Τι χωράει σε ένα ποίημα (ανταπόκριση από το Μανχάταν του Χρ. Τσιάμη)

0
202
Η ποιήτρια Rita Dove

Χρήστος Τσιάμης

 

 

Η 21η Μαρτίου γιορτάζεται στην Ελλάδα σαν Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.  Στην Αμερική ολόκληρος ο Απρίλης γιορτάζεται σαν Μήνας Ποίησης.  Δράττομαι της ευκαιρίας να κάνω ένα σύντομο απολογισμό για την κατάσταση της ποίησης στις μέρες μας.  Από τη μια  έχουμε να δούμε κάποιο σημαντικό κίνημα, που να αναζωογονεί την ποίηση και να την τοποθετεί προκλητικά στο πολιτιστικό προσκήνιο του κόσμου, πάνω από μισόν αιώνα.  Βέβαια τέτοια κινήματα είναι ζήτημα κλίμακας.  Παρατηρούνται σε χώρες μεγάλου πολιτικού βεληνεκούς (όπως οι ΗΠΑ τώρα και πιο παλιά η Αγγλία) ή όταν συμβαίνουν σε χώρους πολιτιστικού δυναμισμού (η Λατινική Αμερική μιας κοινής γλώσσας, ή Ρωσία των κοινωνικών ανακατατάξεων του 19ου και του 20ου αιώνα, το Παρίσι στο πρώτο ήμισυ του περασμένου αιώνα, τόπος συνάντησης διανοητών απ’ την Ευρώπη και την Αμερική).  Το τελευταίο κίνημα ήταν οι Μπήτ (Beat) στην Αμερική (αφού είχαν προηγηθεί τα Ευρωπαϊκά κινήματα του υπερρεαλισμού, του φουτουρισμού, του ντανταϊσμού).  Από την άλλη όμως, μέσα στον χώρο μιας γλώσσας και μιας χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, παρατηρούμε στις μέρες μας μια συνεχώς αυξανόμενη ποιητική δραστηριότητα με μια πολύμορφη, πολύτροπη, και πολυπολιτισμική συμμετοχή.  Αλλάζει λοιπόν σιγά σιγά η ποίηση με ό,τι φέρνουν στο χώρο της οι καινούργιοι κοινωνοί.  Και αυτό μας οδηγεί στο ερώτημα: τι χωράει σ’ ένα ποίημα έτσι ώστε όταν θα ανοίξουμε την πόρτα του ποιήματος να αντικρίσουμε, σ’ έναν άπλετο χώρο, την ντελικάτη μορφή της ποίησης αντί να  σκουντάμε επάνω στα συνωστισμένα αντικείμενα μιας άψυχης λεκτικής αποθήκης;

 

Έθεσα το παραπάνω ερώτημα στον εαυτό μου όταν, πριν έναν χρόνο περίπου, η γνωστή Αμερικανίδα ποιήτρια Ρίτα Ντόβ (Rita Dove) δημοσίευσε ένα ποίημα στο περιοδικό Νιού Γιόρκερ με τίτλο «Ανευρεθέν Σονέτο: Η Περούκα» (Found Sonnet: The Wig).  Από τον τίτλο και μόνο, πριν καλά καλά προχωρήσω στο ποίημα, κάποιοι συνειρμοί με παρέπεμψαν αστραπιαία στα ‘readymades’ (τα ήδη-φτιαγμένα) του Γάλλου καλλιτέχνη Μαρσέλ Ντυσάν (Marcel Duchamp)που σε κάποια έργα του χρησιμοποιούσε ‘ανευρεθέντα’ αντικείμενα για να τα συνδυάσει, σύμφωνα με την φαντασία του, και να παράγει ένα καινούργιο εικαστικό έργο.  Το ποίημα της Ντόβ αρχίζει και τελειώνει ως εξής:

 

100% ανθρώπινο μαλλί, φυσικό.  Γιάκι συνθετικό, μίγμα Βραζιλιάνικο,

Μαλαισίας, Κανεκαλον, Παρθένο του Περού, Αγνό Ινδιάνικο.

 

……………………………………………………………………………………………………………

 

Κύμα Πάθους, Ευθύ Μεταξωτό, Ψευτο-Μοϊκανό, πλεξούδες Νούμπιας, Ευγενής                                                                                                                                              Μπούκλα:

Κλεοπάτρα, Παλιά Αλεπού, Αυτοκράτειρα, Ήρα, για Πάρτυ Κούκλα.

