Το χρήμα ως μορφή τέχνης (του Κώστα Λαπαβίτσα)

0
148

 

του Κώστα Λαπαβίτσα (τμήμα ευρύτερης μελέτης).

 

Μπορεί το χρήμα να θεωρηθεί ως μια μορφή τέχνης; Ο Μπένγιαμιν (*) φαίνεται να μην αμφιβάλλει για τα αρχαία ελληνικά νομίσματα και όποιος έχει επισκεφτεί  το Νομισματικό Μουσείο της Αθήνας δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει. Η ελληνική νομισματοκοπία σε όλη της την αργυρή μεγαλοπρέπεια εκτίθεται  στα δωμάτια της νεοκλασικής οικίας που χτίστηκε από τον Ερνέστο Τσίλλερ για τον Ερρίκο Σλήμαν, τον άνθρωπο που ανέσκαψε την Τροία και στη συνέχεια τις Μυκήνες. Η αίσθηση της παρουσίας της τέχνης είναι άμεση και χειροπιαστή.

Ωστόσο, το χρήμα γενικά προϋπήρχε της νομισματοκοπίας, έχοντας λάβει πολλές άλλες μορφές στον ρου της ιστορίας. Ως προς τη μέτρηση της αξίας, για παράδειγμα, στην εποχή του Ομήρου το χρήμα είχε τη μορφή των βοδιών,[1] και αυτή παραμένει μία από τις μορφές του ανάμεσα στους Νουέρ της Αφρικής σήμερα. [2] Θα μπορούσε ίσως κανείς εύκολα να δεχτεί ότι τα αρχαία ελληνικά νομίσματα είναι τέχνη, αλλά όσο κι αν προσπαθήσει είναι δύσκολο να εντοπίσει την καλλιτεχνική αξία μίας αγέλης βοοειδών. Και ποια  θα μπορούσε να είναι η καλλιτεχνική πτυχή των τραπεζικών λογαριασμών και των ηλεκτρονικών λογιστικών καταχωρήσεων;

Μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα μπορούσε να βρεθεί εξετάζοντας πιο προσεκτικά τα ελληνικά νομίσματα, ιδιαίτερα επειδή, μετά από διεξοδικότερη   μελέτη τους, θα διαφανεί ότι  η φύση τους ως τέχνη δεν είναι καθόλου απλή. Ένα αθηναϊκό τετράδραχμο, μια «γλαύξ», ή ακόμα περισσότερο, ένας αιγινητικός στατήρας, μια «χελώνη», είναι χωρίς αμφιβολία αντικείμενα δεξιοτεχνίας που έχουν εξαιρετική ομορφιά. Αλλά είναι έργα τέχνης; Εάν αντιμετωπιστούν ως μεμονωμένα αντικείμενα, η απάντηση θα είναι καταφατική μόνο αν κάποιος είναι διατεθειμένος να τραβήξει την έννοια της τέχνης ως τα άκρα. Σκεφτείτε όμως τι συμβαίνει όταν κάποιος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα μεγάλο αριθμό ελληνικών νομισμάτων, ειδικά εάν υπάρχει και ποικιλία τύπου.

Στις αίθουσες  του Νομισματικού Μουσείου της Αθήνας, με την αφθονία των διαφορετικών νομισμάτων που φέρουν πληθώρα παραστάσεων, η παρουσία της τέχνης είναι αδιαμφισβήτητη. Ο επισκέπτης περιβάλλεται από μία έκτυπη και εγχάρακτη μήτρα θεών, ηρώων, συμβολικών εικόνων και επιγραφών, που απεικονίζονται με λεπτότητα στον άργυρο. Μια αθηναϊκή «γλαύξ» από μόνη της δεν είναι καθόλου τέχνη, αλλά ένα σύνολο κλασικών ελληνικών αργυρών νομισμάτων σίγουρα είναι. Όταν τα ελληνικά νομίσματα συγκεντρώνονται σε σημαντικό αριθμό, η καλλιτεχνική τους ποιότητα εμφανίζεται με σαφήνεια, αλλά όταν εξετάζονται μεμονωμένα, η υπόστασή τους ως μορφή τέχνης δεν είναι καθόλου προφανής.

