Το διήγημα και ο Σπύρος Γιανναράς (του Κώστα Καλημέρη)

0
840

 

του Κώστα Καλημέρη (*)

Το Διήγημα,αυτή η σύντομη φόρμα του πεζού λόγου,είναι το λίγο,το μικρό,το «χαικού»  της πεζογραφίας.Διαβάζεται γρήγορα,όπως λέει η Τζένη Μαστοράκη,»συλλαβίζοντας μεγάλες κραυγές».

Όλα τα είδη της μικρής φόρμας,ακόμα και το χρονογράφημα ή το ρεπορτάζ,που αγγίζει τα όρια του δοκίμιου και της λαικής μυθιστορίας,κρύβουν εντός τους αυτό που ο Γιόζεφ Ροτ αποκαλεί μαξιμαλισμό  της μικρής φόρμας.

Η μικρή φόρμα  οφείλει σε λίγες γραμμές, (σε αντίθεση με τη νουβέλα και το μυθιστόρημα),να δώσει μεγάλες εντάσεις,περιεκτικές έννοιες,αλληλουχίες και συμμετρικότητες,να ξέρει οικονομημένα απ’ την αρχή τί θα αφήσει έξω και τί θα κρατήσει. Να μετατρέψει  μια ιστορία σε αφήγηση γεγονότων,δομικών μονάδων, που θα μπορέσουν να δημιουργήσουν πλοκή,αλληλουχία πράξεων.Να παίξει σχηματικά με το αίτιο-αιτιατό, τη χρονική σειρά των γεγονότων,ΑΛΛΑ να τα θυμηθεί ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΑ, να τα αποσυνδέσει δηλαδή όσο χρειάζεται για να γίνουν συναρπαστικά, να αρνηθούν το ταιριαστό και συνηθισμένο. Να τολμήσουν να γίνουν ακόμα και μικρές ιστορίες, αντι-ιστορίες, tall-tales, δηλαδή μικρές,εξωφρενικές,ειρωνικές, αυθεντικές αφηγήσεις,πολεμώντας τον αισθηματικό πληθωρισμό.

Το Διήγημα πρέπει,ιδιαίτερα σήμερα, να είναι λοξό, δηκτικό, απομυθοποιημένο.Να φλανάρει,να γίνει το ίδιο ένας πλάνητας,που διακρίνεται απο ένα ασυμβίβαστο ρομαντισμό.΄Ενα ανολοκλήρωτο αίσθημα της ματαιωμένης λαχτάρας για ολοκλήρωση.

Σε ένα Διήγημα υπάρχουν ελάχιστα περιθώρια, ώστε πολλές φορές,μια φράση να είναι δείγμα ολόκληρου βιογραφικού,διεισδυτικής αποκάλυψης, όπου ο αναγνώστης ψαρεύει στα ξαφνικά χούγια,ιδιοτροπίες,λεπτομέρειες και περιστατικά που , όπως λέει και ο Έντγκαρ Άλαν Πόε,» εντελώς ξαφνικά»,να πυροδοτήσουν βιωματικά και ασυνείδητα στιγμές, που πριν εκραγούν μπροστά στα μάτια μας,να προλάβουν οι ίδιες οι στιγμές να μη γνωρίζουν πως έρχεται η στιγμή τους!  Μόνο στο Διήγημα συμπυκνώνεται σε ένα κάδρο η ανθρωπογεωγραφική φωτογραφία,περιέχοντας την εθνογραφία,την γεωγραφία,την τοπιογραφία,την ιστορία,σαν μια ενιαία καμπύλη,σε μια δυχτιωτή ύφανση, μια μινιατούρα αφήγησης που είναι κομψή και ευφυής.

Ο Χατζής,ο Χάκκας,ο Ιωάννου,ο Καζαντζής,ο Σκαρίμπας,ο Καλούτσας,ο Χατζητάτσης,ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος,ο Νόλλας, ο Σκαμπαρδώνης, ο Παπαμόσχος πιο σήμερα,ο Παπαμάρκος,ο Οικονόμου,με διαφορετικούς τρόπους υπηρέτησαν με πάθος τη μικρή φόρμα.Ο Χριστιανόπουλος το έκανε αυτό ακόμη και με ποιήματα.Βέβαια,μεγάλοι δάσκαλοι υπήρξαν ο κυρ-Αλέξανδρος και ο Βιζυηνός,παρότι τα διηγήματά τους ήσαν τόσο εκτενή,σχεδόν νουβέλες.