 

 

Μου άρεσε ο ρυθμός, η ακολουθία και η έκπληξη των λεκτικών συνδυασμών άνοιγε στον νού μου ένα καινούργιο οπτικό πεδίο.   Κι έτσι αποφάσισα να ρωτήσω την ίδια την ποιήτρια αν η εικασία μου για αναλογία με τα ‘ήδη-φτιαγμένα’ του Ντυσάν ήταν σωστή.  Μου απάντησε ότι το ποίημα ‘είναι ακριβώς αυτό που λέει ότι είναι΄, δηλαδή ανευρεθέν.  Μου είπε επίσης ότι ‘κάθε του φράση είχε πρωτοεμφανιστεί είτε σε διαφημίσεις είτε σε κουτιά συσκευασίας Αφρο-Αμερικάνικων προϊόντων για μαλλιά’.   Την είχε εντυπωσιάσει, μου είπε, εκείνος ο αέρας της φαντασίας («imaginative flair») που είχε ανακαλύψει σε αυτή τη γλώσσα προώθησης προϊόντων («marketing»).  Κι έτσι ‘από τη μια φράση πήγε στην άλλη’ και πριν καλά καλά το καταλάβει είχε δημιουργηθεί ένας ρυθμός και οι φράσεις ‘είχαν αρχίσει να έχουν ομοιοκαταληξία’.  Η καινούργια χρήση λέξεων, λοιπόν, και η μουσικότητα της γλώσσας στην (κατά τύχη;) δόμηση του ποιήματος προσδίδουν στο ποίημα για την ποιήτρια και για (γι αυτόν εδώ τουλάχιστον) τον αναγνώστη την ευχάριστη απόλαυση της ποίησης.

Το παραπάνω ποίημα της Ντόβ φέρνει στον νου ένα αγαπημένο ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου,  το «Πού είναι τα πουλιά» (απ’ την ομώνυμη συλλογή του το 2004).  Το ποίημα αρχίζει:

 

Πού είναι τα πουλιά;

                                    Ατσάραντοι και λιάροι κι αητομάχια

                               συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια

                            τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι

                                καλημάνες και καλατζάκια και τσιμάλια

                             τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι

……………………………………………………………………………………..

………………………………………………………………………………………

Και συνεχίζοντας έτσι, ο ποιητής αραδιάζει μια αλληλουχία από ονόματα πουλιών που η ανάγνωση τους σε μαγεύει σε πολλά επίπεδα:  πρώτα πρώτα από την αποκάλυψη ενός ολόκληρου κόσμου στην Ελληνική φύση που κατά ένα τεράστιο ποσοστό είναι άγνωστος στον αναγνώστη, όλα αυτά τα είδη των πουλιών!  Ακόμα κι αν δεν τα βλέπουμε εικονικά, μπορούμε να αρχίσουμε να τα φανταζόμαστε από τη λαϊκή, ευφάνταστη γλώσσα της ονομασίας τους (κι αυτή είναι μια άλλη πλευρά της ποίησης που απολαμβάνουμε στο ποίημα]:

 

τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι οι αερογάμηδες

 

Τέλος, απολαμβάνουμε τη μουσική των ονομάτων που φτάνει στα ύψη της σε ορισμένους στίχους όπως οι παρακάτω:

 

καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια

 

                        ……………………………………………………………………………………….

 

                                    ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα

 

Ο Παυλόπουλος στον προτελευταίο στίχο του ποιήματος παραθέτει τρία ονόματα που αρχίζουν με κεφαλαία γράμματα, πράγμα που οδηγεί στην εκτίμηση πως, πέρα από ονομασίες πουλιών, εδώ μπορεί να αναφέρεται και σε ονόματα ή ίσως και σε παρατσούκλια φίλων του.  Και τελειώνει το ποίημα με τον στίχο:

 

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;

 

Από αυτόν τον τελευταίο στίχο, μερικοί είχαν εκφράσει τη γνώμη, όταν εκδόθηκε το βιβλίο, ότι το ποίημα ήταν ‘πολιτικό’.  Γιατί οι μαυροσκούφηδες είναι μεν πουλιά αλλά ήταν και ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα του Αρη Βελουχιώτη κατά την Αντίσταση και τον μετέπειτα Εμφύλιο.  Σε μια σημερινή ανάγνωση όμως είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο ποιητής σύναξε τα ονόματα από δεκάδες πουλιά (περί τα ογδόντα) και έστησε ένα ολόλκηρο ποίημα με αυτά για να καταλήξει σε έναν νοσταλγικόν αναστεναγμό κάποιου «χαμένου χρόνου».  Μάλλον, το ποίημα τον οδήγησε και σε αυτό το ποιητικό παιχνίδι (γιατί η ποίηση είναι και παιχνίδι, μεταξύ άλλων) σαν έφτασε σ’ εκείνο το σημείο.  Σήμερα, αυτό το ποίημα του Παυλόπουλου είναι όντως ένα ποίημα βαθιά επαναστατικό όμως με πολιτικές πτυχές διαφορετικές από αυτές που αναφέραμε παραπάνω αλλά πολύ ουσιώδεις:  κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την φτώχεια στην οποία οδηγείται η ελληνική γλώσσα κι επίσης το ελληνικό περιβάλλον ταυτοχρόνως.