Τι, λοιπόν, προσδίδει σε ένα σύνολο ελληνικών νομισμάτων την καλλιτεχνική τους ποιότητα;  Το υλικό είναι αναμφισβήτητα σημαντικό, όπως και η λεπτότητα επεξεργασίας του αργύρου. Μια και μόνο στιγμή προβληματισμού όμως θα έδειχνε ότι δεν είναι η γοητεία και η ομορφιά των ελληνικών  νομισμάτων που τα μετατρέπουν σε τέχνη. Πράγματι, η πηγή του καλλιτεχνικού τους περιεχομένου είναι βαθύτερη και σχετίζεται με το γεγονός ότι τα νομίσματα αυτά κάποτε δρούσαν ως χρήμα. Γιατί εάν ο παρατηρητής δεν γνώριζε ότι αυτά τα αντικείμενα ήταν κάποτε χρήμα, οι εικόνες θα παρέμεναν λεπτές και το υλικό θα συνέχιζε να ακτινοβολεί, αλλά τα αντικείμενα θα ήταν απλά ασημένιοι δίσκοι χωρίς περιεχόμενο, ίσως το προϊόν της ιδιορρυθμίας κάποιου.

Όταν όμως ο παρατηρητής γνωρίζει την αρχαία «χρηματική ποιότητα» των αντικειμένων, η δύναμή τους να υποδηλώνουν  ιδέες και συναισθήματα γίνεται τεράστια. Έπεται, λοιπόν, ότι η καλλιτεχνική πτυχή των ελληνικών νομισμάτων – την οποία ο Μπένγιαμιν  θεωρεί δεδομένη – έχει τις ρίζες της στην «χρηματική ποιότητά» τους, ενώ η ομορφιά των απεικονίσεων και του υλικού είναι δευτερεύουσας σημασίας. Το καλλιτεχνικό τους περιεχόμενο είναι ευκολότερο να κατανοηθεί σε μεγάλα σύνολα που καθιστούν προφανέστερη την ανάδυση της συλλογικής «χρηματικής ποιότητας» των νομισμάτων ως απτού κοινωνικού και ιστορικού γεγονότος.

Πιο συγκεκριμένα, κάθε ελληνική πόλη-κράτος προσπάθησε να μεταδώσει κάτι από την αστική της υπερηφάνεια, τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις, την ισχύ της και την αντίληψή της για την ομορφιά μέσω των απεικονίσεων και του υλικού των νομισμάτων της. Επειδή ο παρατηρητής έχει επίγνωση της «χρηματικής ποιότητας» ακόμη και δύο χιλιετίες αργότερα, τα νομίσματα είναι ικανά να συμβολίζουν την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους  οι ελληνικές πόλεις-κράτη, δημιουργώντας έτσι μια εικόνα του ελληνικού κόσμου στο σύνολό του, ενός κόσμου ομοιογενούς αλλά και με έντονο ατομικισμό. Ένα σύνολο ελληνικών νομισμάτων αναπαράγει συμβολικά την ισχύ, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, τις τελετουργίες και την ωμή εμπορική απληστία μιας εποχής που σήμερα είναι μακρινή. Σπάνια ο χαρακτήρας των Ελλήνων ως μιας ενότητας με εριστικές πλευρές, μπορεί να γίνει καλύτερα αντιληπτός από ότι στις αίθουσες  του Νομισματικού Μουσείου της Αθήνας. Πώς θα μπορούσε αυτό το γεγονός να μη συνιστά τέχνη υψηλού επιπέδου;

Το χρήμα, λοιπόν, έχει μια εγγενή καλλιτεχνική διάσταση, η οποία γίνεται άμεσα αντιληπτή στην εξαίσια μορφή των ελληνικών νομισμάτων. Αυτή η καλλιτεχνική διάσταση έχει τις ρίζες της στην ίδια τη «χρηματική ποιότητα» και όχι στην ομορφιά των ιδιαίτερων μορφών του χρήματος.. Πάνω απ’ όλα, η καλλιτεχνική διάσταση πηγάζει από την ικανότητα του χρήματος να συμβολίζει σχέσεις, πρακτικές και θεσμούς.

