Υπεράνω όλων η ανιδιοτελής αγάπη (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

0
378

Της Γεωργίας Γαλανοπούλου.

Στο τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Κουτσιαρή, ένα ευαίσθητο παραβολικό παραμύθι,  κεντρικός ήρωας και αφηγητής είναι ένα δέντρο.   Το δέντρο διηγείται την ιστορία του, τη σχέση με τον πατέρα του και τη μικρή κοινωνία όπου μεγαλώνει μαζί με άλλα δέντρα, όλα φυτεμένα από τον ίδιο άνθρωπο, κατά μήκος ενός ήσυχου και ερημικού δρόμου.   Ο άνθρωπος νοιάζεται για τα δέντρα του και καθώς τα παρατηρεί να αναπτύσσονται, παρατεταγμένα σε δυο σειρές σαν στρατιώτες, «μπράβο τ` αγόρια μου!» τα παινεύει.  Κι εκείνα, αδέλφια της ίδιας ηλικίας, γιατί την ίδια μέρα φυτεύτηκαν και από την ίδια ποικιλία σπόρων, τον βλέπουν σαν πατέρα, αποζητούν την προσοχή του και τον φωνάζουν μπαμπά.

Τα δέντρα ανταποκρίνονται με προθυμία στο ρόλο που τους ανετέθη.   Ορθώνουν γεωμετρικά τους κορμούς τους κατά μήκος του δρόμου, υψώνουν τις κορυφές τους προς τον ουρανό, προσφέρουν τις πυκνές φυλλωσιές τους στα μεγάλα και δυνατά πτηνά.  Όλα εκτός από το δέντρο-αφηγητή.  Η δική του ανάπτυξη διαφέρει, το ύψος του υστερεί, ενώ στα μεγάλα απλωτά κλαδιά του, αντί για πουλιά, φωλιάζουν υπέροχες χρωματιστές πεταλούδες.  «Πώς μπερδεύτηκε σπόρος από άλλη ποικιλία στο σακούλι μου;» αναρωτιέται ο καλός του σπορέας, ενώ το δεντράκι αγωνιά μήπως η διαφορετικότητά του γίνει η αιτία ν’ αλλάξουν απέναντί του τα αισθήματα του πατέρα.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, ενώπιον μίας ακόμη ιστορίας με θέμα το πολυσυζητημένο ζήτημα της αποδοχής της ετερότητας και του διαφορετικού άλλου.  Αλλά τι ιστορίας!  Ίσως της πλέον συγκινητικής απ’ όσες έχει γράψει ο Κουτσιαρής  έως τώρα. Πρωτότυπη στη σύλληψη, άψογη στην εικονογράφηση, απέριττη και χαμηλόφωνη στη συγγραφή.  Χαμηλόφωνη εκ πρώτης όψεως μολαταύτα.   Γιατί καθώς εξελίσσεται η πλοκή και οι αμφισβητήσεις δυναμώνουν, ο υπόγειος παφλασμός του αρχικού σκηνικού μετατρέπεται σε καταστροφική καταιγίδα.  Με τις εικόνες να ζωντανεύουν όσα αφήνουν να εννοηθούν οι λέξεις, ανοίγει διάπλατα η πόρτα των συνειρμώνΗ εμφάνιση του δέντρου στα όνειρα, μας λέει ο  Jung, είναι αλληλένδετη με τη διαδικασία ανάπτυξης, εξατομίκευσης και αυτοανακάλυψης.   Παιδί και δέντρο συνδέονται με κοινά στοιχεία.  Χρειάζονται φροντίδα για ν’ αναπτυχθούν, να ριζώσουν και ν’ αποκτήσουν ό,τι χρειάζεται ώστε—ενήλικα πια—να μπορέσουν ν’ αντεπεξέλθουν στις αντιξοότητες και να επιβιώσουν σε συνθήκες ακραίες.   Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ψυχολογία χρησιμοποιεί την έννοια του δέντρου ως τεστ προσωπικότητας στα παιδιά προκειμένου να ελέγξει την εξέλιξή τους.