Επειδή μιλήσαμε για μια προσωπική απόλαυση της ποίησης παραπάνω, καλά θα κάνουμε να εξηγήσουμε πώς λειτουργεί η ποίηση κατά την εκτίμηση μας.  Η ποίηση λειτουργεί με τις λέξεις όταν αισθάνεσαι πως μέσα στο ποίημα τις ανανεώνει.  Λέξεις που τις ακούς καθημερινά με μια αίσθηση σκουριάς στον ήχο της τριβής τους και στο (λεκτικό τους) σχήμα, στο ποίημα έχουν αναβαπτιστεί με ένα καινούργιο λαμπερό νόημα.  Η ποίηση λειτουργεί με τη μουσική.  Κάποτε, παλιοί, δόκιμοι σκοποί, αλλά με κάποιες καινούργιες παραλλαγές στη διάταξη των ήχων που σε κάνουν να στήνεις αυτί.  Κι άλλοτε εντελώς καινούργιες και αναπάντεχες συνθέσεις που σε κάνουν να χορεύεις, ή μάλλον να μαθαίνεις ενός καινούργιου χορού τα βήματα, με την συνεπακόλουθη χαρά.  Είναι αυτή η μουσική που επιδρά σ’ εκείνο το μέρος στα σωθικά που τ’ ονομάζουμε ψυχή.  Τέλος, η ποίηση λειτουργεί με τις εικόνες που απ’ τον περίγυρο τις αποτυπώνει ή που με τη φαντασία της τις δημιουργεί.  Κοιτάζει τα πράγματα κάθε φορά από γωνία διαφορετική και κάθε φορά σου τα προσφέρει σε μια εικόνα που δεν την έχεις ξαναδεί.  Και όταν στο τέλος της δημιουργίας σταθούν και το κοιτάξουν το ποίημα απ’ το δικό τους πόστο χωριστά και οι δυο δημιουργοί, ο ποιητής, δηλαδή, κι ο αναγνώστης, και (εσωτερικά) αναφωνήσουν, «ότι καλόν», τότε έχουμε ποίηση.