Όπως θα καταδειχθεί στις επόμενες ενότητες, η «χρηματική ποιότητα» αντιπροσωπεύει την αμιγή ανταλλακτική αξία, είναι η ενσάρκωση της δυνατότητας αγοράς, η οποία αποτυπώνει την ουσία των εμπορικών σχέσεων εντός και μεταξύ των κοινωνιών. Πρόκειται για μια θολή ουσία, η οποία στερείται άλλων προσδιορισμών, και ως εκ τούτου μπορεί να είναι ιδιαίτερα εύκαμπτη συμβολίζοντας πολλές άλλες σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της κοινωνικής και πολιτικής ισχύος. Αυτή είναι η ρίζα της καλλιτεχνικής αξίας του χρήματος.

Αλλά εάν το χρήμα έχει καλλιτεχνική διάσταση λόγω της «χρηματικής ποιότητάς» του και όχι της ομορφιάς των ιδιαίτερων μορφών του, προκύπτει αμέσως ότι και οι τραπεζικοί λογαριασμοί, και οι επιταγές και το ηλεκτρονικό χρήμα έχουν επίσης μια καλλιτεχνική διάσταση. Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το χρήμα δεν είναι ασφαλώς άσχετο με το χρήμα ως έργο τέχνης, αλλά δεν είναι ούτε το υλικό ούτε η αισθητική ομορφιά των ιδιαίτερων μορφών του οι οποίες καθορίζουν πραγματικά την ιδιότητα του χρήματος ως τέχνη. Η καλλιτεχνική του διάσταση προέρχεται αποκλειστικά από το ότι είναι χρήμα. Με τη λογική αυτή, ένα κοπάδι βοοειδών έχει πιθανώς καλλιτεχνική αξία στα μάτια των Νουέρ. Εξάλλου, φαίνεται ότι, μέσω των βοοειδών τους, οι Νουέρ  αποκτούν αίσθηση του εαυτού τους και αναπτύσσουν  σχέσεις μεταξύ τους αλλά και με το θείο – ο λαός και τα βοοειδή είναι «ένα». [3]

Αυτό το αναπάντεχο συμπέρασμα και οι σύνθετες επιπτώσεις του θα αναλυθούν στο υπόλοιπο του δοκιμίου, εστιάζοντας στις επιπτώσεις της εξέλιξης της μορφής του χρήματος στην καπιταλιστική κοινωνία. Πρώτα όμως είναι απαραίτητο να εμβαθύνουμε περισσότερο στην καλλιτεχνική πτυχή του χρήματος, εξετάζοντάς την ως προς το σκοπό και τη λειτουργία της.

Το χρήμα σίγουρα δεν παράγεται ως έργο τέχνης. [4] Αντίθετα, ο σκοπός της «τεχνικής αναπαραγωγής» του είναι να δημιουργηθεί το γενικό ισοδύναμο, δηλαδή το μέσο αγοράς, πληρωμής και αποθησαυρισμού σε μια εμπορευματική οικονομία. Δύσκολα η τέχνη θα μπορούσε να συσχετιστεί με ένα πιο πεζό κίνητρο, η με πιο άξεστες και χονδροειδείς λειτουργίες. Οι εμπορικές πράξεις και η εκπροσώπηση της αξίας με επάρκεια στα πλαίσια του εμπορίου δεν συνιστούν φυσικό πεδίο για την εμφάνιση του πνεύματος της τέχνης. Ακόμη και όταν το χρήμα παράγεται ειδικά για να προβληθεί η κρατική ισχύς, η αμυδρά κεκαλυμμένη ύπαρξη της βίας, αλλά και τα αυθαίρετα προνόμια του κράτους δύσκολα συνιστούν ευνοϊκό πεδίο για την εμφάνιση της τέχνης. Δημιουργείται η εντύπωση, λοιπόν, ότι το καλλιτεχνικό περιεχόμενο του χρήματος είναι ένα τυχαίο χαρακτηριστικό ενός υποκειμένου που παράγεται για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς.

