Το πέταγμα (του Στρατή Χαβιαρά)

0
297

του Στρατή Χαβιαρά.

 

What rises must converge

                                                                                    Pierre Teilhard de Chardin

 

Θα είχε κυλίσει απ’ το ανάχωμα ή κάποιος άχρηστος αλχημιστής την είχε πιλατέψει, ρημάξει στα πειράματα, πετάξει.

’Οχι ακριβώς.

Ήθελε να πετάξει αλλά φτερά δεν είχε ούτε στόμα να πει.

Ο Πιέρ είχε δεν είχε. Βρέθηκε στο δρόμο να μιλάει στα παλιά του σανδάλια ανακούρκουδα.  Είχε σκοντάψει σ’ ένα της σκίρτημα στο σκασμένο οδόστρωμα – την έδειχνε ακόμα με το νύχι που εξείχε απ΄ το πέδιλο.

Μάτια δεν είχε η πέτρα να τον μαγνητίσει, κάλλη θηλαστικά να τον ζαλίσει ούτε.  Όμως σαν κάτι να του θύμιζε, από όνειρο ίσως:  Η άνω της πλευρά υπόλευκη με μια σκούρα λωρίδα ή ζώνη.  Γυρίζοντας την απ’ την άλλη με τη μύτη του πέδιλου, η ζώνη στην πίσω της πλευρά τού φάνηκε σφιγμένος κορσές.  Δεξιά κι αριστερά, οι άλλες πλευρές της, μικρότερες, το έπαιζαν αφ’ υψηλού μ’ ένα διάχυτο νεφέλωμα, γαλάζιο ή μάλλον γκρι, υπαινιγμός για πιο βαρυσήμαντες αποστολές απ’ ό,τι θα άντεχε το εμβαδόν τους.  Ίσως γιατί ήταν κάθετο.

Την κοίταζε.  Αναλογίστηκε το χρέος του στη ζωή, αναρωτήθηκε τι θα μπορούσε να κάνει και δεν το έκανε.  Στο τέλος της γραφής θα ήταν αδύνατο να συνεχίσει τον δρόμο του μ’ εκείνη μπάστακα μέσα στα πόδια του.  Και πώς να πει δεν την πρόσεξε;

Από πού να την πιάσει και πώς να την ανοίξει, να φυλλομετρήσει ένα ένα τα τεφτέρια της, να διαβάσει την κάθε της σελίδα, να διαγράψει μώλωπες και μελανιές τα λεγόμενα «μπλε και γκρι νεφελώματα»;

Μια σκέψη έκανε και είπε να μπει στη θέση της.  Για λίγο. Το είχε ξανακάνει μ’ ένα αγρίμι, το πόδι του πιασμένο σε παγίδα.

Μια σκέψη αλλά αμέσως έπρεπε να σταματήσει να σκέφτεται όπως ήξερε, να γράφει του καλού καιρού απλώνοντας τις κόλλες του σεντόνια στο σχοινί να στεγνώνουν. Για πόσο θα άντεχε δίχως χαρτί και μολύβι;

H φλέβα των νερών στην κάτοψη της είχε πάψει προ πολλού ν’ αναβλύζει.  Αστέρευτη κι ασίγαστη παρέμενε η λαχτάρα της να πεταχτεί ως τ’ άστρα.  Άραγε θ’ αντηχούσε πιο βαθιά εκείνο το σκίρτημα;  Παίρνει φόρα την πετάει στον αέρα, ανατριχιάζει. Στη δική θέση της κάτω στο έδαφος τα χέρια, τα πόδια κι ο λαιμός του Πιέρ βαραίνουν γίνονται πέτρινα.  Πώς είχε λήξει εκείνη η ιστορία με το αγρίμι;  Μόνιμο κουσούρι δεν του είχε μείνει.

Ήθελε να πετάξει αλλά φτερά δεν είχε ούτε στόμα να πει. Ήθελε να καταργήσει τη βαρύτητα τον κάθε της νόμο.  Ελεύθερη απ’ το βάρος της η πέτρα απογειώνεται, πρώτη φορά της νιώθει πώς είναι να μη σέρνεσαι πώς να ισιώνεις τη ράχη να τεντώνεις το λαιμό να σηκώνεις κεφάλι.  Ακόμα και να βγάζεις φτερά.

Πετάει.  Αισθάνεται ή διαισθάνεται σίγουρα διανοείται: Η μελέτη των αιωρουμένων σωμάτων αδυνατεί να αποδείξει ότι η μέτρηση αποστάσεων και χρόνου…  Οι μετρήσεις γίνονται κατ’ έτος στις μικρές μεγάλες ώρες της Εικοστής Πρώτης Ιουνίου ξεκινώντας με το φως του φεγγαριού λίγο πριν τα χαράματα. Τελεία.

Πόσες στιγμές να διαρκεί μια πτήση από πέταγμα, μια  οποιαδήποτε πτήση;  Όχι πολλές.  Ό,τι απογειώνεται ανάγκη πάσα να προσγειωθεί, ό,τι σηκώνεται να πέσει –  στη μικρομέγαλη γη κουκίδα στο άπειρο, το σημείο Ωμέγα της συνείδησης του σύμπαντος ρει.

Με κεκτημένη ταχύτητα λίγο πριν ξεθωριάσει το φεγγάρι και χαράξει αυγή η πέτρα ανέμελη χαράζει τροχιά, καμπύλη ή κύκλο – άλλη πέτρα αλλιώς θα τη χάραζε.

Όσο για τον Πιέρ, αν δεν το πίστευε δεν θα το κήρυττε και μάλιστα στην πράξη: όση αγάπη δίνεις, άλλη τόση σου δίνεται, άλλη τόση σου μένει.  Περιμένει στη μέση του δρόμου, άπειρη υπομονή, σίγουρα αργά ή γρήγορα κάποιος περαστικός θα σκουντουφλήσει, θα τον ψάξει καλύτερα, θα κάνει το σημείο του σταυρού και θα του απλώσει το χέρι.

Λίγες στιγμές κρατάει μια τέτοια πτήση.  Αλλά κάθε στιγμή μια ζωή.  Εκείνη φτερουγίζει μια ζωή και δεν φτάνει…  Πάντα στις μικρές ώρες της πιο μεγάλης ημέρας του χρόνου…  Αρκετά πριν χαράξει το φως της αυγής όταν ακόμα το φεγγάρι φέγγεται και φέγγει – ξεχασμένο.  Αξέχαστο.

                                                                                                                      

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