Αυτή η μεγάλη παράδοση,του αυτοσχέδιου,ευφυούς,μικρού πεζογραφήματος,που μοιάζει με καρδιογράφημα,περίληψη ζωής,λιτή σύνοψη,ταιριάζει με τη βιαστική,σιωπηλή ματιά του λαού μας,με ένα οικείο παραξένισμα,που δεν αποχωρίζεται ποτέ  την αλληγορία και το μυθικό,αλλά επιμένει στο συμπέρασμα του Τουργκιένιεφ,ότι «όλοι βγήκαμε απ’ το «Παλτό» του Γκόγκολ,εκείνου που έριξε το ταλέντο του στην προβολή των ταπεινών και καταφρονεμένων». Απ’αυτό συμπεραίνουμε πως το Διήγημα ίσα που προλαβαίνει να έχει ψυχή,μια πρώιμη ,δηλαδή, ψυχική στιβάδα,μόλις γεννημένη,γι’ αυτό και το είδος αυτό κρύβει ένα παιδικό κλάμμα, «μια συλλαβισμένη» κραυγή,μια ένταση που δεν πρόλαβε να γραφτεί σε παρτιτούρα.

Αυτή η εικονοποιία του Διηγήματος,που δεν είναι ζωγραφιά,αλλά «μια κίτρινη γραμμή που τράβηξε ο Κόντογλου και που ακολουθώντας την βρέθηκε σε μια χρυσή αμμουδιά»(Κουνέλης), πρέπει να έχει μια ευγενική βιαιότητα μέσα σε μια κομψή,σύντομη ανορθογραφία.

Τα διηγήματα του Σπύρου Γιανναρά βρίσκονται σε αυτή την κατεύθυνση.Παλεύουν συνεχώς να καταργήσουν την ψευδή μάχη φόρμας και περιεχόμενου,ανεβάζοντας το βιωμένο σε αισθητικό επίπεδο,αποδεικνύοντας ότι η φόρμα είναι κάτι έξω-έξω και ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ,αυτό το μέσα-μέσα της αφήγησης.Ε’ιναι το πολύ στο λίγο,που υπερασπίζεται την αυθεντική κι όχι κατασκευασμένη μαρτυρία,αποφεύγοντας την ειδωλοποίηση της ομορφιάς.

Ο Σπύρος Γιανναράς παίζει μ’ αυτό.Σε όλα του τα διηγήματα , κατα διαστήματα, υπάρχουν υπέροχες περιγραφές που σαγηνεύουν την ματαιότητα του αναγνώστη για συλλογή καλολογικών στοιχείων,πανέμορφων παραστάσεων,όμως τις επόμενες στιγμές η αφήγηση βαράει χαστούκια ή  αποφεύγει να ολοκληρώσει,γιατί η απομάγευση ή η αποθέωση ή θα είναι οριστική και φυλακισμένη ή θα ταίριαζε στη μεγάλη φόρμα,στο μυθιστόρημα. Επίσης,χρησιμοποιεί το απροσδόκητο του φανταστικού,με τρόπο που να μη μπορείς να το κατατάξεις, δημιουργώντας αυτό που λέμε στη ζωγραφική «μεικτή» τεχνική,δηλαδή μια κομψή «ανορθογραφία»,που επιτρέπει στην αφήγηση να αφηγείται σε μας κάτι,παρατηρώντας τον εαυτό της.
Αυτή την ελαφρότητα της πρόζας υποστήριξαν με διαφορές ο Παπαδιαμάντης κι ο Χειμωνάς,μιλώντας για ανθρώπινους λεκέδες,γι’ αυτή την τραγική ελαφρότητα της ύπαρξης,που δυστυχώς αγνοούν πολλοί απ’ τους νεότερους συγγραφείς,που τρέχουν και λόγω της υστερικής κρίσης που ζούμε,να αποδώσουν νατουραλιστικά την ανθρώπινη ατέλεια σε μια εκδραμάτιση,acting-out.Mε αυτό τον τρόπο κατασκευάζουν μια   αποθυματοποίηση,που αποδίδεται στο Σύστημα κι έτσι από μια ανθρωποκεντρική τέχνη περνούν αθέλητα σε μια Συστηματοκεντρική αναφορά,που κοινωνιολογίζει , ψυχολογίζει , δημιουργώντας ένα ψευδές περιθώριο. Μια παραλογοτεχνία που αναζητάει μπροσούρες.