Εάν, όμως,  εμβαθύνουμε περαιτέρω, ακόμη και αυτή η φαινομενικά παράδοξη πλευρά του χρήματος συνιστά μια απόδειξη της καλλιτεχνικής του φύσης. Γιατί, όπως παρατηρεί ο Μπένγιαμιν, τα έργα τέχνης δεν μπορούσαν ιστορικά να διαχωριστούν από τις άλλες λειτουργίες τους, οι οποίες ήταν συχνά μαγικές ή θρησκευτικές. Η Αναγέννηση άνοιξε  το δρόμο για το θρίαμβο της κοσμικής λειτουργίας της τέχνης, ενώ η κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων στην κοινωνία έφερε την τελική κατάρρευση της τελετουργικής ή λατρευτικής αξίας των έργων τέχνης. Η τέχνη κατέστη βέβηλη, αποσπασμένη από άλλες λειτουργίες και ακόμη και οι τελετουργίες της  απέβησαν σε μεγάλο βαθμό κοσμικές.

Το χρήμα δεν έχει ποτέ στην ιστορία του υποβληθεί στον διαχωρισμό των λειτουργιών που χαρακτηρίζουν την τέχνη στον ύστερο καπιταλισμό. Ο λόγος είναι απλός. Το χρήμα δεν θα μπορούσε να παραχθεί ως «τέχνη» και ταυτόχρονα να εξακολουθήσει να παραμένει χρήμα, δεδομένου ότι η καλλιτεχνική του πτυχή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της βασικής λειτουργίας του, η οποία  απορρέει από τη «χρηματική ποιότητά» του. Εξ αυτού προκύπτει ότι το χρήμα αποτελεί μια αναδρομή στην τέχνη στην αρχέγονη μορφή της. Είναι ένα ιδιόμορφο κατάλοιπο μιας περασμένης εποχής.

Για να είμαστε ακριβέστεροι, η αδυναμία διαχωρισμού της καλλιτεχνικής από τις άλλες διαστάσεις του χρήματος οφείλεται στο γεγονός ότι το χρήμα είναι ουσιαστικά ένα οικονομικό φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στην εμπορευματική  ανταλλαγή. Παρά τις πολλές μορφές που έχει αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ιστορίας και την εξαιρετικά μεταβλητή παρουσία του σε διάφορες κοινωνίες, το χρήμα παραμένει το γενικό ισοδύναμο ή η ανεξάρτητη μορφή της αξίας. Είναι η πεμπτουσία των αγορών, είτε αυτά είναι τα «εμπόρια» των αρχαίων Ελλήνων, τα παζάρια της Δαμασκού ή το Χρηματιστήριο του Σικάγου. Οι ευρύτερες συμβολικές και άλλες λειτουργίες που αποκτά το χρήμα – οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της κάθε κοινωνίας που το χρησιμοποιεί – οφείλονται στον θεμελιωδώς οικονομικό χαρακτήρα του, δηλαδή στην ικανότητά του να αποκρυσταλλώνει τις σχέσεις της αξίας.