Δώσαμε τα δύο παραδείγματα ποιημάτων στην αρχή για να τονίσουμε ότι η ποίηση είναι ανθεκτική και ότι μπορεί να χωρέσουν πολλά σ’ ένα ποίημα.  Αυτό ίσως να γίνει πιο εμφανές αν κάνουμε μια σύντομη περιήγηση της ποίησης από τον περασμένο αιώνα μέχρι σήμερα.   Έτσι, ο Απολλιναίρ (Apollinaire) φέρνει αυτό που θα το ονομάζαμε  λεκτική εικονογράφηση στο ποίημα, όπου οι λέξεις στη σελίδα σχηματίζουν μια οπτική προσέγγιση στην εικόνα του αντικειμένου ή της πράξης που υποδηλώνεται (signified) από τις λέξεις.  Ο ε.ε. κάμμινγκς (e.e. cummings) τολμάει να πάει παραπέρα.  Σπάει τις λέξεις, τις ανακατώνει και τις σκορπάει αναρχικά επάνω στη σελίδα σε μια απόπειρα (που δεν είναι πάντα επιτυχής) να δώσει νεύρο και τρισδιάστατη πραγματικότητα στον στίχο.  Ο Μαγιακόβσκι, ειδικά στο ποίημα του «Η Γέφυρα του Μπρούκλυν», εισάγει τα υλικά αντοχής και τις τεχνικές κατασκευές μια νέας επαναστατικής εποχής.  Κι ο Εζρα Πάουντ (Ezra Pound) φέρνει στα ποιήματα του τόμους και τόμους Ιστορίας.  Μάλιστα έχει ο ίδιος προσδιορίσει το μεγάλο έργο του, τα «Cantos», ως ‘ένα ποίημα που περιέχει Ιστορία’.   Πρόκειται για μια παγκόσμια Ιστορία, από τα Ομηρικά έπη μέχρι τις Δυναστείες της Κίνας, από την Ιταλία του μεσαίωνα μέχρι την φασιστική Ιταλία του περασμένου αιώνα, και από την Αμερική των ιδρυτών της μέχρι τις πολιτικές αψιμαχίες στην Αμερική των ημερών του.  Όπου το ποίημα άντεξε τα κομμάτια αυτά της Ιστορίας (όπως στο πρώτο και το τελευταίο βιβλίο των Cantos κι επίσης στα Κάντος της Πίζας) η ποίηση είναι μεγαλούργημα.  Αλλού, όπως στο ‘Rock Drill’ (ίσως ο τίτλος, «Τρυπάνισμα του Βράχου», να είχε δοθεί με ειρωνεία), τα ποιήματα ήταν σαν βράχοι αδιαπέραστα και επομένως ούτε καν γίνεται συζήτηση για ποίηση.  Πρώτος, βέβαια, είχε φέρει στη μοντέρνα ποίηση την Ιστορία ο Καβάφης, με τρόπο διαφορετικό από του Πάουντ.  Με περισσότερη μεταφορά και περισσότερη αλληγορία παρά με την παράθεση και την παρεμβολή ιστορικών στοιχείων μέσα στην ανάπτυξη του ποιήματος.  Όπως και ο Αμερικάνος Ρόμπερτ Λόουελλ (Robert Lowell), τις δεκαετίες του 1960 και 1970, γεμίζει τα ποιήματα του με Ιστορία (συμπεριλαμβανομένης και της οικογενειακής του Ιστορίας, ακόμα και προσωπικών ημερολογίων) με ένα συνδυασμό τρόπων απλής καταγραφής, μεταφοράς, και λυρισμού.  Ο άλλος σημαντικός Αμερικάνος ποιητής της ίδιας εποχής, ο Αλλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg), φέρνει στα ποιήματα τις εμπειρίες της περιπατητικής του ζωής, ειδικά στη συλλογή του «Η Πτώση της Αμερικής, ποιήματα αυτών των πολιτειών» όπου μπορούμε να πούμε ότι εισάγει τη Γεωγραφία σαν το κύριον μέσον της ποίητικής του έκφρασης.  Πρόσφατα, η Καναδέζα ποιήτρια Ανν Κάρσον (Anne  Carson) μας έχει αποδείξει πόσα πολλά μπορεί να βαστάξει ένα ποίημα και να παραμένει ποίηση, από αποσπάσματα δοκιμίου μέχρι και ένα ολόκληρο μυθιστόρημα!

 

Σε αυτή την περιδιάβαση μας κρατήσαμε γιά τελευταίον τον Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς (William Carlos Williams).  Αυτός ο σημαντικός Αμερικάνος ποιητής, που ίσως έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στην εξέλιξη της Αμερικάνικης ποίησης στο δέυτερο ήμισυ του περασμένου αιώνα, και μέχρι σήμερα, έχει φέρει στα ποιήματα του ό,τι θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς αρχικά ως καθόλου αντάξιο της ποίησης: από ένα βρεγμένο κόκκινο καρότσι με άσπρα κοτόπουλα δίπλα του (The Red Wheelbarrow), μέχρι κάποια νόστιμα δαμάσκηνα στο ψυγείο (Τhis Is Just to Say), μέχρι μια γυναίκα στην άκρη στο πεζοδρόμιο κοιτάζοντας  ένα καρφί μέσα στο παπούτσι της (Proletarian Portrait).  Μα πάνω απ’ όλα, έχει δοκιμάσει την αντοχή της ποιητικής σύνθεσης στο μεγάλο του έργο «Πάτερσον» (Paterson), όπου ο ποιητής ταυτίζεται με τον ομώνυμο ποταμό και την πόλη που διασχίζει.  Η σύνθεση αυτή περιέχει στίχους σύντομους ή εκτεταμένου μήκους και ανάμεσα τους διεσπαρμένα τα…πάντα: κομμάτια πεζού λόγου του ποιητή που περιγράφουν ή σχολιάζουν αναλόγως, αποσπάσματα από βιβλία και από εφημερίδες, αλληλογραφία του ποιητή με διάφορους, συμπεριλαμβανομένων και του Εζρα Πάουντ καθώς και ενός νέου, και ακόμη άγνωστου τότε, ποιητή, του Αλλεν Γκίνσμπεργκ, ως και τα τεχνικά στοιχεία μιας γεώτρησης περιλαμβάνει αυτό το ποιητικό βιβλίο!  Και όλα αυτά συμβάλλουν στο ποιητικό αποτέλεσμα.  Στο Βιβλίο V του «Πάτερσον» υπάρχει και το απόσπασμα μιας συνέντευξης του Γουίλιαμς στην εφημερίδα Νιού Γιόρκ Πόστ της Νέας Υόρκης όπου τον έχουν ρωτήσει να σχολιάσει ένα ποίημα του ε.ε. κάμμινγκς (που έτσι, ως μέρος της συνέντευξης, το συμπεριλαμβάνει στο δικό του μεγάλο ποίημα!)  Ο Γουίλιαμς ομολογεί ότι δεν μπορεί να καταλάβει τι λέει εκείνο το ‘αποδομημένο’ ποίημα του κάμμινγκς.  Και όταν ο δημοσιογράφος του λέει ότι κι ένα δικό του ποίημα μοιάζει σαν μια λίστα για ψώνια στον μπακάλη, χωρίς νόημα δηλαδή, ο Γουίλιαμς του απαντάει ότι είναι όντως ‘λίστα για ψώνια στον μπακάλη’ αλλά και κάτι παραπάνω.  ‘Είναι’, λέει, το ποίημα ‘ρυθμικά οργανωμένο σαν ένα παράδειγμα του Αμερικάνικου [γλωσσικού] ιδιώματος’ [σε αντιπαράθεση με τα Αγγλικά].  Και συνεχίζει, ‘είναι όσο πρωτότυπο όσο και η τζαζ…’  Για να καταλήξει: ‘Το κάθε τι είναι καλό υλικό για την ποίηση’.