Ο Γιανναράς είναι ένας στυλίστας που μοιάζει να γνωρίζει πως η φόρμα είναι μια ηθική πρόταση που θέλει να παίζει σαν παιδί.Το περιεχόμενο είναι το παιχνίδι. Δηλαδή, σκέψη,ευχή,χειρονομία,όνειρο,αίνιγμα και αστείο.Η φόρμα είναι μια ιδέα χαμένη στη χρυσή αμμουδιά, μια υποσημείωση στο περιθώριο της σελίδας δίπλα στο κείμενο.Μια σημείωση του ίδιου του αναγνώστη.Φόρμα και για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη,(κι εδώ θα πρέπει να συναντηθούν), είναι η συνεχής επανεξέταση  του θέματος.Γιατί το περιεχόμενο δεν εμφανίζεται αν το θέμα του δεν γλιστράει στον συνειρμό. Το είπαμε και πιο πριν,το Διήγημα είναι ένα μουσικό σχέδιο,που δεν προλαβαίνει να γίνει παρτιτούρα. ΚΙ ο Γιανναράς διακατέχεται απ’ αυτό το inside looking out, το έξω-έξω και το μέσα-μέσα.Με καλούς διάλογους,φυσικούς.Με καλή περιγραφή χώρων,που είναι η μισή δουλειά της συγγραφής.Με φυσική παρουσία του πεπρωμένου,μιας ανώτερης δηλαδή δύναμης που δεν είναι μεταφυσική,αλλά η ειρωνία της αφήγησης,το τίποτα ειδωμένο μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο. Με νησίδες διαφορετικής έντασης. Με παρεμβάσεις που σπάνε το συνεχές της αφήγησης,αλλά εξαιτίας αυτής της ασυνέχειας αποκαθιστούν αμέσως τη συνέχεια με μεγαλύτερη ένταση. Με την ιδιοπροσωπία των ηρώων,που ενώνουν το φανταστικό με το ρεαλιστικό.

Το διήγημα Διαπόρι είναι μια αλληγορία ανάμεσα στην μοναδικότητα και την αποξένωση.Είναι μια αναφορά στην παρατηρητικότητα που είναι αγάπη και την αδιαφορία που νεκρώνει.σα να μιλάει για κάτι που δεν χωράει ολόκληρο στο διήγημα.Και το νιώθεις.Το Διαπόρι είναι μια άχτιστη δίοδος,αγεφύρωτη,που «ζητάει» την πνιγμένη για να χτιστεί.»Πάντα γιοφύρια να περνάς,πάντα ν’ ακούς το κλάμμα της χτισμένης»,μας έχει πει εδώ και χρόνια ο Χρήστος Μπράβος.

Ο Τοίχος είναι ένα διήγημα που καταγγέλει την πολιτική των γηπέδων και την εκμετάλλευση των σωσσυβίων.Εδώ ο αφηγητής αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σκηνές που υπερβαίνουν τις περιγραφικές του ικανότητες,»μόνο να τις κοιτάζει κανείς με στόμα ανοιχτό μπορεί».Η χώρα γέμισε με τζάνκια του δράματος.Το Διήγημα Πισίνα δείχνει επίσης ένα άλλο μας νευρωτικό προσόν,τη χυδαιότητα να νομίζουμε ότι είμαστε κάτι άλλο απ’ αυτό που πράγματι είμαστε.Όμως αυτό που κάποτε ήταν νεύρωση,τώρα είναι παράνοια.

