σ. 180.

[21] Herbert Marcuse, One-Dimensional Man. Studies in the Ideology of Advanced Industrial Society (London & New York: Rutledge, 2002), σ. 11.

[22] Ο όρος προέρχεται από το βιβλίο τού Fredric Jameson Postmodernism, or the Cultural Logic of Late Capitalism, (London & New York, Verso, 1991).

[23] Jameson, Postmodernism, σ. 34.

[24] Το αναφέρει ο Fredric Jameson στο “Reification and Utopia in Mass Culture,” Social Text 1 (Winter 1979), σ. 132.

[25] Max Horkheimer and Theodor W. Adorno, Dialectic of Enlightenment, (Stanford: Stanford UP, 2002), σ. 111.

[26] Marx, Capital, Part 1, Chapter 1, Section 4 (The Fetishism of Commodities and the Secret Thereof).

[27] Jean Baudrillard, Simulacra and Simulation, σ. 68, http://www.bconradwilliams.com/files/7313/9690/1991/Baudrillard-Jean-Simulacra-And-Simulation2.pdf.

[28] Ό.π.

[29] Walter Benjamin, The Arcades Project. Trans. Howard Eiland and Kevin McLaughlin (Cambridge, Massachusetts, and London, England: The Belknap Press of Harvard University Press, 2002), σ. 7.

[30] Benjamin, ό.π., σ. 181.

[31] Benjamin, ό.π., σ. 345.

[32] Raoul Vaneigem, The Revolution of Everyday Life, στο Selected Works 1962-1979, Kindle Edition, Chapter 2 (Humiliation).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