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και οι απροκάλυπτες αντιθέσεις στο σταδιακό ξεδίπλωμα ιστορίας και εικονογράφησης.  Οι ευθυτενείς, γεωμετρικές σχεδόν μορφές των άλλων δέντρων δεν είναι παρά εκ διαμέτρου αντίθετες με εκείνη του αφηγητή-δέντρου.  Οι κορυφές των πρώτων σπαθίζουν με απόλυτο τρόπο τον ουρανό,  ενώ το δεύτερο, στερείται κορυφής ολωσδιόλου. Λεύκες μαθαίνουμε ότι είναι όλα τους, με θηλυκή μεν ονομασία, αλλά ως προς το γένος αρσενικά.  Και το μεν ένα και διαφορετικό  φιλοξενεί πεταλούδες στις φυλλωσιές του, τα δε υπόλοιπα προσελκύουν αετούς. Ο άνθρωπος που φροντίζει για την ανάπτυξή τους, έχει επίγνωση της διαφορετικότητας του ενός.  Ωστόσο, δεν επεμβαίνει.  Όταν, όμως, αρχίζουν τα ταξιδεύουν τα λόγια των άλλων δέντρων και να φτάνουν στ’ αυτιά του με τη βοήθεια του πανταχού παρόντος «κουτσομπόλη αέρα», η επέμβασή του είναι  αμετάκλητη και οριστική. Επιτίθεται πρώτα στις πεταλούδες, τη χειροπιαστή απόδειξη του ισχυρισμού των κατηγόρων.  Ύστερα, αν και με πόνο ψυχής, αρπάζει το πριόνι του και πριονίζοντάς το του δίνει γεωμετρική μορφή ώστε να μοιάζει με τ’ άλλα. Το ακρωτηριάζει.  Κι εδώ, αξίζει να αναφερθεί κανείς στην καταπληκτική απεικόνιση του ανθρώπου-μπαμπά από την Κατερίνα Βερούτσου.  Τα συνοφρυωμένα χαρακτηριστικά του, η φόρα και η αποφασιστικότητα καθώς πλησιάζει το δέντρο με το πριόνι ανά χείρας για να λύσει το πρόβλημα, θυμίζουν Μεγαλέξανδρο μπροστά στο γόρδιο δεσμό.  Μόνο που τέτοια ζητήματα ποτέ δεν λύνονται μ’ αυτόν τον τρόπο.  Γιατί η πραγματικότητα ακολουθεί ακόμη κι αν κάποιος μένει με την εντύπωση πως τη σταμάτησε αλλάζοντάς την.  Το δέντρο σύντομα θα αναρρώσει, θα επανακτήσει τα κλαδιά του και το φουντωτό του παράστημα.  Και μολονότι η αγάπη του πατέρα προς το δέντρο-παιδί διακυβεύεται λόγω της διαφορετικότητάς του, δεν αργεί να φτάσει η στιγμή που το «υποτιθέμενο» ελάττωμα γίνεται η σανίδα σωτηρίας του ανθρώπου-πατέρα που κινδυνεύει.

Το τέλος προκύπτει λυτρωτικό γιατί ο αναγνώστης-παιδί έχει ανάγκη να λυτρωθεί.  Η δική μας, ωστόσο, συγκίνηση δεν προέκυψε τόσο από την τελική έκβαση της ιστορίας όσο από τη σύλληψη και τον τρόπο προσέγγισης της ιδιαίτερης αυτής διαφορετικότητας. Ας διαβάσουν το βιβλίο και μερικοί  γονείς που ονειρεύονται για τα παιδιά τους ένα μέλλον καθορισμένο. Ίσως συγκινηθούν, όπως κι εμείς, διαπιστώνοντας ότι μια άμεση και ειλικρινής ιστορία σε συνδυασμό με μια αισθαντική εικονογράφηση έχει τη δύναμη να προκαλέσει ευγενή αισθήματα, προς πάντων όμως να υπενθυμίσει πως, όταν μιλάμε για τα παιδιά, υπεράνω όλων είναι η ανιδιοτελής αγάπη.

 

INFO

Βασίλης Κουτσιαρής, Μ’ αγαπάς Μπαμπά;, εικ. Κατερίνα Βερούτσου, Ελληνοεκδοτική 2017

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