Η Επιστροφή στο κτήμα,δείχνει με πλάγιο τρόπο,πως η μνησικακία,η εκδικητικότητα,η αυτοδικία,κατασκευάζονται στην «μακρινή» παιδική ηλικία,όταν κάθε παιδί δημιουργεί με τη βοήθεια των δικών του το «δικό του»,αυτό που αργότερα θα καθορίσει ενοχοποιητικά τα όρια του φιλικού και εχθρικού.

Στο Για Ξύρισμα,όλο το διήγημα είναι μια λεπτοδουλειά,ένα κέντημα,που φέρνει στο φως το θάνατο της ομορφιάς με χιουμοριστικό,ειρωνικό τρόπο. Όλοι στο τέλος θα φύγουμε με άδειες τσέπες.Στο Τσάι μπαίνουμε σε μια κατάσταση φυλακής,ψυχικού στενέματος.Και στην Κούτα,ζούμε κινηματογραφικά,την τυφλή βία , τη ζωώδη ατμόσφαιρα του καιρού μας.

Η Στέκα,δεν καταγγέλει μόνο το εμπόριο των Χριστουγένων,αλλά στη σελίδα 112 για λίγο η αφήγηση εξελίσσεται ερήμην του αφηγητή.Ανεξέλεγκτα.Η μόνη «σφαίρα κατανοημένης πραγματικότητας»(αλήθεια) που υποστήριζαν ο Χέγκελ κι ο Μαρξ, καταλήγει να είναι η καταναλωτική αποκαρδίωση,τα μάρμαρα στη μέση του Νόλλα,δηλαδή μια μαρμαρωμένη καρδιά.

Η Μέρα Που Θα Σηκωνόμουν Να Χορέψω,αρχίζει με μια αναφορά στον Αλέξη ντε Τοκβιλ,τον εκπρόσωπο του πολιτικού φιλελευθερισμού του πρώτου μισού του 19ου αιώνα,δηλαδή ενός εκσυγχρονιστή,που αφανώς ταυτίζεται με τον λόγιο ήρωα του διηγήματος,ο οποίος μπαίνει με μια εξωτική περιέργεια σε ένα καπηλειό και γίνεται μάρτυρας ενός αυτοσχέδιου ηπειρώτικου έως και αλβανικού λαικού γλεντιού . Επιθυμεί να πιαστεί απόνα χέρι,να μπει στον κύκλο.Αδύνατο,ο εκσυγχρονισμός δεν αρέσκεται σε κύκλους,του αρέσουν οι πυραμίδες! Άλλωστε ο κύκλος έχει μια ασυνείδητη ροή, που ταιριάζει στην άδολη ευαισθησία,στη βιωματική σχέση,σε ένα χορό μέσα απ’ τον οποίο, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, αναζητείται με αγωνία ένας άγνωστος παραλήπτης…….

Εδώ ,υπάρχει και μια σημαντική αναφορά στο λίγο, το μικρό,το ταπεινωμένο,το ολιγαρκές,όταν ο αφηγητής λέει ότι «το άφαντο πλέον ιερό όπου θέλει πνει». Κυρίως, όμως, ανεπαισθήτως πάντα,εκεί που υπάρχει έρωτας,γι’ αυτό ο ποιητής το είπε χρόνια πριν, πως όταν ο Χριστός πρόβλεψε την άνιση μάχη όσων ήσαν στα χαρακώματα της παληοσυνοικίας με τις εξουσίες,πλησίασε αόρατα δίπλα τους κι άναψε τσιγάρο………

Για το τελευταίο διήγημα της συλλογής δεν έχω να πω τίποτα.Η Μεταφράστρια είναι μια ανάδειξη της απουσίας γλώσσας,της αδυναμίας της σύνταξης μιας πρότασης,της ανάγκης «να κόψουμε με το μαχαίρι τη θανατερή προσευχή που ψελλίζουμε όλοι».

«Αυτό θα πρέπει να είναι σοφία»,λέει ο Σπύρος Γιανναράς,»όταν παύει κανείς να είναι ένας πόνος σε αναζήτηση τραύματος που τον προκάλεσε»!

(*) Ο Κώστας Καλημέρης  είναι κριτικός λογοτεχνίας.

info: Σπύρος Γιανναράς, Τη μέρα που θα σηκωνόμουν χορέψω, Άγρα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here