 

Οπως λέει λοιπόν ο Γουίλιαμς, όλα χωράνε στο ποίημα και μπορεί να γίνουν ποίηση.  Εμείς θα προσθέταμε ότι υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις.  Κι αυτές οι εξαιρέσεις δεν έχουν να κάνουν με το αντικείμενο του ποιήματος αλλά με την προδιάθεση ή τη σκοπιμότητα του δημιουργού όταν προσεγγίζει το ποίημα.  Θα αναφέρουμε τρεις περιπτώσεις που, κατά τη γνώμη μας, αποκλείουν εκ των προτέρων την ποίηση σε ένα ποίημα.  Πρώτον, τα ποιήματα που αποσκοπούν στην προπαγάνδα (μέγιστο παράδειγμα είναι η ποίηση που γράφτηκε υπό τις ευλογίες των αρχών στην πρώην Σοβιετική Ένωση).  Δεύτερον, τα ποιήματα που  αποσκοπούν στην επίδειξη πνεύματος και μόνο.  Δηλαδή τα ποιήματα εξυπνάδες.  Μια τέτοια ακραία περίπτωση είναι εκείνη του σύγχρονου Αμερικάνου (δεν αξίζει μνείας) που ανα-στοιχειοθετεί ολόκληρα φύλλα της εφημερίδας Νιού Γιόρκ Τάϊμς, ή θεματικά τμήματα αυτής (τα αθλητικά, τον καιρό κλπ), έτσι ώστε να έχουν την εμφάνιση ποιήματος, και τα παρουσιάζει σαν δική του ποιητική δημιουργία υπό τύπον  βιβλίου!  Τέλος, ποιήματα που αποσκοπούν στην ταπείνωση προσώπων.  Επειδή λόγω του φετινού βραβείου Νόμπελ είχαμε συζητήσεις για την ποίηση στους στίχους τραγουδοποιών (του Ντύλαν, του Κόεν), θα αναφέρουμε εδώ, σαν παράδειγμα αυτής της τελευταίας κατηγορίας που αποκλείει εκ των προτέρων την ποίηση, τους στίχους γεμάτους από μισογυνισμό που συναντάμε στα τραγούδια της Αμερικάνικης μουσικής ράπ (rap).

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι το ποίημα μπορεί να χωρέσει πάρα πολλά (σαν θέματα, σαν τεχνική, σαν εργαλεία) χωρίς να πάψει να είναι ποίηση.  Αρκεί να υπάρχει στη γραφή του μια ευγένεια ήθους, μια ειλικρίνεια ύφους, και μια ολάνοιχτη ματιά.  Και φυσικά να υπάρχει η μουσική, που είναι του κάθε ποιήματος μοναδική-  όχι μόνο ο ρυθμός αλλά και οι χρωματισμοί.  Ξεκάθαρα, χωρίς αυτή το ποίημα δεν ξεκολλάει απ’ τη σελίδα να συνδεθεί με τον αναγνώστη και να τον ανεβάσει μέχρι εκεί που μόνο η ποίηση μπορεί να φτάσει!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