Οι θρησκευτικές μορφές τέχνης είναι αναμφίβολα σε θέση να αποβάλλουν την λατρευτική τους πλευρά, διατηρώντας παράλληλα μια καθαρά αισθητική αξία. Εάν το χρήμα αποτινάξει την οικονομική του διάσταση, δεν θα μπορέσει να διατηρήσει την καλλιτεχνική του διάσταση, επειδή αυτομάτως θα γίνει ένα άνευ σημασίας αντικείμενο. Για να είναι το χρήμα τέχνη, πρέπει να παράγεται ως χρήμα, και πρέπει να διατηρεί συνεχώς την «χρηματική ποιότητά» του. Από αυτή την άποψη, το σύγχρονο χρήμα είναι μια πραγματικά αρχαία μορφή τέχνης, μια περίπτωση της αρχικής ενότητας των καλλιτεχνικών και άλλων λειτουργιών, όταν η τέχνη ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις πολλαπλές χρήσεις  των αντικειμένων της.

Μία αναλογία με το χρήμα μπορεί να βρεθεί  στις εικόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αντικείμενα εξαιρετικής ομορφιάς που παράγονται ως συμβολισμοί του θείου. Δεν υπάρχει διαχωρισμός της κοσμικής και της λατρευτικής πλευράς της τέχνης στις ορθόδοξες εικόνες. Οι μοναχοί στα βραχώδη κελιά του Αγίου Όρους εξακολουθούν να δημιουργούν εξαιρετικά δείγματα εικόνων, αλλά δεν ασχολούνται με την παραγωγή «τέχνης». Σε αντίθεση με τη Δυτική Εκκλησία, γι’ αυτούς μια εικόνα είναι πρωτίστως ένα θρησκευτικό αντικείμενο που επιτρέπει την επικοινωνία με τον Θεό. Πρέπει σίγουρα να έχει ομορφιά, και υπάρχουν αυστηροί και άκαμπτοι κανόνες για το πώς μπορεί να επιτευχθεί, αλλά η δημιουργία ενός έργου τέχνης δεν είναι ο σκοπός του ζωγράφου. Παρ’ όλα αυτά, οι εικόνες παραμένουν τέχνη υψηλής ποιότητας, ιδιαίτερα για τους πιστούς στους οποίους ανοίγουν ένα συμβολικό παράθυρο επικοινωνίας με το θείο. Με έναν βέβηλο και κοσμικό τρόπο, το χρήμα προσομοιάζει σε μια εικόνα: δημιουργείται για έναν άκαμπτο οικονομικό σκοπό υπό αυστηρούς κανόνες και κατακτά μια καλλιτεχνική αξία που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την οικονομική του λειτουργία.

 

(*) B.Μπένγιαμιν : «Η τεχνική αναπαραγωγή του έργου τέχνης είναι κάτι … που έχει πρακτικά συμβεί κατά περιόδους στη διάρκεια της ιστορίας, σε χρονικά διαστήματα που απέχουν πολύ μεταξύ τους, αλλά με διαρκώς  αυξανόμενη ένταση. Οι Έλληνες γνώριζαν μόνο δύο μεθόδους για την αναπαραγωγή έργων τέχνης: τη χύτευση και την ανάγλυφη εκτύπωση. Χάλκινα, τερακότες και νομίσματα ήταν τα μόνα έργα τέχνης που κατάφεραν να κατασκευάσουν σε μεγάλες ποσότητες. Όλα τα υπόλοιπα ήταν μοναδικά και δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν με τεχνικά μέσα». (Από το «Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής του αναπαραγωγιμότητας»).  

 

[1] Βλ. Schaps, 2004, σελ. 69–70.

[2] Ακόμα και όταν η εισαγωγή «σωστού» χρήματος έχει περιορίσει την λειτουργία των βοοειδών ως χρήματος, βλ. Hutchinson 1996, κεφ. 2.

[3] Βλ. Hutchinson 1996, σελ. 59–63.

[4] Τα αναμνηστικά νομίσματα είναι μια διαφορετική αναλυτική κατηγορία και μόνο εμμέσως σχετίζονται με όσα πραγματεύεται αυτό το δοκίμιο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