Το αγρίμι της καρδιάς

0
593

 

 

Της Βίκυς Βασιλάτου-Σαρρή.

 

«Όταν σιωπούμε γινόμαστε δυσάρεστοι, όταν μιλάμε γινόμαστε γελοίοι». Με αυτή τη φράση ανοίγει και κλείνει το μυθιστόρημά της η Χέρτα Μύλερ. Εκεί κρύβεται το δίλλημα. Σιωπή που αντιμετωπίζει τη Σεκιουριτάτε του Τσαουσέσκου και κατευνάζει τις τραυματικές μνήμες των ανακρίσεων. Ομιλία που βρίσκει διέξοδο μονάχα δια της βίαιης, σκληρής, ενστικτώδους, διαλείπουσας περιγραφής μιας εποχής που οι άνθρωποι δεν συγκρατούσαν τα αγρίμια που κρύβονταν στην καρδιά τους κι εκείνα «το έσκαγαν σαν τα ποντίκια. Πετούσαν το τομάρι τους κάτω και χάνονταν στο πουθενά».

 

Το αγρίμι που σπαράζει στον τίτλο του μυθιστορήματός της και στην καρδιά των ηρώων της, δεν είναι άλλο από τον φόβο και τον πόνο ψυχής: ομφαλοί της δικτατορίας, κινητήριες δυνάμεις της ζωής, της οικογένειας, της φιλίας και της αγάπης. «Κανένας δεν με ρώτησε ποτέ σε ποιο σπίτι, σε ποιο κρεβάτι και σε ποια χώρα θα προτιμούσα αντί για το σπίτι μου να περπατάω, να τρώω, να κοιμάμαι ή να αγαπάω κάποιον από φόβο».

 

Δια στόματι της ανώνυμης αφηγήτριάς της, η συγγραφέας αναπτύσσει την πλειοψηφία των συνήθων θεμάτων που απασχολούν το μυαλό της και έχτισαν τη συγγραφική της ταυτότητα. Θέματα όπως η καταπίεση του κράτους, η απειλή της εξορίας, η επιθυμία για φυγή από τη Ρουμανία επί δικτατορίας Τσαουσέσκου, ο πειρασμός να δοθεί ένα τέλος σε όλα, μέσω της αυτοκτονίας.

 

Με την παράδοξα ποιητική πένα της, εισχωρείς σε έναν άλλο κόσμο· τον δικό της κόσμο. Δεν δυσκολεύεσαι να εντοπίζεις την αυτοπροσωπογραφία της που κρύβεται πίσω από τη φωνή της αφηγήτριάς της. Όπως κι εκείνη, γεννήθηκε σε ένα μικρό γερμανόφωνο χωριό της Ρουμανίας· οι αντιστασιακές της δραστηριότητες την οδηγούν στο γραφείο του «δήμιου»· η συνείδησή της απορρίπτει τον πατέρα, στρατιώτη των Ες Ες· δούλεψε ως μεταφράστρια σε εργοστάσιο. Ο τόνος όμως του στροβιλώδους μυθιστορήματός της δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μήτε εξομολογητικός μήτε απολογητικός, αλλά ως ένα ρεαλιστικό κείμενο, ως μια ματιά σε μια δύσκολη εποχή για τη Ρουμανική Ιστορία, σε μια γενιά που, ενώ της φορέθηκαν -δια της βίας- φίμωτρο και παρωπίδες, πάλεψε να τα κομματιάσει.

 

Η ανάγνωση του Αγριμιού θέλει υπομονή και επιμονή. Οι λακωνικές φράσεις της νομπελίστριας, οι λέξεις της, που κάνουν «την ίδια ζημιά που κάνουν τα πόδια μας στο χορτάρι», και οι λεξικολογικές εφευρέσεις της, σε καλούν σε μια δεύτερη -ίσως και τρίτη- ανάγνωση μιας φράσης ή μιας ολόκληρης παραγράφου, για να τις κατανοήσεις και να γευτείς εις βάθος την απαράμιλλη ομορφιά και σκληρότητά τους. Το απαιτητικό κείμενο της Μύλερ, σε καλοδουλεμένη μετάφραση της Γιώτας Λαγουδάκου, σε καλεί να αφεθείς -άνευ όρων- στην άβυσσό του, μέχρις ότου να δημιουργηθεί ένας εύγλωττος, πουαντιγιστικός πίνακας σπάνιας δεξιοτεχνίας.

 

Υπαινιγμοί, αλληγορίες και συναισθηματικά ξεσπάσματα, αναμειγνύονται σε σημείο σύγχυσης για να πλάσουν μια συμπαντική διάλεκτο που λειτουργεί ως αναλγητικό σε έναν πόνο που τον κραυγάζει μέχρι και η φύση: «Η αλήθεια είναι ότι αυτό το χορτάρι είναι ωραίο, όταν όμως στέκεις μέσα, όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα σου, τα χωράφια μοιάζουν να χάσκουν με το στόμα ανοιχτό. Ο ουρανός αποτραβιόταν, το χώμα κολλούσε στα παπούτσια. Τα φύλλα, οι μίσχοι και οι ρίζες του χορταριού ήταν κόκκινα σαν αίμα».

 

Υπαινιγμοί, αλληγορίες και συναισθηματικά ξεσπάσματα, αναμειγνύονται μέσα σε εικόνες πόνου και φόβου, που φώλιασαν σαν αγρίμια μέσα στις ρουμάνικες ψυχές. Εικόνες από τις οποίες μπορείς να βγεις μονάχα μέσω μιας εκκωφαντικά σιωπηλής έκφρασης της αλήθειας. Μιας αλήθειας που «κάθεται στη γλώσσα σαν κουκούτσι από κεράσι που δεν θέλει να πέσει στο λαιμό».

 

 

to_agrimi_tis_kardiasΣτοιχεία βιβλίου:

Το αγρίμι της καρδιάς

Χέρτα Μύλερ

Σε μετάφραση Γιώτας Λαγουδάκου

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here